Η ΑΡΑΧΩΒΑ

στις

Η Αράχωβα είναι µια κωµόπολη του νοµού Βοιωτίας µε πληθυσµό 3703 κατοίκους σύµφωνα µε την απογραφή του 2001. Βρίσκεται στις νότιες πλαγιές του Παρνασσού σε δεσπόζουσα θέση, πράγµα που την καθιστά άριστο φυσικό παρατηρήριο .

Βρίσκεται σε υψόµετρο 960, ενώ οι Δελφοί, απέχουν 10 χλµ και η Αθήνα 157. Παµπάλαιο κέντρο εµπορίου, παραδοσιακής υφαντουργίας (Οι αργαλιοί, κάνανε κοµψοτεχνήµατα) και κτηνοτροφίας. Τις τελευταίες δεκαετίες, έχει αναδειχθεί στον δηµοφιλέστερο χειµερινό προορισµό χάρη στο άριστο χιονοδροµικό κέντρο που απέχει 27 χλµ και βρίσκεται σε υψόµετρο 1900.
Η Αράχωβα, κατά την διάρκεια της Επαναστάσεως, υπήρξε θέατρο σηµαντικών συγκρούσεων. Στις 10 Ιουνίου 1823, 4100 τουρκαλβανοί, υπό των Γιουσούφ πασά Βερκόφτσαλη, κάψανε ολοκληρωτικά το χωριό, εκµεταλλευόµενοι την απουσία του Γεωργίου Καραϊσκάκη, ο οποίος νοσηλευότανε µε φυµατίωση στην Ιθάκη.
Παραδόξως, η ενδοξότερη σελίδα του τόπου αυτού, γράφτηκε από τον Καραϊσκάκη, 3 έτη µετά, τον Νοέμβριο του 1826.
Όπως, σηµειώσαµε στο λήµµα της προηγούµενης εβδοµάδος για την Δόµβραινα, ο Καραϊσκάκης, επιχειρούσε να απελευθερώσει την Στερεά, εξοντώνοντας τις τοπικές φρουρές ώστε να εγκλωβιστεί ο Κιουταχής στην Αθήνα και να αναγκαστεί να λύσει την πολιορκία του Ιερού βράχου της Ακροπόλεως, υπερασπιστής του οποίου ήταν ο Ιωάννης Γκούρας.
Έχοντας αφήσει τον Μπούσγο, να κρατά µπλοκαρισµένους τους Τούρκους της Δόµβραινας, ξεκίνησε προς βορράν. Ένα βράδυ, ένα καλογεροπαίδι, ονόµατι Παφνούτιος, σε συνεργασία µε τον αδελφό του Αµβρόσιο σκοτώσανε έναν Αλβανό και τρέξανε στον Καραϊσκάκη. Τον πληροφορήσανε, πως στην Δαύλεια, είχανε φτάσει 3500 τουρκαλβανοί, από την Αταλάντη. Σκόπευαν να επιτεθούν στον Καραϊσκάκη για να τον διώξουν από την Δόµβραινα. Στην είδηση αυτή, ο Έλληνας στρατηγός, κινητοποιήθηκε άµεσα. Έστειλε τον υπαρχηγό του, τον Γαρδικιώτη Γρίβα, να οχυρωθεί στην Αράχοβα µε 250 άνδρες. Λίγη ώρα µετά, ξεκινούσε και ο ίδιος µε άλλους 450 άνδρες και έπαιρνε θέση µάχης στο στενό του Ζεµενού, από όπου θα περνούσανε οι εχθροί. Το αποτέλεσµα ήταν, να παγιδευτούν οι επιτιθέµενοι από τα συνδυασµένα πυρά, στο ύψωµα του Αϊ – Γιώργη. Οι δικοί µας, ολοκλήρωσαν την περικύκλωση στις 22 Νοεµβρίου. Αξίζει να σηµειωθεί, πως οι άντρες του Καραϊσκάκη, ήταν ως επί το πλείστων, επιζήσαντες από την πολιορκία της Ιερής µας Πόλης, του Μεσολογγίου και κατά την διάρκεια της πρώτης µάχης, αναγνώρισαν τους εχθρούς που είχανε κατασφάξει τα γυναικόπαιδα στους πρόποδες του Ζυγού, την βραδιά της εξόδου. Τόσο οι εχθροί, όσο και οι αρχηγοί τους, εθεωρούντο η αφρόκρεµα των µαχητών τους, έτσι αντιλαµβανόµαστε γιατί τους ανετέθη η εξολόθρευση του Καραϊσκάκη.
Από την άλλη, πλην της εκδικήσεως, οι Έλληνες κατανόησαν πως µία νίκη, θα αναπτέρωνε το ηθικό µας και θα καταρράκωνε το τουρκικό. Οι αρχηγοί των Τούρκων, ήταν 4 Αλβανοί. Ο Μουσταφά µπέης, αρχηγός του ιππικού στην πολιορκία του Μεσολογγίου. Ο αδελφός του, Καριοφίλ µπέης, αρχηγός του αλβανικού πεζικού. Ο θείος τους Κεχαγιά µπέης και ο γιός του Ελζά µπέης, επιτελείς του Κιουταχή.
Κατά την διάρκεια των µαχών, ο Καραϊσκάκης, λόγω του ριψοκίνδυνου χαρακτήρα του, λίγο έλειψε να σκοτωθεί, αλλά τον γλίτωσε ένα παλικάρι, ο Μάραθος Κοµποτάς. Σε ανάµνηση, ο Καραϊσκάκης, του χάρισε ένα ζευγάρι µαλαµατένιες κουµπούρες. Από αυτό, αντιλαµβανόµαστε τον λόγο που ο Καραϊσκάκης, ήταν σαν Πατέρας για τους στρατιώτες του, αφού πήγαινε στην φωτιά µέσα και επιβράβευε τα παλικάρια. Την δεύτερη ηµέρα της µάχης, το βόλι του Αραχωβίτη Στεργίου, πλήγωσε θανάσιμα τον Μουσταφά µπέη, ο οποίος ξεψύχησε την τρίτη ηµέρα. Έχοντας ναυαγήσει το χαρτί των διαπραγµατεύσεων,µιας και ο Έλληνας Στρατάρχης, απαίτησε την παράδοση όλου του εξοπλισµού και αφού οι ενισχύσεις που έστειλε ο Κιουταχής από την Αθήνα, συνετρίβησαν σε Ελικώνα και Κιθαιρώνα, οι Αλβανοί, κάνανε βραδινό γιουρούσι. Τα παλικάρια µας όµως τους περίµεναν και τους αφάνισαν.
Σε αυτό συνετέλεσε και ένα θαύµα. Ενώ, τις προηγούµενες ημέρες, ο Κατεβατός, ο παγερός αέρας του Παρνασσού, είχε κοπάσει, εκείνη την βραδιά, σηκώθηκε απότοµα µε µανία πρωτόγνωρη, σε σηµείο να νοµίζουν πως ταρακουνιέται το βουνό. Οι εχθροί, δεν γνωρίζανε προς τα πού να πάνε και πολλοί χάσανε την ζωή τους, πέφτοντας σε γκρεµούς. Ακόµα, πολλοί πολεµιστές και ντόπιοι άµαχοι, βεβαίωναν πως στην αντάρα, φαινότανε ο Άγιος Γεώργιος, καβάλα στο άλογο, να παρακινεί τα παλικάρια µας, θρυλείται δε πως εξαιτίας αυτού του γεγονότος, ο εν λόγω Άγιος, ανακηρύχθηκε προστάτης του πεζικού µας. Το αποτέλεσµα της µάχης, ήταν από τις 3500 εχθρών, µόνο 18 να σωθούνε. Από τους αρχηγούς τους, µόνο ο Καριοφίλ µπέης γλίτωσε, εξαιτίας µιας αποτρόπαιας πράξεως του, που καταδεικνύει την ευγένεια των πολεµιστών µας. Πέταξε το κεφάλι του αδελφού του, αδιαφορώντας αν το ντροπιάσουνε οι εχθροί, για να βρεί χρόνο να διαφύγει.
Ο Έλληνας, ΠΟΤΕ δεν εγκατέλειπε. Εν κατακλείδι, όταν οι Τούρκοι της Δόµβραινας, µάθανε για την µάχη αυτή, εγκαταλείψανε τις θέσεις τους. Ο Καραϊσκάκης, µετά την µάχη, για εκδίκηση, προχώρησε σε µια µίµηση των συµβάντων του Μεσολογγίου. Με τα κεφάλια των νεκρών, έφτιαξε 3 πυραµίδες, βάζοντας στην κορυφή, τους αρχηγούς του, ενώ χάραξε και µια επιγραφή : «Τρόπαιον των Ελλήνων κατά των βαρβάρων οθωµανών ανεγερθέν κατά το 1826 έτος, Νοεµβρίου 24 εν Αράχωβα». Επιπλέον, σκαρώθηκε και το εξής τραγούδι στο γλέντι που ακολούθησε.

Απάνω στην Αράχωβα, ψηλά στον Αϊ Γιώργη
Πολλά ντουφέκια πέφτουνε και σαµατάς µεγάλος
Μήνε σε γάµο πέφτουνε,µήνε σε πανηγύρι
Πόλεμος γίνεται εκεί και σκοτωμός μεγάλος
Έλληνες ειν ’ που πολεµάν µε τον Καραϊσκάκη
Με τούρκους πώχουν αρχηγό αυτόνε τον µουστά µπέη …

Από την άλλη το κάτωθι δίστιχο, φανερώνει την οδύνη των εχθρών

Ώ Μουστα µπέου ώ τ ’ Αλαµάνε
Ώ κεν τα ’ Αράχωβα, σούµα καπετάνε

Σήµερα, σε ανάµνηση, αυτής της µάχης, και για τρεις  ηµέρες την Μεγάλη Εβδοµάδα, φουστανελοφόροι γέροι, πηγαίνουν στο Κανόνι του Καραϊσκάκη, αναµνηστικό της µάχης, εκεί που ο αρχιστράτηγος είχε την σκηνή του και ροβολάνε το βουνό, µιµούµενοι την έφοδο των Ελλήνων.

Σκάναρε και προχώρησε την έρευνα:Έρευνα, Βασίλης Δεληβέρης


    

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *