ΜΥΘΟΛΟΓΙΚΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ: Η ΑΡΓΟΝΑΥΤΙΚΗ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ

στις

Ο πρώτος μυθολογικός πόλεμος που θα αναφέρουμε , μάλλον θυμίζει ταξίδι αναζήτησης αλλά αυτό δεν είναι ακριβός αλήθεια καθώς στην διάρκεια του ταξιδιού αυτού, υπήρξαν αρκετοί πόλεμοι μεταξύ των αργοναυτών και πολλών λαών που μπαρκάρισαν.

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή, ποιος ο λόγος που έγινε η Αργοναυτική εκστρατεία.

Στην Ιωλκό βασιλιάς ήταν ο Πατέρας του Ιάσονα, ο Αίσονας , όμως ο αδελφός του ο Πελίας μετά από πολλά χρονιά με στρατό που είχε μαζέψει πηρέ τον θρόνο από τον αδελφό του τον Αίσονα με την βία, ο Αίσονας κατάφερε να στείλει τον γιο στον Γνωστό δάσκαλο Χείρωνα που ήταν Κένταυρος. Ο Ιάσονας μεγάλωσε, έμαθε τι πραγματικά συνέβη, και ξεκίνησε για την Ιωλκό με σκοπό να διεκδικήσει τον θρόνο από τον θείο τον Πελία. Στον δρόμο για την Ιωλκό, υπήρξε μια γριούλα η όποια δεν μπορούσε να περάσει το ποτάμι και ζήτησε από τον νεαρό Ιάσονα να την περάσει ο νεαρός Πρίγκιπάς την πέρασε αλλά έχασε το ένα του σανδάλι και η γριούλα εξαφανίστηκε, η οποία στην πραγματικότητα ήταν η Θεά Ήρα. Φτάνοντας στην πόλη ο Ιάσονας συνελήφθη από τους στρατιώτες του Πελία και οδηγήθηκε στον θείο χωρίς αυτόν να ξέρει ποιος, ο Ιάσονας του εξήγησε ποιος είναι και του ζήτησε τον θρόνο όμως ο Πελίας του είπε, ότι για του δώσει τον θρόνο θα πρέπει να του φέρει το Χρυσόμαλλο Δέρας που το κατείχε ο Βασιλιάς της Κολχίδας, Ο Αιήτης.

Ο Ιάσονας λοιπόν, δεν μπορούσε παρά να αποδεχτεί να επιχειρήσει αυτόν τον άθλο, ώστε να αποδείξει την αξία του και στο λαό της Ιωλκού. Αρχικά έπρεπε να σκαρώσει ένα καράβι και να βρει συντρόφους που θα τον συνόδευαν στο μακρύ ταξίδι στην Κολχίδα. Ωστόσο σ ’αυτό το τελευταίο δεν είχε καθόλου πρόβλημα αφού μόλις έστειλε κήρυκες σε όλη την επικράτεια, όλοι οι νέοι Έλληνες ήρωες έτρεξαν στο κάλεσμα του Ιάσονα. Η ίδια η θεά Αθηνά τους έμαθε την τέχνη να συναρμολογήσουν τα κομμάτια για ένα μεγάλο και γερό καράβι. Τους έδωσε μάλιστα και ένα θαυμάσιο κομμάτι ξύλο για να φτιάξουν την πλώρη: από την θαυματουργή βελανιδιά της Δωδώνης, που με τη μεσολάβηση του Δία έδινε χρησμούς. Εκείνο το κομμάτι του ξύλου είχε το χάρισμα του λόγου. Το καράβι το ονόμασαν «Αργώ» προς τιμήν του Άργου που ήταν ο υπεύθυνος για την κατασκευή του και σήμαινε λαμπρό, φωτεινό. Η Αργώ πρωτομπήκε στα νερά του λιμανιού των Παγασών. Η επίσημη θυσία έδωσε ευοίωνες προβλέψεις. Κι άρχισε τότε ένα μεγάλο ταξίδι, από νησί σε νησί, από σκάλα σε σκάλα, ταξίδι αβέβαιο, γεμάτο λοξοδρομίες, γιατί ο Ιάσονας και το πλήρωμά του δεν γνώριζαν με σιγουριά ποιο δρόμο έπρεπε να ακολουθήσουν.
Οι σύντροφοι του Ιάσονα, οι Αργοναύτες ήταν όλοι τους ξακουστοί ήρωες. Ανάμεσά τους ήταν ο Ηρακλής, ο Θησέας, οι Διόσκουροι της Σπάρτης Κάστορας και Πολυδεύκης, οι Διόσκουροι της Μεσσηνίας Ίδας και Λυγκέας, ο Αγκαίος και η Αταλάντη από την Αρκαδία, ο Μελέαγρος, ο Ίδμωνας και ο Μόψος που ήταν και οι δύο μάντεις, οι γιοι του Αιακού Πηλέας και Τελαμώνας, ο Τίφυς, ο Αλκαίος, ο Ασκληπιός, τα δύο φτερωτά παιδιά του Βορέα από τη Θράκη ο Ζήτης και ο Κάλαης, ο πατέρας του Οδυσσέα Λαέρτης από την Ιθάκη, ο Ορφέας με τη μαγική του λύρα, ο Άδμητος, ο Φάληρος από την Αθήνα, ο Ίφυτος, ο Νέστωρας, ο Γλαύκος, ο Ύλας, ο Άργος που λέγεται ότι ήταν γιος του Φρίξου και άλλοι πολλοί, πενήντα στον αριθμό, όσα και τα κουπιά της Αργώς.

Μετά από μέρες ταξιδιού οι Αργοναύτες έφτασαν στη Λήμνο, όπου έμειναν κάμποσο διάστημα. Εκεί τους καλοδέχτηκαν οι γυναίκες του νησιού, που πριν από μερικά χρόνια είχαν σκοτώσει όλους τους άντρες του νησιού, επειδή εκείνοι τις κακομεταχειρίζονταν. Πάσχιζαν οι γυναίκες της Λήμνου και η πανέμορφη βασίλισσά τους Υψιπύλη να κρατήσουν τους Αργοναύτες στο νησί, όμως εκείνοι αποφάσισαν να συνεχίσουν το ταξίδι τους.

Ύστερα από ημέρες έφτασαν εκεί που ζούσαν οι Δολίονες, στην Κυζίκη της Προποντίδας. Εκεί ο βασιλιάς Κύζικος τους έκανε σπουδαίο τραπέζι και την επόμενη νύχτα οι Αργοναύτες σήκωσαν την άγκυρα για να φύγουν. Όμως σηκώθηκε τέτοια πυκνή καταχνιά που παρόλο που ταξίδευαν για πολλές ώρες νομίζοντας ότι απομακρύνθηκαν, εκείνοι έχασαν τον προσανατολισμό τους και χωρίς να το αντιληφθούν
επέστρεψαν και πάλι στην Κυζίκη. Μέσα στο σκοτάδι οι Δολίονες δεν κατάλαβαν ότι επέστρεψαν οι Αργοναύτες, πίστεψαν ότι δέχονταν επίθεση από πειρατές και άρχισαν την μάχη. Ο Κύζικος πολέμησε με γενναιότητα για να προστατέψει τον λαό του. Κάποια στιγμή μέσα στο σκοτάδι βρέθηκε αντιμέτωπος με τον Ιάσονα ο οποίος καθώς ήτανε πιο επιδέξιος στο ξίφος τον σώριασε κάτω νεκρό. Όταν η ομίχλη διαλύθηκε, αποκαλύφθηκε το τραγικό λάθος που είχε συμβεί. Όλοι τους θρηνήσανε και περισσότερο απαρηγόρητος ο Ιάσονας που έγινε άθελά του αιτία να σκοτωθεί ο γενναίος βασιλιάς. Ο Ιάσονας έκανε μεγαλόπρεπη κηδεία στο νεκρό Κύζικο. Τρεις ημέρες οι Αργοναύτες θρήνησαν, όπως απαιτούσε το έθιμο, για να τιμήσουν τον βασιλιά και τέλειωσαν με επικήδειους αγώνες.

Την άλλη μέρα, σηκώθηκε μεγάλη φουρτούνα. Κι αντί να πιάσει λιμάνι στο Βόσπορο, η Αργώ αναγκάστηκε να αράξει σε θρακικό ακρογιάλι. Έτσι βρέθηκαν στη χώρα του τυφλού μάντη Φινέα. Ο δύστυχος ήταν γιος του Ποσειδώνα κι είχε πάνω του μια βαριά κατάρα: κάθε φορά που φέρνανε μπροστά του τραπέζι με φαγητά ορμούσαν οι Άρπυιες, φριχτά πουλιά με γυναικείο κεφάλι, που έπαιρναν ότι μπορούσαν να σηκώσουν και λέρωναν όσα έμεναν με κάθε τρόπο. Έτσι ο Φινέας κόντευε πια να πεθάνει της πείνας. Οι Αργοναύτες τον λυπήθηκαν. Οι γιοί του Βοριά, ο Ζήτης και ο Κάλαης, που είχανε φτερά δώρο του πατέρα τους, παραμόνευαν. Και μόλις έφτασαν οι Άρπυιες, όρμησαν και τις πήραν στο κυνήγι μέχρι που τις εξάντλησαν και κατάφεραν να τις αιχμαλωτίσουν. Έτσι τις ανάγκασαν να υποσχεθούν ότι δεν θα ξαναενοχλούσαν τον Φινέα. Ο Φινέας γεμάτος ευγνωμοσύνη είπε στους Αργοναύτες: «Σε λίγο θα ανταμώσετε στο δρόμο σας δύο μεγάλα σκοτεινά και ψηλά βράχια. Είναι δύο πλεούμενες πέτρες. Από το γαλαζωπό τους χρώμα τις λένε Κυάνειες αλλά τις λένε και Συμπληγάδες Πέτρες γιατί μόλις κάνει να περάσει ανάμεσά τους πλεούμενο, πέφτουνε με ορμή η μία πάνω στην άλλη και το τσακίζουν αλύπητα. Δεν ξέρω, πρόσθεσε αν οι Μοίρες θα σας αφήσουν να περάσετε αυτό το εμπόδιο μα μπορείτε εύκολα να το νικήσετε. Να έχετε μαζί σας ένα περιστέρι. Κι όταν φτάσετε κοντά στις Συμπληγάδες, αμολήστε το να περάσει ολόισα μπροστά τους. Αν καταφέρει να περάσει αλώβητο, αυτό θα είναι σημάδι ότι δεν θα κινδυνέψετε. Μα αν τυχόν οι Συμπληγάδες το συνθλίψουν τότε παρατήστε τον σκοπό σας, γιατί οι Μοίρες δεν θα θέλουν να περάσετε»..

Έχοντας μια τόσο ακριβή συμβουλή, οι Αργοναύτες έφτασαν σε λίγο στις Συμπληγάδες και έκαναν όπως τους είπε ο Φινέας. Το περιστέρι που στείλανε πέρασε. Μονάχα το πιο μακρύ φτερό της ουράς του πιάστηκε ανάμεσα στα βράχια. Όταν οι πέτρες αποτραβήχτηκαν ξανά, όρμησε με τη σειρά της και η Αργώ. Κόντευε πια να βγει όταν οι πέτρες κλείνανε και η πρύμνη της έπαθε μια μικρή ζημιά, όπως και η ουρά του περιστεριού. Από τότε οι Συμπληγάδες σταμάτησαν πια την κίνησή τους γιατί ήταν της Μοίρας θέλημα, μόλις θα κατάφερνε να περάσει ανάμεσά τους καράβι, να μείνουν οριστικά στεριωμένες στον πάτο της θάλασσας.

Έτσι μετά από κάμποσες μέρες ταξιδιού προς το εσωτερικό της χώρας και με κυβερνήτη πια τον Αγκαίο, οι Αργοναύτες έφτασαν επιτέλους στην Κολχίδα. Ο Ιάσονας πήγε μονομιάς στον Αιήτη και του εξήγησε την αποστολή που του εμπιστεύτηκε ο Πελίας. Του εξήγησε μάλιστα πως ήταν θέλημα της Ήρας να έδινε το τρόπαιο στον Ιάσονα. Αυτός δεν αρνήθηκε να του παραδώσει το χρυσόμαλλο Δέρας, του έβαλε όμως πολλούς όρους. Δίχως κανένα βοηθό, ο Ιάσονας έπρεπε να ζέψει στο αλέτρι δύο ταύρους με χάλκινα πόδια, που έβγαζαν από τα ρουθούνια τους φλόγες. Να οργώσει μ ’αυτά ένα χωράφι και να σπείρει στις αυλακιές τα δόντια του θα του έδινε ο βασιλιάς. Μα δεν του είπε πως από τα δόντια θα έβγαιναν στρατός και πολεμιστές να χτυπήσουν τον Ιάσονα και φυσικά, δεν θα του άφηναν και πολλές ελπίδες για να ζήσει. Αυτό ήταν το σχέδιο του Αιήτη για να ξεφορτωθεί το ξένο πριγκιπόπουλο.

Ο Ιάσονας αναρωτιόταν πώς θα μερώσει τα βόδια όταν η βασιλοκόρη, η Μήδεια τον είδε και τον ερωτεύθηκε. Η Μήδεια ήταν πανίσχυρη μάγισσα. Τον έκανε να της υποσχεθεί πως θα την πάρει γυναίκα του αν θα τον έβγαζε από τη δύσκολη θέση. Ο Ιάσονας της το ορκίστηκε. Του έδωσε λοιπόν ένα μαγικό βάλσαμο να αλείψει την ασπίδα και το κορμί του πριν πάει κοντά στους δύο φλογερούς ταύρους. Με εκείνο το βάλσαμο έμεινε άτρωτος από τη φωτιά και από το σίδερο για μια ολόκληρη ημέρα. Του μαρτύρησε μάλιστα τι θα γινόταν όταν θα έσπερνε τα δόντια. Του είπε λοιπόν πως μόλις θα έβγαιναν από το χώμα οι πολεμιστές, αυτό που θα έπρεπε να κάνει ήταν να πετάξει, ανάμεσά τους, από μακριά μια πέτρα. Τότε οι πολεμιστές θα μάλωναν αναμεταξύ τους κατηγορώντας ο ένας τον άλλον και θα πέθαιναν από τα ίδια τους τα χτυπήματα.

Έτσι ο Ιάσονας κέρδισε όλα τα στοιχήματα που του έβαλε ο βασιλιάς. Ο Αιήτης όμως δεν κράτησε το λόγο του. Έστειλε τον Ιάσονα να πάρει το χρυσόμαλλο Δέρας από τον Δράκοντα που το φύλαγε, σίγουρος πια ότι από αυτόν τον κίνδυνο δεν θα μπορούσε να γλυτώσει. Παράλληλα έδωσε διαταγή στους στρατιώτες του να κάψουν την Αργώ και να σκοτώσουν και τους υπόλοιπους Αργοναύτες. Ωστόσο, ο Ιάσονας έχοντας τη βοήθεια της Μήδειας, έφτασε στο δάσος του Άρη μπροστά στη βελανιδιά που είχε κρεμασμένο το χρυσόμαλλο Δέρας του κριαριού που είχε φέρει τον Φρίξο στην Κολχίδα. Ο Ιάσονας κατάφερε και πήρε το χρυσόμαλλο Δέρας από το δάσος του Άρη επειδή η μάγισσα Μήδεια είχε μαγέψει το δράκοντα που το φύλαγε και ύστερα έφυγε μαζί με τον αγαπημένο της και σάλπαρε με την Αργώ για το δρόμο του γυρισμού.

Όταν το έμαθε ο Αιήτης ένιωσε άγριο θυμό. Έριξε καράβι στο νερό για να τους κυνηγήσει. Η Μήδεια τον γνώριζε καλά τον πατέρα της και ήξερε από πριν τι θα έκανε. Έξυπνη και σκληρή καθώς ήταν, είχε πάρει μαζί της τον μικρό της αδερφό, τον Άψυρτο. Δεν δίστασε λοιπόν να τον σκοτώσει και να σκορπίσει τα κομμάτια του στη θάλασσα. Ο Αιήτης γνώρισε το ακρωτηριασμένο σώμα του παιδιού του. Έχασε πολύ καιρό για να τα μαζέψει και να τους δώσει τις επικήδειες τιμές. Και μέχρι να τελειώσουν όλα αυτά, ήταν πια πολύ αργά για να προφτάσει τους φυγάδες.

Από την μια σκάλα πιάνανε την άλλη. Οι Αργοναύτες πέρασαν από το νησί της Αίγινας, όπου ανεφοδιάστηκαν και μάλιστα ξεκίνησαν την παράδοση των αγώνων ταχύτητας κρατώντας αμφορείς γεμάτους νερό, τις Υδροφορίες. Στη συνέχεια η Αργώ άφησε πίσω της τον Σαρωνικό κόλπο και το Σούνιο και μπήκε πλέον στον Ευβοϊκό κόλπο. Από εκεί δεν ήταν μακριά η Μαγνησία. Επιτέλους μετά από τέσσερις μήνες από τότε που η Αργώ είχε πρωτοσηκώσει την άγκυρα, οι Αργοναύτες μπήκαν στον Παγασητικό κόλπο και ατένιζαν το λιμάνι της Ιωλκού. Εκεί συγκινημένοι από το ηρωικό τους ταξίδι, πήραν ο καθένας τον δρόμο του γυρισμού για την ιδιαίτερη πατρίδα του.
Ο Ιάσονας παράδωσε επίσημα το χρυσόμαλλο Δέρας στον Πελία. Όμως όταν έλειπε ο Ιάσονας, ο Πελίας ανάγκασε τον Αίσωνα και ήπιε φαρμακωμένο αίμα από ταύρο. Φυσικά δεν είχε σκοπό να παραδώσει τον θρόνο και μάλιστα είχε με το μέρος του και τον λαό της Ιωλκού που τον αγαπούσαν για βασιλιά τους…

Ο Ιάσονας ούτε και δοκίμασε να πάρει ο ίδιος πίσω το αίμα του πατέρα του. Άφησε τη φροντίδα στη Μήδεια. Αυτή έπιασε φιλίες με τις κόρες του Πελία και για να τους δείξει τη μαγική της τέχνη πήρε ένα γερασμένο κριάρι, για να το ξανανιώσει. Έβαλε κι έβρασε βότανα μέσα σε ένα μεγάλο καζάνι, κομμάτιασε το κριάρι στα τέσσερα και το πέταξε μέσα στο ζουμί. Σε λίγες στιγμές, βγήκε από μέσα ένα χοροπηδηχτό αρνάκι: το γέρικο κριάρι είχε ξανανιώσει. Οι κόρες του Πελία, στενοχωρημένες που ο πατέρας τους γερνούσε ρώτησαν τη Μήδεια αν η τέχνη της θα έφερνε το ίδιο αποτέλεσμα και στους ανθρώπους, κι αυτή τους το βεβαίωσε. Τότε οι Πελιάδες κομματιάσανε στα τέσσερα τον πατέρα τους και τον πέταξαν να βράσει στο καζάνι. Η μάγισσα όμως δεν είχε βάλει τα ίδια χόρτα κι ο Πελίας δεν αναστήθηκε. Απελπισμένες από ενοχές, οι κόρες του αυτοεξορίστηκαν στην Αρκαδία. Ο Ιάσονας είχε πάρει την εκδίκησή του.

Κι ωστόσο ο ήρωας δεν πήρε το θρόνο του Πελία. Ο ξάδερφός του, ο Άκαστος τον κράτησε κι έδιωξε από το βασίλειο τον Ιάσονα και τη Μήδεια. Εκείνοι μπήκαν στην Αργώ και αποτραβήχτηκαν στην Κόρινθο όπου ο Ιάσονας έβγαλε την Αργώ από το νερό και αφιέρωσε το πλοίο στον ναό του Ποσειδώνα. Εκεί έζησαν δέκα ήσυχα χρόνια κι απόκτησαν παιδιά. Μα ξαφνικά, ο Ιάσονας αγάπησε τη Γλαύκη, την κόρη του βασιλιά της Κορινθίας κι έδιωξε τη Μήδεια. Αυτή έδειξε στην αρχή υπομονή για την κακοτυχία της και μάλιστα, τη μέρα που είχε οριστεί για το γάμο του Ιάσονα με την Γλαύκη, της έστειλε δώρο ένα περίφημο φόρεμα. Η Γλαύκη έκανε την ανοησία να το φορέσει μα στη στιγμή, το φόρεμα έβγαλε φλόγες και την έκαψε, τρυπώνοντας ως μέσα στις φλέβες της. Έτρεξε τότε ο πατέρας της Κρέοντας να τη γλυτώσει και κάηκε κι εκείνος. Πήρε φωτιά και το παλάτι. Και η Μήδεια, παίρνοντας μάρτυρες τους θεούς για την επιορκία του Ιάσονα, σκότωσε με τα ίδια της τα χέρια τα παιδιά που απόκτησε από εκείνον και πέταξε στον ουρανό μέσα σε άρμα που έσερναν δράκοντες.

Για κάμποσο διάστημα ακόμα, όλος ο κόσμος έλεγε τα κατορθώματα της Μήδειας. Τη βρίσκουμε στην Αθήνα, κοντά στον γέρο-Αιγέα, μα την έδιωξαν με τον ερχομό του Θησέα. Μαθεύτηκε πως πέρασε μέσα από την Ασία όπου σίγουρα οι Μήδοι σ ’εκείνη χρωστάνε το όνομά τους. Τέλος, γύρισε στην Κολχίδα, συμφιλιώθηκε με τον πατέρα της τον Αιήτη και η σιωπή απλώθηκε γύρω της. Μια επίμονη παράδοση έλεγε πως δεν πέθανε, μα πως την πήρανε ζωντανή οι θεοί στα Ηλύσια Πεδία, όπου ζουν αιώνια οι ευτυχισμένες ψυχές.

Κι ο Ιάσονας; Γύρισε πίσω στην Ιωλκό και με κάμποσους φίλους συμμάχους, κατάφερε κι έδιωξε τον Άκαστο, το γιο του Πελία, και πήρε το θρόνο. Και στα γηρατειά του του άρεσε να λέει την ιστορία του, και συχνά λαχταρούσε την εποχή που γύριζε τον κόσμο, αντάμα με την πιο ωραία και την πιο σκληρή απ ’όλες τις μάγισσες. Μια μέρα ο Ιάσονας αποφάσισε πριν πεθάνει να πάει στην Κόρινθο και να αποχαιρετήσει την Αργώ από κοντά. Οι Κορίνθιοι τον υποδέχτηκαν με τιμές και τον οδήγησαν μέσα στον ναό όπου βρισκόταν το γέρικο σκαρί του ηρωικού καραβιού. Ο Ιάσονας βαθιά συγκινημένος χάιδεψε το αγαπημένο του πλοίο με το οποίο είχε ζήσει τόσες περιπέτειες. Έτσι, αναπολώντας πίσω στο χρόνο την Αργοναυτική εκστρατεία, το σαπισμένο από τα χρόνια κατάρτι του πλοίου έσπασε και έπεσε απάνω στον Ιάσονα σκοτώνοντάς τον ακαριαία. Αυτός ήταν ο ιδανικός επίλογος για τον Ιάσονα, αφού πέθανε δίπλα στο αγαπημένο του πλοίο, σε βαθιά γεράματα δοξασμένος και ευτυχισμένος αφού είχε το προνόμιο να ζήσει όσο λίγοι ήρωες.

Σκάναρε και προχώρησε την έρευνα:

Έρευνα, Γιώργος Μπίτσιος

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *