ΟΙ ΑΦΟΡΙΣΜΕΝΟΙ ΑΛΥΤΡΩΤΟΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ

στις

Αποτοίχιση από την παναίρεση του Οικουμενισμού • Οι αφορισμένοι άλιωτοι μοναχοί του Αγίου Όρους…

Μία από τίς ελάχιστες φωτογραφίες ( πιθανόν σκαρίφημα ) δύο αφορισμένων και άλιωτων Ορθοδόξων ιερέων πού συλλειτούργησαν με τούς Καθολικούς στην Μονή Μεγίστης Λαύρας τού Αγίου Όρους, επί Πατριάρχου Κωνσ/λεως Βέκκου. Η φωτογραφία είναι παρμένη σε σπήλαιο τού Αγίου Όρους γύρω στα 1932, και δημοσιεύτηκε κατ’ αρχάς στο περιοδικό “Κήρυξ Ορθοδόξων”, αριθ. φύλ. 132…

Οί απεσταλμένοι τού Αυτοκράτορα και του Πατριάρχου Βέκκου, κατά την επίσκεψή τους στο Άγιο Όρος με σκοπό να εντάξουν τίς Ιερές Μονές στο σχέδιό τους και να συλλειτουργήσουν με τούς Παπικούς, προσπάθησαν με διπλωματία να τούς φέρουν σε συλλείτουργο. Συνάντησαν όμως σθεναρά αντίσταση από τα περισσότερα Μοναστήρια με αποτέλεσμα να προχωρήσουν σε εγκληματικές ενέργειες πού ούτε οι βάρβαροι αχρίστιανοι πειρατές δεν είχαν κάνει…

Και αφού έκαψαν τούς ανθενωτικούς μοναχούς στον Πύργο τής Μονής Ζωγράφου προχώρησαν και στην Μονή τού Βατοπεδίου, και επειδή εκεί τους έλεγξαν ως Αιρετικούς, διά τούτο τον μεν Ηγούμενο αφού τον έδεσαν με αλυσίδες τον καταπόντισαν εις την θάλασσα, τους δε άλλους δώδεκα Μοναχούς, τους απαγχόνισαν εις τόπον λεγόμενον σήμερα Φουρκόβουνον.

Τα ίδια περίπου συνέβησαν και εις την Ιερά Μονήν των Ιβήρων, όπου άλλους με καταπόντισαν βυθίζοντας το πλοίο μεταφοράς τους ανοικτά του Ιβηρικού πελάγους, άλλους δε, τους πήραν μαζί τους αιχμάλωτους…

Εις την Μεγίστη Λαύρα όμως, όπου τους υποδέχθηκαν επισήμως και μάλιστα με κωδωνοκρουσίες, επακολούθησε η οργή του Θεού…

Κι΄ έτσι, ο μεν Ιεροδιάκονος Λαυριώτης πού συλλειτούργησε έλιωσε όπως το κερί στην φωτιά από σύντομη αρρώστια και πέθανε, οι δε άλλοι επτά συλλειτουργήσαντες Ιερομόναχοι (και κατ’ άλλους 11), βρέθηκαν μετά θάνατον άλιωτοι, τουμπανισμένοι, και αφορισμένοι, και των οποίων τα κατάμαυρα λείψανα μέχρι το τέλος του 19ου αιώνος υπήρχαν στον Νάρθηκα του Κοιμητηρίου των Αγίων Αποστόλων σε κοινή θέα προς διδασκαλία και σωφρονισμό εκ των γεγονότων, αλλά και προς παρότρυνση για προσευχές των ανθρώπων πού τους έβλεπαν, ώστε να τους συγχωρήσει και να τους ελεήσει ο Πανάγαθος Θεός διαλύοντας τα σώματά τους…

ΜΙΑ ΤΡΟΜΑΚΤΙΚΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ…

«Εις αδελφός ήκουε διά τους αφορισμένους όπου είναι εις την Λαύρα του Άθωνος, και οι όποιοι δέχθηκαν και συνελλειτούργησαν με τον Ιωάννη Βέκκο, τον τότε Λατινόφρονα Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως.

Είχε αμφιβολία όμως αν είναι πράγματι αληθινά όλα αυτά, και πάντοτε ερευνούσε και ερωτούσε αν ευρίσκεται κανείς να τους είδε, ιδίοις όμμασιν ως αυτόπτης μάρτυς διά να πεισθεί από την αμφιβολία οπού είχε…

Και από τους πολλούς οπού ερώτησε τού είπαν ότι ό Πνευματικός τούς έχει ιδεί, και ήρθε και με ρώτησε εάν γνωρίζω και εάν τους είδα ιδίοις όμμασι, και τον πληροφόρησα ότι τους είδα και είναι βεβαιότατα, επειδή εγώ ήρθα εις το Άγιον Όρος, εις τα 1885, ετών είκοσι…

Μετά δύο έτη, επειδή έτυχε να πάρουμε σιτάρι από την Μονήν Κωνσταμονίτου 1200 οκάδες, πηγαίναμε διά θαλάσσης με την βάρκα την ιδικήν μας να τό περιλάβομε, όπου ήμουν 22 ετών και ήτο τον Σεπτέμβριο μήνα δύο ημέρας μετά του Τιμίου Σταυρού.

Επήγαμε το εσπέρας και εμείναμε εις τον άρσανάν της Μεγ. Λαύρας, όπως το πρωί εξακολουθήσαμε το ταξίδι μας, καθώς και έγινε.

Μόλις όμως εξακολουθήσαμε ολίγον διάστημα, από την Λαύρα, ακούω και μου λέγει ό Γέροντας μου, Μελέτιος Μοναχός,

«παιδί μου Γαβριήλ εδώ παρεμπρός υπάρχουν οι αφορισμένοι, οι οποίοι δέχθηκαν τους Λατινόφρονας εις την Μεγίστην Λαύρα, και συλλειτούργησαν με τον Ιωάννη Βέκκον και τους μετ’ αυτού, τους οποίους εγώ τους έχω ιδεί και άλλοτε, αλλά επειδή είσαι νέος και ίσως να γίνει κάποτε λόγος και να λέγουν μερικοί ότι ψέματα είναι όλα αυτά, και ότι δεν υπάρχουν τίποτα, ούτε αφορισμένοι, αλλά τα λέγουν διά φοβέρα εις τους ανθρώπους, δι’ αυτό να πάμε, να τους ιδείς ιδίοις όμμασι, να μη πιστεύεις ότι και αν σου λέγουν μετά, διότι και ή Αγία Γραφή λέει, ό οφθαλμός είναι πιστότερος της ακοής…

Και λέγοντας ο Γέροντας τα τοι αυτά, φθάσαμε εις ένα απότομο γκρεμνό, όπου μόνον να τον ιδεί ό άνθρωπος τρομάζει, και μού λέγει,

«εδώ είναι »,

Εγώ δε περιεργαζόμουν να τους ιδώ και τον λέγω

«με κοροϊδεύεις;»

Λοιπόν γέλασε και μού λέγει,

« τί νομίζεις, μήπως είναι κανένας Σταυρός, ή τίποτα Εικόνες για να τους βλέπουν οι άνθρωποι και να κάμνουν τον Σταυρό τους; ενώ έχουν του διαβόλου την μορφή, την οποίαν θα ιδείς και τότε θα πιστέψεις…»

Τότε λοιπόν προσεγγίσαμε εις την απότομη εκείνη χαράδρα και μετά κόπου πολλού, βγήκαμε έξω, και με τα είκοσι νύχια που λέει ο λόγος, ανεβήκαμε πέντε-έξι μέτρα και έπειτα είδα ένα σπήλαιο και εισήλθαμε, και βλέπω εκεί μέσα ένα ελεεινό θέαμα:

Τρεις ανθρώπους ακουμπισμένους εις τον βράχο, όρθιοι, με τα ρούχα, ράσα και ζωστικά, οι οφθαλμοί ανοικτοί, τα μαλλιά και το γένειον και των τριών μακρύ και κατάλευκον, τα πρόσωπα των όπως είναι το χρώμα της φούμας ( μαύρο ), ομοίως και αι χείρες προς τα κάτω, οι δάκτυλοι ολίγον στραμμένοι προς τα μέσα, οι όνυχες των χειρών έως 2-4 πόντους μεγάλοι, των δε ποδιών δεν φαίνονταν, επειδή ήταν καλυμμένα με τις κάλτσες και τα παπούτσια…

Μάλιστα θέλησα να τους ψηλαφήσω να ιδώ αν πραγματικά το σώμα ήτο μαλακό, ή μόνον ξηρό δέρμα και οστά, αλλά δεν μου άφησε ο Γέρων και μου λέγει,

«μη βάλεις εσύ χέρι επί την οργήν του Θεού…»

Εις όλα όμως τα άλλα έβαλα μεγάλη επιμέλεια, μόνον χέρι δεν έβαλα. Και τότε διόλου δεν δείλιασα, τώρα όμως, όταν τους ενθυμηθώ, ταράττεται η ψυχή μου και δεν ημπορώ ούτε να κοιμηθώ ημερόνυκτα ολόκληρα, ούτε να φάγω δύο και τρεις ημέρας, ενώ τότε όπου τους είδα ούτε έβαλα τίποτε εις τον νουν μου…

Γράφω το παρόν, ίδια χειρί εις τας 2 Μαρτίου 1964 εν τη Ιερά Μονή Ξενοφώντος, Γαβριήλ Ιερομόναχος Πνευματικός, από το Ιβηριτικό Κελί «Γεννέσιον του Τιμίου Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου», του επιλεγομένου «Μαλάκι».

(Άγιορειτικόν Έγκόλπιον – Ήμερολόγιον τού έτους 2004)

ΤΑ ΟΙΚΤΡΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΩΝ ΣΥΜΠΡΟΣΕΥΧΩΝ ΜΕ ΑΙΡΕΤΙΚΟΥΣ…

Γι΄ αυτά τα τυμπανιαία και άλιωτα σώματα έχει διασωθεί το παρακάτω τραγικό περιστατικό:

« Κάποτε, μερικοί ημιονηγοί ( μουλαράδες ) ευρισκόμενοι σε ευθυμία και μεθυσμένοι, έβαλαν μεταξύ τους στοίχημα για το ποιος απ΄ όλους τους, ήταν πραγματικά γενναίος…

Το στοίχημα ήταν, ότι όποιος έχει το θάρρος και καταφέρει να πάρει ένα από τα πτώματα αυτά και το φέρει στο μέρος πού πίνανε κρασί και διασκέδαζαν, θα κέρδιζε και ένα ανάλογο ποσόν !

Και πράγματι, βρέθηκε ένας τολμηρός και με το πιστόλι στο χέρι μετέφερε το απαίσιο και ταλαιπωρημένο εκείνο λείψανο κερδίζοντας το στοίχημα…

Η παράδοση αναφέρει ακόμη, ότι ένας προσκυνητής ευαίσθητος προφανώς, πλησιάζοντας και βλέποντας τα κατάμαυρα εκείνα και φουσκωμένα πτώματα, με τα ανακατεμένα μαλλιά, τα γαμψά νύχια, και με τα στόματα ανοικτά όπου μπαινόβγαιναν ποντικοί, τόσο φοβήθηκε πού έπαθε σοκ και ανακοπή της καρδιάς και πέθανε…

Το παραπάνω περιστατικό υπήρξε και η αιτία να απομακρύνουν τους αφορισμένους από τον Νάρθηκα του Κοιμητηρίου και να τους πάνε σε μια σπηλιά κάτω, στην παραλία της Ρουμανικής Σκήτης, κτίζοντας με λιθάρια την πόρτα και κάνοντας αγνώριστο το μέρος όπου και παραμένουν ακόμη…

Αυτά δυστυχώς υπήρξαν τα τραγικά αποτελέσματα συλλειτουργίας και συμπροσευχών Ορθοδόξων και Καθολικών στο Άγιο Όρος…

Σκάναρε και προχώρησε την έρευνα:Έρευνα, Τμήμα Έρευνας Ε.Ο.Ε

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *