ΤΟ ΒΟΡΕΙΟΔΥΤΙΚΟ ΠΕΡΑΣΜΑ – ΟΙ ΕΞΕΡΕΥΝΗΤΙΚΕΣ ΑΠΟΣΤΟΛΕΣ

στις

Η παγκόσμια αύξηση της θερμοκρασίας συνήθως συνδυάζεται με αρνητικές συνέπειες. Πιθανόν, όμως, να βοηθήσει στο να εκπληρωθεί ένα όνειρο ζωής των ναυτικών—ο εύκολος διάπλους του Βορειοδυτικού Περάσματος. 

Αυτό το σημείο στην κορυφή της βορειοαμερικανικής ηπείρου όπου ενώνεται ο Ατλαντικός με τον Ειρηνικό ωκεανό θα μπορούσε να ανοίξει για τις τακτικές θαλάσσιες μεταφορές αυτόν τον αιώνα, σύμφωνα με το περιοδικό Επιστήμη (Science). «Κάτι τέτοιο θα συντόμευε κατά 11.000 χιλιόμετρα το ταξίδι Ευρώπη-Ασία, που γίνεται τώρα από τη Διώρυγα του Παναμά, και κατά 19.000 χιλιόμετρα τη διαδρομή των υπερδεξαμενόπλοιων τα οποία διαπλέουν το Ακρωτήριο Χορν επειδή δεν μπορούν να περάσουν από τη διώρυγα». 

Το 1906, ο νορβηγός εξερευνητής Ρόαλντ Άμουδσεν έγινε ο πρώτος που διέπλευσε το Βορειοδυτικό Πέρασμα, έπειτα από ταξίδι τριών ολόκληρων ετών. Η δυσκολία του εγχειρήματος ήταν τόσο εμφανής ώστε μόλις ένα πλοίο το χρόνο επιχειρούσε κατά μέσο όρο να περάσει από αυτά τα νερά στη διάρκεια του περασμένου αιώνα. 

Οι πρώτες προσπάθειες για την εξεύρεση ενός βόρειου περάσματος έγιναν λίγο μετά την ανακάλυψη της Αμερικής από τον Χριστόφορο Κολόμβο. Το 1497, ο Βασιλιάς Ερρίκος Ζ΄ της Αγγλίας ανέθεσε στον Τζον Κάμποτ την αποστολή να βρει ένα θαλάσσιο πέρασμα προς την Άπω Ανατολή. Σαν τον Κολόμβο, ο Κάμποτ έπλευσε προς τα δυτικά από την Ευρώπη, αλλά ακολούθησε πιο βόρεια κατεύθυνση. Όταν ο Κάμποτ αγκυροβόλησε, πιθανότατα στο Νιουφάουντλαντ, στη Βόρεια Αμερική, ήταν βέβαιος ότι είχε φτάσει στην Ασία. Ακόμη και όταν αργότερα έγινε αντιληπτό ότι ανάμεσα στην Ευρώπη και στην Ασία υπήρχε ένας ολόκληρος Νέος Κόσμος, η ιδέα του βόρειου περάσματος προς την Ανατολή δεν είχε ξεχαστεί. Θα μπορούσε να επιτευχθεί ο περίπλους αυτής της νεοανακαλυφθείσας ηπείρου από τα βόρεια; 

Ο Φραγμός του Πάγου 

Στη θεωρία, η εύρεση και ο διάπλους του Βορειοδυτικού Περάσματος ίσως φαινόταν εύκολη υπόθεση. Στην πράξη, όμως, οι αντίξοες συνθήκες της αρκτικής ζώνης έκαναν αυτό το εγχείρημα πιο δύσκολο από ό,τι θα μπορούσε να φανταστεί κανείς εκείνη την εποχή. Το μεγαλύτερο εμπόδιο ήταν ο πάγος.  

«Μετακινούνταν, επέπλεε, χωριζόταν αφήνοντας τα πλοία να περάσουν και έπειτα έκλεινε σαν παγίδα, φυλακίζοντας πλοία και πληρώματα ή συνθλίβοντάς τα», γράφει ο Τζέιμς Π.  Ντελγκάντο στο βιβλίο του Κατά Μήκος της Άκρης του Κόσμου (Across the Top of the World).

Ο Σερ Μάρτιν Φρόμπισερ, ο οποίος ηγούνταν της πρώτης αποστολής που πήγε στα βόρεια της ηπειρωτικής Βόρειας Αμερικής προς αναζήτηση του Βορειοδυτικού Περάσματος διαμέσου της Αρκτικής, ήρθε αντιμέτωπος με τον πάγο. Ένας στόλος αποτελούμενος από δύο πλοία και ένα πλοιάριο απέπλευσε από το Λονδίνο το 1576. Ο Φρόμπισερ συνάντησε επίσης τους Ίνουιτ, τους ιθαγενείς της Αρκτικής. Αρχικά νόμιζε πως ήταν φώκιες ή ψάρια, «αλλά όταν πλησίασε, ανακάλυψε ότι ήταν άνθρωποι σε μικρές βάρκες από δέρμα», αφηγείται ένα βιβλίο σχετικά με το ταξίδι του Φρόμπισερ. Συνολικά, έκανε τρία ταξίδια στην Αρκτική, αλλά κανένα από αυτά δεν οδήγησε στην ανακάλυψη του Βορειοδυτικού Περάσματος. Ωστόσο, ο Φρόμπισερ ήταν τυχερός επειδή επέστρεψε σώος από όλες τις αποστολές του στην Αρκτική. Δεν μπορεί να λεχθεί το ίδιο για άλλους εξερευνητές που έψαχναν για το θρυλικό πέρασμα. Για πολλούς, η Αρκτική —με τον πάγο, το κρύο, την έλλειψη φρέσκιας τροφής— αποτέλεσε ανυπέρβλητο εμπόδιο. Εντούτοις, στα χρόνια μετά τον Φρόμπισερ, δεκάδες πλοία και χιλιάδες άντρες κατευθύνθηκαν βόρεια, προσπαθώντας να περάσουν μέσα από τους πάγους. 

Αναζητώντας τον Φράνκλιν; 

Το 19ο αιώνα, το Βρετανικό Ναυτικό οργάνωσε αρκετές μαζικές εξερευνητικές αποστολές ψάχνοντας για το Βορειοδυτικό Πέρασμα. Μια από αυτές κατέληξε στη μεγαλύτερη καταστροφή στην ιστορία των ταξιδιών στην Αρκτική.  

Ο Σερ Τζον Φράνκλιν, έμπειρος εξερευνητής της Αρκτικής, επιλέχθηκε ως επικεφαλής της αποστολής. Τοποθετήθηκαν ατμομηχανές σε δύο μεγάλα σκάφη. Και τα δύο πλοία επανδρώθηκαν με τους πιο ικανούς άντρες του ναυτικού και εξοπλίστηκαν με προμήθειες που θα αρκούσαν για τρία χρόνια. Επιπρόσθετα, δόθηκε μεγάλη προσοχή στη συναισθηματική ευεξία των πληρωμάτων. Για παράδειγμα, τα πλοία διέθεταν περιεκτικές βιβλιοθήκες και μάλιστα ήταν εξοπλισμένα με λατέρνες. Κάποιος αξιωματικός που συμμετείχε στην αποστολή έγραψε: «Δεν λείπει σχεδόν τίποτα από οτιδήποτε θα μπορούσε να χρειαστεί κανείς, και πραγματικά νομίζω ότι, αν θα είχα τη δυνατότητα να βρεθώ στο Λονδίνο για μια δυο ώρες, δεν θα ήθελα να πάρω κάτι από εκεί!» Η αποστολή ξεκίνησε από την Αγγλία το Μάιο του 1845, και τον Ιούλιο έφτασε στον όρμο Μπάφιν. 

Πέρασε ένας χρόνος. Πέρασε και δεύτερος. Τελικά, πέρασαν τρία χρόνια — το διάστημα για το οποίο είχαν προετοιμαστεί ότι θα διαρκούσε η αποστολή στη χειρότερη περίπτωση αλλά δεν υπήρχε κανένα νέο για την αποστολή του Φράνκλιν. Λόγω της μυστηριώδους εξαφάνισης των δύο πλοίων και των πληρωμάτων τους, τα ταξίδια προς την Αρκτική αυξήθηκαν. Δεκάδες αποστολές έριξαν φως όχι μόνο στο τι απέγινε η αποστολή του Φράνκλιν αλλά και στο μυστήριο του Βορειοδυτικού Περάσματος. 

Ο πλοίαρχος Ρόμπερτ Μακ Κλιούρ ήταν ο κυβερνήτης ενός από τα δύο πλοία που στάλθηκαν προς αναζήτηση του Φράνκλιν. Αποπλέοντας από το Λονδίνο το 1850, τα πλοία προσέγγισαν τις βόρειες ακτές της Αμερικής από τον Ειρηνικό, μέσω του Βερίγγειου Πορθμού. Ο φιλόδοξος Μακ Κλιούρ άφησε ένα πλοίο πίσω και κατευθύνθηκε αποφασιστικά προς τον Αρκτικό Ωκεανό. Σύντομα έπλεε σε νερά στα οποία κανένας Ευρωπαίος δεν είχε βρεθεί ποτέ. Ριψοκινδυνεύοντας σε μεγάλο βαθμό, έφτασε τελικά στις ακτές της Νήσου Μπανκς, και αυτό που είδε ήταν συναρπαστικό. Το νησί ήταν εκείνο ακριβώς που είχε συναντήσει ο Έντουαρντ Πάρι πριν χρόνια, όταν έψαχνε για το Βορειοδυτικό Πέρασμα από τα ανατολικά. Αν ο Μακ Κλιούρ μπορούσε να πλεύσει μέχρι την άλλη πλευρά του νησιού, θα είχε διαπλεύσει το Βορειοδυτικό Πέρασμα! 

Αλλά ο πάγος παγίδεψε το πλοίο του. Δύο χρόνια αργότερα, ο Μακ Κλιούρ και οι άντρες του ήταν ακόμη κολλημένοι στον πάγο. Όταν φαινόταν, όμως, ότι είχε χαθεί κάθε ελπίδα, είδαν στον ορίζοντα κάποιους να πλησιάζουν το πλοίο. Ήταν σαν να είχε γίνει θαύμα. Ο Χένρι Κέλετ, πλοίαρχος μιας άλλης αποστολής, είχε βρει ένα μήνυμα που άφησε ο Μακ Κλιούρ στη Νήσο Μέλβιλ και κατάφερε να στείλει άντρες για να τους σώσουν. Οι άντρες του Μακ Κλιούρ, σχεδόν μισοπεθαμένοι τότε, μεταφέρθηκαν στο πλοίο του Κέλετ με το οποίο επέστρεψαν στην πατρίδα τους—μέσω της ανατολικής οδού. Και αυτό γιατί ο Κέλετ είχε φτάσει στις βόρειες ακτές της Αμερικής από τον Ατλαντικό! Ο Μακ Κλιούρ «ήταν λοιπόν ο πρώτος που διέσχισε το Βορειοδυτικό Πέρασμα, αν και με περισσότερα από ένα πλοία και εν μέρει με τα πόδια», λέει Η Νέα Εγκυκλοπαίδεια Μπριτάνικα (The New Encyclopædia Britannica). 

Τι απέγινε, όμως, η αποστολή του Φράνκλιν; Διάφορες ενδείξεις δίνουν μερικές πληροφορίες σχετικά με τα γεγονότα μετά το 1845.  

Και τα δύο πλοία της αποστολής κόλλησαν στον πάγο στον Πορθμό της Βικτωρίας. Τον καιρό που τα πλοία ήταν παγιδευμένα στον πάγο επί 18 μήνες, αρκετοί άντρες, μεταξύ των οποίων και ο ίδιος ο Φράνκλιν, πέθαναν. Εκείνοι που απέμειναν αποφάσισαν να εγκαταλείψουν τα πλοία και να κατευθυνθούν προς τα νότια πεζοί, αλλά, όντας ήδη εξασθενημένοι, πέθαναν στην πορεία. Κανένα μέλος των πληρωμάτων δεν επέζησε. Η τύχη αυτής της αποστολής παραμένει αντικείμενο εικασιών. Ως αιτία για το γρήγορο θάνατο των αντρών αναφέρθηκε ακόμη και η μολυβδίαση από τα κονσερβοκούτια. 

Η Πρώτη Επιτυχία 

Ενώ η ύπαρξη του Βορειοδυτικού Περάσματος είχε ήδη αποδειχτεί, κανείς δεν το είχε διαπλεύσει μέχρι τον 20ό αιώνα.  

Ο νεαρός Ρόαλντ Αμούνδσεν ήταν επικεφαλής εφτά Νορβηγών που έκαναν αυτό το ταξίδι. Χρησιμοποίησαν ένα μικρό αλιευτικό πλοίο με το όνομα Γιόα, εντελώς διαφορετικό από τα επιβλητικά βρετανικά πολεμικά πλοία. Ωστόσο, το μικροσκοπικό σκάφος με το μικρό βύθισμα αποδείχτηκε ιδανικό μέσο μεταφοράς για τον Αρκτικό Ωκεανό με τα αναρίθμητα στενά περάσματά του, τους βράχους και τις ξέρες του. Στις 16 Ιουνίου 1903, ο Αμούνδσεν και το πλήρωμά του ξεκίνησαν το μακρύ ταξίδι από το Όσλο για την Αρκτική της Βόρειας Αμερικής ακολουθώντας την ανατολική πορεία. Έπειτα από δύο και πλέον χρόνια, στις 27 Αυγούστου 1905, το πλήρωμα του Γιόα είδε ένα φαλαινοθηρικό το οποίο είχε έρθει στον Αρκτικό Ωκεανό από τη δυτική πλευρά, μέσω του Βερίγγειου Πορθμού. Σχετικά με αυτή τη συνάντηση, ο Αμούνδσεν έγραψε: «Είχαμε διαπλεύσει το Βορειοδυτικό Πέρασμα. Εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή το παιδικό μου όνειρο γινόταν πραγματικότητα . Τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα». 

Ωστόσο, μέχρι τώρα δεν έχει καταστεί δυνατόν να αρχίσουν τακτικά δρομολόγια μέσω αυτού του περάσματος. Από την εποχή του Αμούνδσεν, πολλά σκάφη έχουν περάσει από αυτό το άκρο της Βόρειας Αμερικής, αλλά το συγκεκριμένο ταξίδι εξακολουθεί να μην είναι εύκολο. Εντούτοις, αυτό ίσως να μη συνεχιστεί για πολύ καιρό. 

Ο πάγος της Αρκτικής λιώνει τώρα με εκπληκτική ταχύτητα. Χάρη σε αυτό, το έτος 2000, ένα καναδικό πλοίο της ακτοφυλακής κατάφερε να διαπλεύσει το Βορειοδυτικό Πέρασμα μέσα σε έναν περίπου μήνα.  

Όταν μετά το ταξίδι η εφημερίδα The New York Times πήρε συνέντευξη από τον κυβερνήτη του σκάφους, τον υπαξιωματικό Κεν Μπάρτον, εκείνος είπε πως εντυπωσιάστηκε από το γεγονός ότι δεν είχαν προβλήματα με τον πάγο. «Υπήρχαν μερικά παγόβουνα, αλλά δεν είδαμε τίποτα που να μας ανησυχήσει. Είδαμε κάποια παλιά τμήματα πάγου που επέπλεαν, όλα μικρά και κομματιασμένα, και μπορέσαμε να τα προσπεράσουμε», είπε ο Μπάρτον. Σύμφωνα με το περιοδικό Επιστήμη, «η έκταση του αρκτικού πάγου έχει συρρικνωθεί κατά 5% τα περασμένα 20 χρόνια, το πάχος του έχει μειωθεί και, σύμφωνα με τις προβλέψεις, η συρρίκνωση θα συνεχιστεί καθώς οι θερμοκρασίες ανεβαίνουν παγκοσμίως». Το άρθρο αναφέρεται σε μια έκθεση που δημοσίευσε η Επιτροπή Αρκτικών Ερευνών των ΗΠΑ η οποία προβλέπει ότι μέσα σε μια δεκαετία το Βορειοδυτικό Πέρασμα «ίσως να είναι ανοιχτό τουλάχιστον έναν μήνα το καλοκαίρι για σκάφη που δεν έχουν ενίσχυση κατά του πάγου». 

Σκάναρε και προχώρησε την έρευνα:Έρευνα, Κωνσταντίνος Τσίπτσιος

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *