Ο ΠΥΡΡΟΣ Α’

στις

Ο Πύρρος Α΄ ή Πύρρος της Ηπείρου ήταν Έλληνας βασιλιάς των Μολοσσών, ελληνικού φύλου που κατοικούσε στην Ήπειρο, καθώς κι ένας από τους σπουδαιότερους ηγεμόνες της πρώιμης ελληνιστικής περιόδου.

Ήταν γιος του βασιλιά Αιακίδη, ο οποίος κυβέρνησε κατά την περίοδο 330 έως 313 π.Χ., και της Φθίας Β’. Θεωρείται κορυφαίος στρατηγικός νους, ένας από τους λαμπρότερους της παγκόσμιας στρατιωτικής ιστορίας. Υπήρξε δε συγγενικό πρόσωπο του έτερου περίφημου στρατηλάτη της αρχαιότητας, Αλεξάνδρου του Μεγάλου, καθώς η γιαγιά του πρώτου, Τρωάδα Α’, ήταν αδερφή της μητέρας του δεύτερου, Ολυμπιάδας. Γεννήθηκε το 318 πΧ και πέθανε το 272 πΧ. 

Τα νεανικά χρόνια του Πύρρου υπήρξαν ιδιαίτερα δύσκολα, καθώς μεγάλωσε μακριά από την πατρογονική του εστία και μέχρι την ηλικία των 17 ετών απώλεσε τα δικαιώματά του στο θρόνο δύο φορές. Ωστόσο αξιοποίησε αυτή την περίοδο συνάπτοντας σχέσεις με τους Διαδόχους του Αλεξάνδρου, εδραιώνοντας τελικά την εξουσία του στην Ήπειρο με τη βοήθεια του Πτολεμαίου. Μέσα στα επόμενα χρόνια είχε συγκεντρώσει τόση δύναμη στα χέρια του ώστε να διεκδικήσει τα εδάφη της Μακεδονίας. Οι φιλοδοξίες του είχαν σε πρώτη φάση άδοξο τέλος. 

Ακολούθησαν οι περίφημες εκστρατείες του στην ιταλική χερσόνησο εναντίον του ανερχόμενου εκείνη την εποχή ρωμαϊκού κράτους. Το όνομά του έχει μείνει στην ιστορία κυρίως χάρη στις συγκεκριμένες επιχειρήσεις. Ο Πύρρος και ο μεγάλος Καρχηδόνιος στρατηλάτης, Αννίβας, συγκαταλέγονται στους σημαντικότερους εχθρούς που κλήθηκε ποτέ να αντιμετωπίσει η Ρωμαϊκή Δημοκρατία. Ο Ηπειρώτης βασιλιάς απείλησε τις ρωμαϊκές βλέψεις για επέκταση και κυριαρχία στο χώρο της νότιας Ιταλίας και της Σικελίας μέσα από μία σειρά νικηφόρων, αλλά αιματηρών συγκρούσεων. Οι πολύνεκρες μάχες της Ηράκλειας, του Άσκλου και του Βενεβέντου κατάφεραν ένα τρομακτικό πλήγμα στον στρατό του, στερώντας έτσι από τον αγέρωχο ηγεμόνα τις δυνατότητες για πραγμάτωση των μεγαλεπήβολων σχεδίων του. 

Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα, η υπέρμετρη φιλοδοξία του τον οδήγησε σε μια δεύτερη κατάκτηση των μακεδονικών εδαφών, αλλά και σε μία εκστρατεία στη νότια Ελλάδα με αποκορύφωμα την πολιορκία της Σπάρτης το 272 π.Χ. Η προσπάθειά του στέφθηκε με αποτυχία, εξαιτίας κυρίως των υπεράνθρωπων προσπαθειών που κατέβαλλαν οι Λακεδαιμόνιοι για να υπερασπιστούν την πατρίδα τους. Η ζωή του Πύρρου έλαβε τέλος στην πόλη του Άργους, όπου και αντιμετώπισε τα στρατεύματα του μεγαλύτερου εχθρού του κατά τα τελευταία εκείνα χρόνια, Αντίγονου Β’ Γονατά. 

Παιδική ηλικία 

Οι συνεχείς πόλεμοι του Αιακίδη (πατέρας του Πύρρου) δυσαρέστησαν τους υπηκόους του, τους Μολοσσούς, οι οποίοι οργάνωσαν κίνημα εναντίον του γύρω στο 316 π.Χ. Ο βασιλιάς οδηγήθηκε στην εξορία, ενώ οι οπαδοί του βρήκαν το θάνατο. Ωστόσο μια ομάδα υποστηρικτών του πήραν νύχτα το μοναχογιό του, τον Πύρρο, και τον φυγάδευσαν από την πρωτεύουσα εν μέσω αντίξοων συνθηκών. Τελικά κατέληξαν στην αυλή του ηγεμόνα των Ταλαυντινών Ιλλυριών, του Γλαυκία, όπου έβαλαν το νήπιο μπροστά του ζητώντας να το προστατέψει. Σε ηλικία 17 ετών κάποιος από τους παιδικούς του φίλους στην Ιλλυρία τον προσκάλεσε στο γάμο του. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού οι πολιτικοί του αντίπαλοι οργάνωσαν κίνημα ενάντια στον Πύρρο, δέσμευσαν την περιουσία του και τοποθέτησαν στο θρόνο το θείο του, Νεοπτόλεμο Γ’. Αναγκασμένος να απομακρυνθεί από την Ήπειρο, ο Πύρρος το 302 π.Χ. κατέφυγε στον Δημήτριο, τον μετέπειτα αποκληθέντα Πολιορκητή, γιο του στρατηγού του Αλεξάνδρου, Αντίγονου του Μονόφθαλμου.  

Ανάκτηση της Ηπείρου 

Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Αίγυπτο, κέρδισε την εκτίμηση του Πτολεμαίου, διακρινόμενος για το χαρακτήρα του και τις καλές του επιδόσεις στον αθλητισμό και το κυνήγι. Παρατηρώντας δε πως ο Πτολεμαίος ανάμεσα στις συζύγους του έδειχνε ιδιαίτερη αδυναμία προς τη Βερενίκη, φρόντισε να κερδίσει την εύνοια και την υποστήριξή της. Οι συμπάθειες που απέκτησε στην αυλή του Πτολεμαίου οδήγησαν το 299 π.Χ. σε γάμο του με την Αντιγόνη, κόρη της Βερενίκης από προηγούμενο γάμο, παρά το ότι υπήρχαν υποψήφιοι από πολλές λαμπρές οικογένειες.  Κατόπιν, ο Πτολεμαίος τον ενίσχυσε με χρήματα και στρατιώτες ώστε να ανακαταλάβει το θρόνο της Ηπείρου. Προς τιμήν του βασιλικού ζεύγους της Αιγύπτου, έδωσε στο γιο του από την Αντιγόνη το όνομα Πτολεμαίος και ίδρυσε μια πόλη στην Ήπειρο, την οποία ονόμασε Βερονικίδα. 

Η επιστροφή του (296 π.Χ.) γέμισε με αισιοδοξία πολλούς από τους υπηκόους του, οι οποίοι είχαν βρει στο πρόσωπο του Νεοπτόλεμου έναν τυραννικό και ανάξιο βασιλιά. Τελικά οι δύο τους ήρθαν σε συμφωνία η οποία προέβλεπε τη συμβασιλεία τους στα εδάφη της Ηπείρου. Εντούτοις, διάφορες πολιτικές φατρίες έσπερναν ζιζάνια στην εύθραυστη αυτή σχέση υποκινώντας τις υποψίες πότε του ενός και πότε του άλλου. 

Η αρχή του τέλους της συμβασιλείας ήταν στην Πασσαρώνα, κατά τη διάρκεια των ετήσιων εορτασμών που λάμβαναν χώρα εκεί. Στις εκδηλώσεις έλαβαν μέρος και οι δύο βασιλείς με την ακολουθία τους, ανταλλάσσοντας δώρα και φιλοφρονήσεις. Κάποιος από τους συμμάχους του Νεοπτόλεμου, ο Γέλων, προσέφερε στον Πύρρο ένα ζευγάρι βόδια για όργωμα. Τα βόδια αυτά ζήτησε από το βασιλιά ο οινοχόος του, Μυρτίλος, αλλά η παράκλησή του δεν εισακούστηκε. Εκμεταλλευόμενος την ευκαιρία, ο Γέλων πήρε κατά μέρος το Μυρτίλο και του πρότεινε να δηλητηριάσει τον Πύρρο. Ωστόσο ο Μυρτίλος αποδείχτηκε πιστός στο βασιλιά του, στον οποίο αποκάλυψε το σχέδιο. Προκειμένου να αποκτήσει περισσότερους μάρτυρες του ειδεχθούς σχεδίου, ο Πύρρος φρόντισε ώστε να μυηθεί δήθεν στην συνωμοσία κι άλλος ένας από τους έμπιστους άνδρες του, ο Αλεξικράτης. 

Από την πλευρά του ο Νεοπτόλεμος, ήταν τόσο σίγουρος ότι όλα πήγαιναν σύμφωνα με το σχέδιο, ώστε δεν μπορούσε να κρατηθεί και αφηγούνταν τα πάντα στους φίλους του. Το ίδιο έπραξε και κάποιο βράδυ αργά στο σπίτι της αδερφής του, Καδμείας. Πίστευε πως κανείς άλλος δεν άκουγε, ωστόσο μια υπηρέτρια, η Φαιναρέτη, προσποιούμενη ότι κοιμάται γυρισμένη προς τον τοίχο, άκουγε τα πάντα προσεκτικά. Την επομένη, χωρίς να την αντιληφθεί κανείς, μετέφερε ό,τι είχε μάθει στην Αντιγόνη, τη σύζυγο του Πύρρου. Ο τελευταίος, αρχικά δεν αντέδρασε στα νέα αυτά, ωστόσο λίγο αργότερα, κάποια ημέρα που γίνονταν θυσίες, προσκάλεσε το Νεοπτόλεμο σε δείπνο και τον θανάτωσε, γνωρίζοντας πως η πράξη του έβρισκε σύμφωνους και τους άλλους ευγενείς. 

Ο Πύρρος, σε μία μάχη, αφαίρεσε τα διακριτικά του από το κράνος του και βασιζόμενος στο άλογό του όρμησε ανάμεσα στους εχθρούς που τον καταδίωκαν. Τότε δέχτηκε χτύπημα από ένα ακόντιο που τρύπησε την πανοπλία του στο θώρακα. Το τραύμα του, ωστόσο δεν ήταν σοβαρό και στράφηκε ενάντια στο στρατιώτη που του είχε επιτεθεί, κάποιον άνδρα από το Άργος, που ήταν γιος μιας φτωχής ηλικιωμένης γυναίκας. Εκείνη είχε καταφύγει στη στέγη ενός οικήματος από όπου είχε θέα της μάχης. Όταν είδε τον κίνδυνο που διέτρεχε ο γιος της, σήκωσε έντρομη ένα κεραμίδι και το εκσφενδόνισε κατά του βασιλιά με τα δύο της χέρια. Ο Πύρρος δέχτηκε το χτύπημα κάτω από το κράνος, με αποτέλεσμα να σπάσουν οι σπόνδυλοι στη βάση του τραχήλου του. Έχασε τις αισθήσεις του και τα χαλινάρια τού έφυγαν από τα χέρια. Έτσι έπεσε ανάμεσα στους μαχόμενους που δεν είχαν αντιληφθεί ποιος είχε πέσει.

Εντούτοις ένας άνδρας με το όνομα Ζώπυρος, ο οποίος υπηρετούσε υπό τις διαταγές του Αντίγονου, μαζί με δύο τρεις άλλους, κατάλαβαν ποιος ήταν και τον έσυραν στο κατώφλι ενός σπιτιού, πάνω στη στιγμή που άρχιζε να ανακτά τις αισθήσεις του. Τα χέρια του Ζώπυρου δίστασαν ελάχιστα μπροστά στο βλέμμα του βασιλιά, παρ’όλα αυτά κατέβηκαν χτυπώντας τον αδέξια στο σαγόνι. Έτσι τον αποκεφάλισε αργά και με δυσκολία. 

Σύζυγοι και παιδιά 

Κατά τον Πλούταρχο ο Πύρρος -παρά την ασχήμια του όπως την περιγράφει ο ιστορικός- παντρεύτηκε τέσσερις γυναίκες. Η πρώτη σύζυγος του Πύρρου, Αντιγόνη, πέθανε το 295 π.Χ. την ίδια χρονιά με τη γέννηση του γιου της. Ίσως αυτό να σημαίνει πως πέθανε στη γέννα ή λίγο αργότερα. Μετά το θάνατό της ο Πύρρος παντρεύτηκε αρκετές φορές, πιθανώς για διπλωματικούς λόγους. Νυμφεύτηκε μια κόρη του Αυδολέοντα, βασιλιά των Παιόνων, επίσης τη Βιρκέννα, κόρη του Βαρδύλλιος, ηγεμόνα των Ιλλυριών. Επίσης τη Λάνασσα, κόρη του τυράννου των Συρακουσών, Αγαθοκλή.  Από την Αντιγόνη απέκτησε όπως προαναφέρθηκε, ένα γιο, τον Πτολεμαίο. Από τη Λάνασσα απέκτησε τον Αλέξανδρο και από τη Βιρκέννα το νεότερο από τους γιους του, τον Έλενο. Τους μεγάλωσε όλους με τέτοιο τρόπο ώστε να γίνουν γενναίοι και ικανοί στα όπλα και ακόνιζε τη φιλοδοξία τους από την παιδική ηλικία.  

Σκάναρε και προχώρησε την έρευνα:Έρευνα, Νίκος Ντουντουλάκης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *