ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗ

στις

Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης, γεννήθηκε το 1782, στο χωριό Μαυροµάτι Καρδίτσης, σε µια σπηλιά. Η Μητέρα του, Ζωή Ακριβού, καταγόταν από την Σκουληκαριά Άρτας, γι’ αυτό και οι Αρτινοί θεωρούν και δικό τους παιδί τον µεγάλο µας στρατηγό. Σε ηλικία µόλις 3 ετών, ο ήρωας µας, έχασε και την Μητέρα του και ο ηγούµενος του Μοναστηριού, τον έδωσε ψυχοπαίδι, σε έναν βοσκό, ονόµατι Πουλιάνα. Μερικά χρόνια µετά, ο µικρός Γιώργος, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το Μαυροµάτι. Αυτό συνέβη, λόγω του γεγονότος πως είχε ξυλοφορτώσει τον γιο του µεγαλύτερου τσέλιγκα του χωριού, Χόρκα και από εκείνη την ηµέρα, όλοι τον αποκαλούσαν «µούλο» «γιο της Καλόγριας» και γενικά του είχανε κάνει τον βίο αβίωτο. Όταν έφυγε, όλοι οι Μαυροµατιανοί, θεώρησαν πως τον είχαν κατασπαράξει λύκοι. Τουναντίον όµως, µετά από πορεία µιας ηµέρας και διανυκτέρευση στην σπηλιά του Λώλου, ο µικρός, είχε φτάσει στο χωριό Γράλιστα, το οποίο σήµερα ονομάζεται Ελληνόπυργος, αφού έτρεψε σε φυγή 6 τσοµπανόσκυλα στις παρυφές των βοσκοτοπιών του εν λόγω χωριού. Χάρη σε αυτό το περιστατικό, ο τσέλιγκας Μαυροδήµος, τον υιοθέτησε και φρόντισε να τον εντάξει οµαλά στην τοπική κοινωνία. Λόγω του αψίκορου χαρακτήρα του, αλλά και του ιδιαίτερα σκούρου δέρµατος του, δύο παλαιοί κλέφτες, ο γέρο Μυλλιάς και ο γέρο Χούτος, τον ονόµασαν Καραϊσκάκη ( Καρά =µαύρος Ίσκα = ανάβει εύκολα ). Λίγο καιρό µετά, ο έφηβος πλέον, είχε συγκροτήσει τον πρώτο του νταϊφά ( κλέφτικη οµάδα ), αποτελούµενο από τον Δρόσο της Κανέλας, τον Σάββα, τον Ζαχαρία, τον Κουτσό – Ζαφείρη (Κοντύτερο το ένα πόδι από γεννησημιού του), τον Κοσµά του Ρουπακιά. Όλοι αυτοί, κάµανε επιδροµή, µέσα στα µαντριά των Τούρκων στο χωριό Φανάρι, δύο φορές µάλιστα και εκτός από τα αμνοερίφια, αρπάξανε και τον οπλισµό των αρβανιτών τσοµπαναραίων. Έξω φρενών ο πασάς των Τρικάλων, έστειλε 1 µήνα µετά 50 επιλέκτους του, να εξολοθρεύσουν τα κλεφτόπουλα, που στο µεταξύ, είχανε γίνει 17, ενώ παγιδεύοντας µια οµάδα Τούρκων που µάζευε ξύλα, είχανε εµπλουτίσει τον οπλισµό τους. Αρχές Οκτωβρίου, οι εχθροί, επέδραμαν στο σπίτι του Ζαχαρία, που σώζεται σήµερα, από δύο κατευθύνσεις: Τον Βραχότοπο του Αγίου Αθανασίου και τον λόγγο της Αγίας Μαρίνας, περικυκλώνοντας το σπίτι. Με θαυµαστή ψυχραιµία, ο νεαρός κλέφτης, παραπλάνησε τους Τουρκαλβανούς. Μερικοί σύντροφοι του, µε θόρυβο, αρχίσανε να πετάνε από την κεντρική είσοδο, χράµια, κουβέρτες και βελέντζες. Οι εχθροί νόμισαν πως γινόταν γιουρούσι από εκεί και συγκεντρώθηκαν στο µπροστινό µέρος και ανοίξανε πύρ. Τότε, οι υπόλοιποι 12 Έλληνες, βγήκαν από πίσω και από την ασφάλεια µιας κοντινής µάντρας, τρέψανε τον εχθρό σε φυγή, αφού σκοτώσανε 11 και τραυµατίσανε περί τους 12. Έπειτα από αυτό, κρίθηκε επικίνδυνο να µείνουνε εκεί, αποχαιρετήτανε το χωριό και τραβήξανε στα Άγραφα. 1 ηµέρα αφού ξεκίνησαν, αντάµωσαν µερικούς τσιγγάνους. Μια γριά τσιγγάνα, εξέτασε την παλάµη του Καπετάνιου και έδωσε µια προφητεία : « Καπετάνιε ’µ συ στον βίο σου θα τρανέψεις ….. θα τρανέψεις πολύ ! Μα σαν θα είσαι από τους τρανούς, ο τρανότερος και ο τιµηµένος, βόλι αδελφικό στον άλλο κόσµο θα σε στείλει …». Λίγο καιρό µετά, ο Καραϊσκάκης, έπεσε στο απόσπασµα που είχε αρχηγό τον περίφηµο Βεληγκέκα. Δείχνοντας πρωτοφανή αυτοθυσία, έδωσε χρόνο στους συντρόφους του να διαφύγουνε, πιάνοντας µονό (!) µετερίζι και τουφεκώντας αδιάκοπα κατά των επελαύνοντων εχθρών. Θα ξανασµίγανε µετά λίγα χρόνια ξανά στου Κατσαντώνη. Ο Βεληγκέκας, τιµώρησε απάνθρωπα το κλεφτόπουλο, µε ανελέητο µαστίγωµα, από το οποίο, ο Καραϊσκάκης,  έµεινε µε µόνιµη φυµατίωση.

   Ακολούθως, τον έστειλε στο µπουντρούµι στα Γιάννενα. Μέσα στην φυλακή, τον ξεχώρισε ο έµπιστος επί των οικονοµικών του Αλή πασά, αλλά στην πραγµατικότητα, φίλος των Ελλήνων, Μάνθος Οικονόµου. Χάρη σε αυτόν, ο ήρωας µας αποφυλακίστηκε και γνώρισε την αυλή του τύρρανου. Εκεί συνδέθηκε µε αδελφική φιλία µε τον Οδυσσέα Ανδρούτσο και εκπαιδεύτηκε στον πόλεμο από σπουδαίους αρµατωλούς, όπως ο Ίσκος, ο Τσόγκας και ο Βαρνακιώτης, ενώ γνώρισε και γιατρούς όπως ο Σακελλαρίου και τον Σταύρο Τσαπαλάµο, πατέρα του ιδρυτή της Εθνικής τραπέζης της Ελλάδος, Γεωργίου Σταύρου, ο οποίος, θεωρείται πως το 1820, όταν ο Αλής πολιορκείτο, δραπέτευσε µε τα κλεµµένα του Αλή και αυτά, ήταν η βάση για την δηµιουργία της τράπεζας.
Γράµµατα στοιχειώδη, έμαθε ο Καραϊσκάκης από τον Αθανάσιο Λιδωρικιώτη, σφραγιδοφύλακα του Αλή. Φιλότιµος ο Καραϊσκάκης, δεν µπορούσε να ζει πλουσιοπάροχα εις βάρος των Ελλήνων και ροβόλησε ξανά για τ ’ Άγραφα, πλάι στον Κατσαντώνη. Είδαµε σε προηγούµενο λήµµα τα κατορθώµατα του εκεί. Μετά την διάλυση της οµάδας, γύρισε µε τους παλιούς πιστούς του στα Γιάννενα, όπου χάρη στην µεσολάβηση του Μάνθου Οικονόµου, ο Αλής τους συγχώρησε, αφού είχε ανάγκη από γενναία ντουφέκια. Λίγο καιρό µετά, ο ήρωας µας, παντρεύτηκε την Γκόλφω Ψαρογιάννη από το σύντεκνο του Βάλτου που είχε γνωρίσει λίγα χρόνια πριν. Στάθηκε µια άξια καπετάνισσα, πιστή σύντροφος και άψογη Μητέρα, γι’ αυτό όταν ο Καραϊσκάκης, µετά χρόνια µεσουρανούσε, είχε πει για την ζωή του :

«Νέος πολύ παντρεύτηκα, ωραία γυναίκα πήρα ζεύκια πολλά ετράβηξα, δόξα µμεγάλη ηύρα και γρόσια εκαζάντζησα όσα µου ήταν χρεία»

Λίγο µετά τον γάμο του, ορκίστηκε στην φιλική εταιρεία. Πήγε σε συνελεύσεις στα Επτάνησα, όπου και τον αναγνώρισαν ως οπλαρχηγό Αγράφων. Η ώρα της λευτεριάς, σίμωνε.

Σκάναρε και προχώρησε την έρευνα:Έρευνα, Βασίλης Δεληβέρης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *