ΚΟΣΜΟΓΟΝΙΑ

στις

ΚΟΣΜΟΓΟΝΙΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ 

Με τον όρο κοσμογονία, (κόσμος+γέγονα) εννοείται στη φιλοσοφία μια θεωρία προέλευσης του σύμπαντος, είτε θρησκευτικού, μυθικού, είτε επιστημονικού χαρακτήρα. Στη μυθολογία ειδικότερα ο όρος γίνεται κατανοητός ως μυθική αφήγηση ή σώμα μύθων που σχετίζεται με τη δημιουργία του σύμπαντος. Διαφέρει από την επιστήμη της κοσμολογίας, ως προς το γεγονός ότι η δεύτερη στοχεύει στην κατανόηση της φυσικής συγκρότησης του σύμπαντος και των νόμων που το κυβερνούν. 

Κεντρικό θέμα της κοσμογονίας είναι ο κοσμογονικός μύθος ή εναλλακτικά μύθος της δημιουργίας. Ο κοσμογονικός μύθος -όσον αφορά στα μυθολογικά και θρησκευτικά του συμφραζόμενα – ερμηνεύει την απαρχή του σύμπαντος ως εσκεμμένη πράξη δημιουργίας ενός υπέρτατου όντος. Η επέκταση του όρου πέρα από το μαγικο θρησκευτικό και μυθολογικό εννοιολογικό του πλαίσιο εισάγει στη γενική χρήση της έννοιας μη θρησκευτικές ή μυθογενείς θεωρίες που στηρίζονται στη σύγχρονη επιστήμη ή τη φιλοσοφία. Η θεωρία της πανσπερμίας, η Μεγάλη έκρηξη και η εξελικτική θεωρία εμπίπτουν σε αυτή την κατηγορία κοσμογονικών ερμηνειών, που ξεφεύγουν από τα όρια της επικράτειας του μύθου και περνούν στα όρια της επικράτειας του  φυσικού σύμπαντος. 

Ο κοσμογονικός μύθος είναι μια κοσμογονία, μια ιστορία που περιγράφει την προέλευση του κόσμου. Ασχολείται με τη δημιουργία του κόσμου και των ανθρώπινων όντων. Όλοι οι πολιτισμοί διαθέτουν δικούς τους κοσμογονικούς μύθους, που στην προκειμένη περίπτωση αντανακλούν όχι μόνο την αντίληψη ενός δεδομένου πολιτισμού και της κοινωνίας του για τον περιβάλλοντα κόσμο και το νόημά του, αλλά υποδεικνύουν επίσης τις βασικές προτεραιότητές του. 

Οι κοσμογονικοί μύθοι είναι αιτιολογικοί ως προς τη φύση τους και “ερμηνεύουν” τον κόσμο της προεπιστημονικής εποχής -το πώς διαμορφώθηκε δηλαδή ο κόσμος και από πού προήλθαν οι άνθρωποι. Αν και κάθε κοσμογονικός μύθος απεικονίζει τις αντιλήψεις ενός μεμονωμένου πολιτισμού, υπάρχουν βασικά πρότυπα βάσει των οποίων μπορούμε να συγκρίνουμε τους διάφορους κοσμογονικούς μύθους, λαμβάνοντας ωστόσο υπ’ όψη μας τις περιβαλλοντικές ιδιαιτερότητες και τις ιστορικές συγκυρίες που οδήγησαν στην προβολή διαφορετικών διαφορετικών χαρακτηριστικών του μύθου. Τούτο γιατί ο μύθος σαφώς εμπλέκεται σε ό,τι ορίζουμε ως ιστορική περίοδο και παραμένει κινητήρια δύναμη σε πολλαπλές κοινωνικές και θρησκευτικές αντιλήψεις. 

Κεντρικά πρότυπα μυθολογικού συγκρητισμού σε ό,τι αφορά στον κοσμογονικό μύθο θεωρούνται από τις μυθολόγους αφηγήσεις για τον Κατακλυσμό, ο δημιουργός, το πρώτο ζεύγος, ο αγώνας ανάμεσα στο χάος και τη μορφή. Στους μύθους της δημιουργίας το τίποτα γίνεται κάτι, το χάος γίνεται κόσμος που μπαίνει σε τάξη από τον Λόγο — τη δύναμη που διευθετεί το σύμπαν. Επίσης απαντάται συχνά το πρότυπο της δημιουργίας από ένα κοσμικό αυγό ή από τα κοσμικά ύδατα. Σε όλες τις περιπτώσεις οι μύθοι διαφοροποιούνται στην αφηγηματική τους εξέλιξη, ερμηνεύοντας ή αναλύοντας με διαφορετικό τρόπο το ίδιο κεντρικό αρχέτυπο. 

 

Το ουσιαστικό μεταφυσικό ερώτημα που επιδιώκουν να απαντήσουν οι κοσμογονικοί μύθοι είναι αυτό της προέλευσης. Η εμφάνιση της ημέρας από τη νύχτα, η ανάπτυξη των φυτών από τους σπόρους, η προέλευση του καιρού και οι εποχές, όλα αυτά φαίνεται πως προκαλούσαν ερωτηματικά στον πρωτόγονο νου σχετικά με την πηγή των φαινομένων. Η ανάγκη για περιγραφή αυτής της προέλευσης φαίνεται πως διαμόρφωσε τους κοσμογονικούς μύθους, προσαρμόζοντάς τους στην ανθρώπινη μορφή. 

Η κεντρική ανθρωπομορφική εικόνα στους περισσότερους καταγεγραμμένους μύθους της δημιουργίας είναι αυτή της ανθρώπινης γέννησης. Πρόκειται για τον πλέον διαδεδομένο ανθρωπομορφισμό των βασικών αρχών ή των δυνάμεων της δημιουργίας στη σύλληψη των αρχέγονων γονέων, αρσενικού και θηλυκού. Στον κλασικό ελληνικό μύθο του Ησίοδου, η γήινη μητέρα, Γαία, γονιμοποιείται από τον ουράνιο πατέρα, τον Ουρανό, και γεννά τον Κρόνο, ο οποίος θανατώνει στη σειρά διαδοχής τον πατέρα του και ενώνεται με τη μητέρα του για να σπείρει μια φυλή γιγάντων, τα πρώτα θνητά όντα στον κόσμο. Το φύλο της γης και του ουρανού αντιστρέφεται στον αιγυπτιακό κοσμογονικό μύθο, ο όποιος απεικονίζει την Νουτ να υψώνεται πάνω από τον γήινο θεό Γκεμπ  πως ουράνια προστάτιδα του συζύγου της. 

Ο Ησίοδος στη Θεογονία tου μας παρέχει πλήθος πληροφοριών για τους θεούς και τις άλλες θεϊκές ή μυθικές οντότητες του ελληνικού δωδεκάθεου,  “γενεαλογικά δένδρα”, ερμηνείες και εξηγήσεις μ’ ένα τέτοιο “επιστημονικό τρόπο” που ξεχνάς ότι πρόκειται για μια μυθολογική προσέγγιση και αφοσιώνεσαι στην αφήγησή του. Σημαντικές πληροφορίες μας παρέχει επίσης και ο Όμηρος στην Ηλιάδα και στην Οδύσσεια και μάλιστα, πάρα πολλά στοιχεία κυρίως για τις σχέσεις μεταξύ των θεών του Ολύμπου. Γενικά, σαν θέμα η Κοσμογονία και η Θεογονία φαίνεται πως ήταν ένα πολύ αγαπητό θέμα για τους αρχαίους και αυτό φαίνεται τελικά και από τις απόψεις πολλών φιλοσόφων και σοφών που ασχολήθηκαν μ’ αυτό, μέσα από το πέρασμα των αιώνων.

Για μας τους νεότερους, όλα αυτά είναι απλά ένας Μύθος, ένα παραμύθι, που όμως μέσα του κρύβει όλο το μεγαλείο και τη λαμπρότητα του ελληνικού πνεύματος, τις αντιλήψεις του και τις κοσμοθεωρίες των προγόνων μας. Οι αρχαίοι Έλληνες πρώτοι – και ίσως οι μόνοι – έπλασαν τους θεούς τους στα δικά τους μέτρα. Τους απέδωσαν μεν υπερφυσικές δυνάμεις και την κυριαρχία των στοιχείων και της φύσης, αλλά παράλληλα τους “κόσμησαν” και με ανθρώπινα ελαττώματα, ανάγκες και αρετές. Οι θεοί τους είχαν ανθρώπινη μορφή ενώ όλα τα “τέρατα” τελικά είτε κλείστηκαν στα έγκατα της γης (στον Τάρταρο, θάφτηκαν κάτω από βουνά, κλπ) είτε εξοντώθηκαν από τους ίδιους τους θεούς και -αργότερα- από τους Ήρωες των αρχαίων. Οι ελληνικοί θεοί δεν ζητούν ανθρωποθυσίες. Αναμειγνύονται με τους ανθρώπους, ζουν μαζί τους, πολεμούν μαζί τους, γλεντούν μαζί τους, τους βοηθούν ή τους τιμωρούν, όμως, δεν ελέγχουν -δεν αποφασίζουν- τη μοίρα τους. Ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός είναι στη πραγματικότητα ένας ορθολογικός και απόλυτα ανθρωποκεντρικός πολιτισμός. Χρειάζεται μεν τους θεούς για να συμπληρώσει το “μεταφυσικό κενό” της ανθρώπινης φύσης αλλά ταυτόχρονα φροντίζει να κρατάει τους θεούς μακριά, στον Όλυμπο, άλλοτε σαν συμμάχους και βοηθούς κι άλλοτε σαν πολέμιους ή αδιάφορους στο ανθρώπινο δράμα. 

Ελληνική  Μυθολογία Κοσμογονία 

Η Γαία (εδώ φανερώνεται η γεωκεντρική σκέψη των αρχαίων λαών) κείτονταν μέσα στο απέραντο Χάος και, μετά τη γέννηση του Αιθέρα και της Ημέρας, γέννησε κι αυτή, χωρίς να μεσολαβήσει κάποιος ερωτικός πόθος, τον Ουρανό, τα Όρη και τον Πόντο. Ο Ουρανός ήταν μεγαλύτερος απ’ αυτήν, την περιέβαλλε ολόκληρη και μέσα στον απέραντο θόλο του περιέκλειε όλο το αστρικό σύμπαν. Ήταν πανέμορφος, θεόρατος και καταγάλανος· τόσο πολύ γοητεύτηκε η Γαία από τον πρώτο της γιο, που τον ερωτεύτηκε και έσμιξε με το τεράστιο κορμί του. Από την ένωση αυτή προήλθαν αμέτρητοι θεοί… 

Αφού πέρασε αρκετός καιρός από τη γέννηση του Ουρανού, η Γαία άρχισε πάλι να κυοφορεί, αλλά αυτή τη φορά τρανταζόταν ολόκληρη, μέχρις ότου ξεφύτρωσαν στην επιφάνειά της τεράστιοι γίγαντες, απέραντοι και αχανείς με αλλοπρόσαλλα κορμιά, τα τρομερά Όρη. Η Γη ποτέ σε συμπάθησε τα παιδιά της αυτά που τόσο την ταλαιπώρησαν μέχρι να γεννηθούν, ήταν όμως αναγκασμένη να ζήσει για πάντα μαζί τους και να τα ανέχεται, μια και από τη γέννησή τους ήταν προσκολλημένα πάνω στο τεράστιο σώμα της. Κάθε φορά που προσπαθούσε να τα διώξει από πάνω της φρικτοί πόνοι τη βασάνιζαν… 

Λίγο αργότερα η Γαία ένιωσε πάλι κάτι να σαλεύει μέσα στα σπλάχνα της, αλλά η εγκυμοσύνη ήταν γλυκιά και χωρίς πόνους. Έτσι γεννήθηκε ο απέραντος Πόντος, που αμέσως ξεχύθηκε και περιέβαλε τη Γαία δροσίζοντάς την και κάνοντάς την ομορφότερη καθώς την κάλυπτε με το καταγάλανο σώμα του. Ο Πόντος την έκλεινε μέσα στα τεράστια μπράτσα του και η Γαία ήταν χαρούμενη και περήφανη για το νέο γιο της· ήταν πανέμορφος, ορμητικός και παντοδύναμος, άλλοτε ήρεμος και γαλήνιος και άλλοτε αφρισμένος και ταραγμένος από τα τεράστια κύματα. Μετά την ήττα του Ουρανού από τον Κρόνο η Γαία έσμιξε και μ’ αυτόν, γεννώντας καινούργιους απογόνους. 

Το κατάμαυρο και απέραντο Χάος γέννησε – χωρίς τη μεσολάβηση ερωτικής μίξης – το Έρεβος και τη Νύχτα, τα οποία με τη σειρά τους, γέννησαν, με τη συνουσία τους, τον Αιθέρα και την Ημέρα. Ο Αιθέρας, που γεννήθηκε πρώτος, ήταν αστραφτερός και λαμπερός, με διάφανες φτερούγες, ακτινοβολώντας το θείο φως του προς όλες τις κατευθύνσεις· χαμογελαστός και πανέμορφος, με τεράστιο σώμα, αλλά με αρμονικά μέλη και κατάλευκο δέρμα, άπλωσε. τα τεράστια σκέλη του σ’ ολόκληρο το σύμπαν και σκόρπισε τη λάμψη του στο θεοσκότεινο Χάος. Ο Αιθέρας συμβόλιζε το πάνω μέρος της ατμόσφαιρας, που αποτελεί το καθαρότερο μέρος του αέρα. Η Ημέρα, λαμπρή, κατάξανθη, πανώρια κόρη με κατάλευκες φτερούγες, έριξε αμέσως το αστραποβόλο βλέμμα της στον Αιθέρα και του χαμογέλασε: αυτός, μόλις αντίκρισε ένα παρόμοιο μ’ αυτόν και φωτεινό πλάσμα, χάρηκε πάρα πολύ. Τα δυο αδέρφια χαρούμενα και παιχνιδιάρικα έφεραν την ευτυχία μέσα στον κόσμο και, κυρίως, στη Γη· έπαιζαν και κυνηγιόνταν μέσα στο απέραντο σύμπαν, κρύβονταν πίσω από τους τεράστιους μετεωρίτες, ενώ συχνά, νευρίαζαν με τις σκανταλιές και τις φασαρίες τους, τους γερασμένους γονείς τους, που κατά βάθος όμως καμάρωναν για τα ολόλαμπρα παιδιά τους. 

Από τα σκοτεινά σπλάχνα της Νύχτας γεννήθηκαν και άλλα παιδιά, τα οποία ήταν πολύ σημαντικά στη ζωή των θεών και των ανθρώπων, από την κακή, κυρίως, έννοια. Ανάμεσά τους η Απάτη, το Γέρας, η Έριδα (Φιλονικία), οι 4 Εσπερίδες, ο Κηρ (Δυστύχημα), οι Κήρες (Δυστυχία), οι 3 Μοίρες, οι Μόρος (Πεπρωμένο) ο Μώμος (Χλευασμός), η Νέμεσις (Τιμωρία), η Οιζύς (Αθλιότητα), τα Όνειρα, η Φιλότης (Ερωτική Απόλαυση) και τα δίδυμα αδέλφια, Ύπνος και Θάνατος. Η μεγάλη σχέση των τελευταίων μαρτυρείται και μετέπειτα, στο δημοτικό τραγούδι. 

Η Νέμεσις ήταν η θεία Δίκη, την οποία αντικατέστησε, στα νεότερα χρόνια η Θέμιδα, ενώ η Απάτη ήταν η δολοπλόκα θεά που κυρίευε τους ανθρώπους και τους οδηγούσε σε άνομες πράξεις και απατεωνιές. Η καβγατζού Έριδα έσπερνε τη διχόνοια ανάμεσα σε θεούς και σε ανθρώπους. Οι Εσπερίδες ήταν 4 (Αίγλη, Αρέθουσα, Ερύθεια και Εστία) νύμφες και, με τη βοήθεια του Λάδωνα, ενός δράκου με 100 κεφάλια, φύλαγαν τα χρυσά μήλα του κήπου τους, τα οποία χάρισε ως γαμήλιο δώρο η Γαία στην Ήρα. Τέλος, οι 3 Μοίρες (Άτροπος, Κλωθώ και Λάχεσις) έμεναν στον Παρνασσό και έκαναν η κάθε μια διαφορετική δουλειά, καθορίζοντας το πεπρωμένο και τη ζωή του κάθε θνητού και αθάνατου: η μεγαλύτερη, η Κλωθώ, κρατούσε μια ρόκα και έκλωθε μ’ αυτήν τη μοίρα των ανθρώπων· για τους θεούς υπήρχε η Ειμαρμένη (Μοίρα), άλλη ονομασία του Μόρου. Η Λάχεσις κρατούσε αδράχτι και τύλιγε σ’ αυτό το νήμα της ζωής των ανθρώπων, καθορίζοντας το τι θα απολάμβαναν και τι θα πάθαιναν στη ζωή τους. Τέλος η νεότερη, Άτροπος, κρατούσε ψαλίδι και έκοβε το νήμα της ζωής, με βάση τον καθορισμό που γινόταν από τον αδελφό της, Μόρο. Σύμφωνα με ένα άλλο μύθο, οι Μοίρες ήταν παιδιά του Δία και της Θέμιδος και ζούσαν στον Όλυμπο ή τον Άδη. 

Τα τρομερά παιδιά της Έριδας, που κι αυτά δημιουργήθηκαν χωρίς την επέμβαση θεϊκού σπέρματος, ήταν τα Άλγη (Λύπες), οι Αμφιλογίες (Διαφωνίες), οι Ανδροκτασίες (Ανθρωποκτονίες), η Άτη (Λοιμός), η Δυσνομία, η Λήθη (Λησμονιά), ο Λιμός (Πείνα), οι Λόγοι (Φήμες), οι Μάχες, τα Νείκεα (Πειράγματα), ο Όρκος, ο Πόνος, οι Υσμίνες (Συμπλοκές), οι Φόνοι και τα Ψεύδεα (Ψέματα), που τόσο πολύ ταλαιπωρούν τους θνητούς στη διάρκεια της ζωής τους, αλλά και τους ίδιους τους θεούς. 

Σκάναρε και προχώρησε την έρευνα:Έρευνα, Σουζάνα Μπάκα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *