ΜΥΘΟΛΟΓΙΚΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ: ΤΡΩΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ

στις

Ο Τρωικός Πόλεμος αποτελεί ένα σταυροδρόμι στην ελληνική μυθολογία, στο οποίο συναντιούνται τα πάθη και οι αδυναμίες θεών και ανθρώπων. Τα αρχαιολογικά στοιχεία δείχνουν ότι υπήρξαν στην πραγματικότητα ίσως και περισσότεροι μεγάλοι πόλεμοι, μάλλον για οικονομικά και εμπορικά συμφέροντα στο Ίλιον, που είναι η άλλη ονομασία για την Τροία. Εμείς όμως θα σταθούμε στην ιστορία που πέρασε από στόμα σε στόμα και από γενιά σε γενιά και περιγράφει το πώς ξεκίνησαν περισσότερα από χίλια πλοία από την κυρίως Ελλάδα για να φέρουν πίσω την ωραία Ελένη… Την Σπαρτιάτισσα βασίλισσα που ξελογιάστηκε από τον πρίγκιπα της Τροίας με τη βοήθεια της θεάς Αφροδίτης. Όλοι οι Αχαιοί βασιλιάδες, που είχαν δεθεί με όρκο, αναγκάστηκαν να στείλουν δυνάμεις για να ξεπλύνουν την ντροπή που έπεσε επάνω στον βασιλιά της Σπάρτης Μενέλαο. Όλοι τους διακρίθηκαν στο πεδίο της μάχης, τόσο οι Αχαιοί (ή Δαναοί) όσο και οι Τρώες, που πίστευαν και αυτοί στους ίδιους θεούς και είχαν τα ίδια ήθη, έθιμα και γλώσσα.

Ο Δίας, έμαθε από τον Προμηθέα, μετά την απελευθέρωσή του από τον Ηρακλή, ότι όπως ο πατέρας του Κρόνος, θα εκθρονιζόταν κι εκείνος από κάποιον γιο του. Ο φόβος του ήταν ότι ένας γιος της θαλάσσιας θεότητας Θέτιδας, την οποία ο Δίας ερωτεύθηκε, θα γίνονταν σπουδαιότερος από τον πατέρα του. Για έναν από τους λόγους αυτούς η Θέτις παντρεύτηκε τον ηλικιωμένο θνητό βασιλιά Πηλέα, γιο του Αιακού, μετά από προτροπή του Δία. Όλοι οι θεοί ήταν προσκεκλημένοι στον γάμο, και έφεραν δώρα εκτός από την Έριδα, η οποία με διαταγή του Δία δεν της επετράπη να προσεγγίσει, επειδή προκαλούσε πάντα διχόνοιες και αναστάτωση. Η Έρις προσβεβλημένη, πέταξε προς το χώρο του γάμου ένα χρυσό μήλο (το μήλον της έριδος) το οποίο έγραφε: προς την ομορφότερη. Το μήλο το διεκδίκησαν η Ήρα, η Αθηνά και η Αφροδίτη.

Η διαμάχη τους ήταν ιδιαίτερα έντονη και κανείς άλλος θεός δεν διακινδύνευε να εκφράσει γνώμη υποστηρίζοντας κάποια από τις τρεις, γιατί θα προκαλούσε την οργή των υπόλοιπων δύο. Τελικά, ο Δίας διέταξε τον Ερμή να οδηγήσει τις θεές στον Πάρη, τον πρίγκιπα της Τροίας. Ο Πάρης τότε ζούσε σαν βοσκός στο όρος Ίδα και δεν γνώριζε για την βασιλική του καταγωγή, επειδή τον είχε παρατήσει από βρέφος η οικογένεια του, λόγω χρησμού που ανέφερε ότι θα προκαλούσε την καταστροφή της πόλης. Οι θεές εμφανίστηκαν μπροστά του και επειδή δεν ήταν σε θέση να επιλέξει, του πρότειναν δώρα σε περίπτωση που επιλέξει την καθεμία: η Αθηνά του προσέφερε σοφία και επιδεξιότητα στη μάχη, η Ήρα ηγετικές ικανότητες, για να διοικεί την Ασία και την Ευρώπη, ενώ η Αφροδίτη του προσέφερε την αγάπη της ομορφότερης γυναίκας του κόσμου, της ωραίας Ελένης, βασίλισσας της Σπάρτης.

Η πιο όμορφη γυναίκα στον τότε κόσμο θεωρούνταν η Ελένη, μια από τις κόρες του Τυνδάρεω, βασιλιά της Σπάρτης. Η μητέρα της Λήδα, είχε ξελογιαστεί από τον Δία, μεταμορφωμένο σε κύκνο, γι’ αυτό λένε ότι η θεϊκή της ομορφιά οφειλόταν στο γεγονός ότι ο Δίας ήταν ο πραγματικός της πατέρας. Η Ελένη, λόγω της εξαιρετικής ομορφιάς της είχε πλήθος μνηστήρων, αλλά ήταν απρόθυμη να επιλέξει κάποιον από φόβο μην προκαλέσει την οργή των υπόλοιπων.

Τελικά, ένας από τους μνηστήρας της, ο πολυμήχανος Οδυσσέας της Ιθάκης, πρότεινε ένα τρόπο να επιλυθεί το θέμα. Αρχικά για να μην έρθει σε δύσκολη θέση σε περίπτωση που δεν θα γινόταν αυτός ο σύζυγος της Ελένης, αποφάσισε να ζητήσει σε γάμο και να πάρει την ξαδέρφη της, Πηνελόπη. Στη συνέχεια πρότεινε όλοι οι μνηστήρες να υπερασπιστούν τον γάμο της Ελένης με κάθε κόστος, ανεξαρτήτως ποιον θα επιλέξει η ίδια. Οι μνηστήρες της τελικά ορκίστηκαν να τηρήσουν αυτό τον όρο ως προϋπόθεση για την πιθανότητα να επιλεχθούν σύζυγοι της Ελένης.

Ο Τυνδάρεως τελικά επέλεξε τον Μενέλαο, η επιλογή του έγινε για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας, καθώς κατείχε πλούτη και δύναμη. Μάλιστα την υποψηφιότητά του δεν την υπέβαλε ο ίδιος, αλλά ο αδερφός του Αγαμέμνονας για λογαριασμό του. Ο Μενέλαος διαδέχτηκε με τον γάμο του με την Ελένη τον Τυνδάρεω στο θρόνο της Σπάρτης, επειδή τα αδέρφια της Ελένης, Κάστορας και Πολυδεύκης είχαν σκοτωθεί. Στη συνεχεία ενισχύθηκε και η θέση του Αγαμέμνονα, ο οποίος παντρεύτηκε την άλλη αδελφή της Ελένης, Κλυταιμνήστρα και ανακατέλαβε τον θρόνο των Μυκηνών.

Αργότερα, όταν μια διπλωματική αποστολή της Τροίας, με επικεφαλής τον Πάρη, που πλέον είχε αναλάβει τη θέση του ως πρίγκιπας, έφτασε στην Σπάρτη, ο Πάρης ερωτεύτηκε την Ελένη. Ο Μενέλαος, τον υποδέχτηκε με τιμές, όπως έπρεπε σύμφωνα με το έθιμο της φιλοξενίας, αλλά αναγκάστηκε να ταξιδέψει στην Κρήτη για να κηδέψει τον παππού του Κατρέα. Ο Πάρης με την βοήθεια της θεάς Αφροδίτης, απήγαγε την Ελένη και έπλευσε προς την Τροία έχοντας αρπάξει και τους θησαυρούς του Μενέλαου.

Οι δυνάμεις των Αχαιών αρχικά συγκεντρώθηκαν στην Αυλίδα. Όλοι οι παλαιοί μνηστήρες ήταν παρόντες εκτός από τον βασιλιά της Κύπρου, Κίνυρα, που υποσχέθηκε ότι θα στείλει 50 πλοία. Τελικά έστειλε μόνο ένα, με επικεφαλής τον Μυγδαλίωνα και άλλα 49 ομοιώματα πλοίων φτιαγμένα από λάσπη. Ο τελευταίος που προσήλθε στην Αυλίδα, ήταν ο δεκαπεντάχρονος τότε Αχιλλέας.

Τον Αχιλλέα είχε κρύψει η Θέτις στη Σκύρο. Ο Οδυσσέας, ο Αίαντας και ο δάσκαλος του Αχιλλέα Φοίνικας, εστάλησαν για να τον καλέσουν στον πόλεμο. Η μητέρα του Αχιλλέα έντυσε τον Αχιλλέα με γυναικεία ενδύματα ώστε να μην γίνει αντιληπτός και να αποφύγει τη συμμετοχή στον πόλεμο. Ο Αχιλλέας φανερώθηκε ύστερα από τέχνασμα του Οδυσσέα, ο οποίος προσποιήθηκε τον έμπορο υφαντών στις κόρες του βασιλιά του νησιού. Μέσα στο καλάθι κάτω από τα υφαντά είχε τοποθετήσει μερικά όπλα, τα οποία τράβηξαν το ενδιαφέρον μιας κοπέλας, που δεν ήταν άλλος από τον επιδέξιο στη μάχη Αχιλλέα. Με τον τρόπο αυτό αποκαλύφθηκε η ταυτότητά του και δέχτηκε να πάρει μέρος στον πόλεμο, παρά το γεγονός ότι ήταν ο μόνος που δεν συμμετείχε στην ομάδα των μνηστήρων που ορκίστηκαν να διαφυλάξουν τον γάμο του Μενέλαου.

Ο Κάλχας είχε προβλέψει ότι ο πρώτος Αχαιός που θα πατήσει το πόδι του στην τρωική γη θα είναι το πρώτο θύμα του πολέμου. Έτσι ακόμη και ο Αχιλλέας δίσταζε να το επιχειρήσει. Ο Οδυσσέας τότε πέταξε στην αμμουδιά της Τρωικής γης την ασπίδα του και πήδηξε επάνω της, χωρίς έτσι να αγγίξει το έδαφος. Ο Πρωτεσίλαος, ηγέτης της θεσσαλικής Φυλάκης, ξεγελάστηκε και αποβιβάστηκε πρώτος. Η μάχη ξεκίνησε με μανία, και οι Αχαιοί προσπαθούσαν με όλες τους τις δυνάμεις να δημιουργήσουν προγεφυρώματα στην ακρογιαλιά, για να πραγματοποιήσουν την απόβασή τους.

Στην πρώτη αυτή μάχη πρωτοστατούσε ο Αχιλλέας, που σε κάποια στιγμή βρέθηκε αντιμέτωπος με τον Κύκνο, το γιο του Ποσειδώνα και της Καλύκης, ο οποίος είχε πάρει το χάρισμα από τον πατέρα του να μην πληγώνεται από χάλκινο όπλο. Ο Αχιλλέας κατάφερε να τον σκοτώσει χτυπώντας τον με μια πέτρα στο κεφάλι. Βλέποντας οι Τρώες τον Κύκνο να πέφτει νεκρός πανικοβλήθηκαν, υποχώρησαν άτακτα και κλείστηκαν πίσω από τα τείχη της Τροίας.

Μετά την επιτυχημένη τους απόβαση, οι Αχαιοί στρατοπέδευσαν με την ησυχία τους προς τη μεριά του Ελλήσποντου. Για να μη σαπίσουν τα πλοία τους, τα έβγαλαν στη στεριά και δημιούργησαν οχυρά από όπου θα εξαπέλυαν τις επιθέσεις τους. Ο Πρωτεσίλαος σκότωσε κι αυτός πολλούς Τρώες αλλά τελικά σκοτώθηκε από τον Έκτορα, όπως είχε προβλέψει ο χρησμός του Κάλχα. Οι Αχαιοί κήδευσαν τον πρώτο τους νεκρό με μεγάλες τιμές στην Θράκη, στην απέναντι πλευρά του Ελλησπόντου. Μετά τον θάνατο του Πρωτεσίλαου, ο αδελφός του, Ποδάρκης πήρε μέρος στον πόλεμο, αναπληρώνοντας έτσι την απώλειά του.

Οι Αχαιοί πολιορκούσαν την Τροία επί δέκα χρόνια. Οι περισσότερες πληροφορίες που διασώζονται αφορούν το τελευταίο έτος του πολέμου, με αποτέλεσμα για τα εννιά πρώτα χρόνια να γνωρίζουμε λιγότερα στοιχεία. Μετά την αρχική αποβίβαση και την εδραίωσή τους στην παράκτια ζώνη της Τρωάδας, άρχισαν να λεηλατούν το ύπαιθρο, να κατακτούν τις παρακείμενες στην Τροία σύμμαχές της πόλεις ακόμη και να λεηλατούν τις απέναντι θρακικές ακτές. Η Τροία δεν είχε δεχτεί κάποια συνδυασμένη μαζική πολιορκία ως και το ένατο έτος των επιχειρήσεων και η επικοινωνία της με την μικρασιατική ενδοχώρα συνεχιζόταν ανενόχλητα. Από την πλευρά τους οι Αχαιοί δέχονταν σημαντικές στρατιωτικές ενισχύσεις ακόμη και πριν το τέλος του πολέμου. Παρόλα αυτά δεν κατάφεραν να διεισδύσουν στην ενδοχώρα και να περικυκλώσουν τους Τρώες, οι οποίοι διατηρούσαν επαφές ακόμη και με τους συμμάχους τους στην ευρωπαϊκή ακτή.

Σε μια από τις πρώτες επιδρομές των Αχαιών, αναμετρήθηκε ο Οδυσσέας με το Φιλομηλείδη της Λέσβου στην πάλη και τον νίκησε προκαλώντας ενθουσιασμό στις τάξεις των Αχαιών. Από το νησί της Λέσβου έφερε ο Αχιλλέας επτά παλλακίδες, από τις οποίες έξι πήρε ο Αγαμέμνονας και μια μόνο κράτησε ο Αχιλλέας για τον εαυτό του, την κόρη του Φόρβαντα, τη Διομήδη.

Ο Αίας, ο γιος του Τελαμώνα ήταν ονομαστός για την μυϊκή δύναμη και την ανδρεία του. Η ασπίδα του ήταν τόσο βαριά που μόνο ο ίδιος μπορούσε να σηκώσει και αδιαπέραστη καθώς ήταν φτιαγμένη από επτά δέρματα ζώων. Ήταν αρχηγός δώδεκα πλοίων από τη Σαλαμίνα και κατέκτησε κι εκείνος πολλές περιοχές στην θρακική ακτή, στην οποία βασίλευε ο Πολυμήστωρας, γαμπρός του Πριάμου. Ο Πολυμήστωρ για να αποτρέψει τα χειρότερα παρέδωσε στον Αίαντα τον Πολύδωρο, γιο του Πριάμου, που μέχρι τότε ήταν υπό την προστασία του. Αργότερα ο Αίας επιτέθηκε στην Φρυγία που βασιλιάς της ήταν ο Τελεύτας, τον οποίο σκότωσε σε μονομαχία. Αναφέρεται επίσης ότι έκλεψε πολλά κοπάδια στο όρος Ίδα και στην ευρύτερη περιοχή της Τρωάδας.

Λεηλάτησε την χώρα του Αινεία, στην περιοχή της Τρωάδας. Ο Αινείας που έβοσκε τα κοπάδια του στο βουνό Ίδα, τράπηκε σε φυγή στη θέα του Αχιλλέα, ο οποίος τον καταδίωξε. Φτάνοντας στην πόλη Λυρνησσό, ο Αινείας βρήκε καταφύγιο στο παλάτι του βασιλιά Μύνητα. Ο Αχιλλέας τότε επιτέθηκε στην πόλη και την κυρίεψε σκοτώνοντας το βασιλιά της, τους τρεις γιους του και τον αδερφό του τον Επίστροφο. Πήρε ως λάφυρο τη γυναίκα του τη Βρισηίδα και την έφερε στο στρατόπεδο των Αχαιών, όπου ο Αγαμέμνονας του την πρόσφερε ως παλλακίδα. Ο Αινείας, παρόλα αυτά κατάφερε και πάλι να ξεφύγει με την θεϊκή παρέμβαση της μητέρας του, θεάς Αφροδίτης.
Επίσης κατέλαβε την Πηδασσό, την Λέσβο, την Κολοφώνα, τις Κλαζομενές και πολλές άλλες γειτονικές πόλεις, επίσης σκότωσε τον ανήλικο Τρωίλο, γιο του Πριάμου. Υπήρχε χρησμός που ανέφερε πως αν ο Τρώιλος έφτανε τα 20, η Τροία δεν θα έπεφτε ποτέ.

Η Υποπλάκια Θήβα, με βασιλιά τον Ηετίωνα, ήταν χτισμένη κάτω από το βουνό Πλάκος, γι’ αυτό και ονομαζόταν Υποπλάκια. Ο Ηετίωνας, είχε επτά γιους και μια κόρη, την Ανδρομάχη, που την είχε παντρευτεί ο Έκτορας.

Τον καιρό που ο Αχιλλέας πολιορκούσε την Υποπλάκια Θήβα, έτυχε να βρίσκεται εκεί η Χρυσηίδα, κόρη του ιερέα του Απόλλωνα, Χρύση. Η Χρυσηίδα ήταν φιλοξενούμενη της αδερφής του Ηετίωνα, Ιφινόης. Τελικά ο Αχιλλέας κατέλαβε τη Θήβα, σκότωσε το βασιλιά και τους γιους του και πήρε ως σκλάβες στη σκηνή του τη γυναίκα του Ηετίωνα και τη Χρυσηίδα.

Στον Ηετίωνα απέδωσε βασιλικές ταφικές τιμές, τη βασίλισσά του την εξαγόρασε με λύτρα ο πατέρας της από τον ίδιο και τη Χρυσηίδα την πήρε ο Αγαμέμνονας ως παλλακίδα στη σκηνή του.

Οι μάχες συνεχίζονταν για εννέα ολόκληρα χρόνια. Ο Χρύσης, ιερέας του Απόλλωνα και πατέρας της Χρυσηίδας, προσήλθε στον Αγαμέμνονα και ζήτησε την απελευθέρωση της κόρης του. Όμως ο Αγαμέμνονας ήταν ανυποχώρητος και προσέβαλε βάναυσα τον ιερέα, ο οποίος προσευχήθηκε στον Απόλλωνα να πάρει εκδίκηση για την απαράδεκτη αυτή συμπεριφορά (ύβρις). Ο Απόλλωνας ανταποκρίθηκε και τιμώρησε με εξοντωτικό λοιμό τον αχαϊκό στρατό. Τελικά, ο Αγαμέμνονας, για να απαλλαχθεί από αυτή την συμφορά και μετά από πίεση των υπολοίπων Αχαιών, αναγκάστηκε να επιστρέψει την Χρυσηίδα στον πατέρα της.

Στη συνέχεια όμως κάνοντας επίδειξη δύναμης δήλωσε ότι θα έπαιρνε, και με τη βία αν χρειαζόταν, όποιο λάφυρο Αχαιού επιθυμούσε, ακόμα και τη Βρισηίδα από τη σκηνή του Αχιλλέα. Οι δύο άντρες καυγάδισαν και ο Αχιλλέας έφτασε στα όριά του να επιτεθεί με το ξίφος του στον Αγαμέμνονα. Η θεά Αθηνά όμως επενέβη αόρατη για να τον εξευμενίσει.

Ο Αχιλλέας τελικά δέχτηκε να παραδώσει την Βρισηίδα, αλλά το θεώρησε μεγάλη ατιμία και αρνήθηκε να συνεχίσει να μάχεται. Η οργή του (μήνις) ήταν τόσο μεγάλη που παρακάλεσε τη μητέρα του Θέτιδα να μεσολαβήσει στον Δία, για να προσφέρει συνεχείς επιτυχίες στους εχθρούς του Τρώες στις πολεμικές επιχειρήσεις.

Έτσι και έγινε. Μετά από συνέλευση στις τάξεις των Αχαιών, αποφάσισαν να συνεχίσουν τον πόλεμο ακόμα και χωρίς τον Αχιλλέα καθώς οι θεοί τους οδήγησαν να πιστέψουν ότι το τέλος του πολέμου ήταν κοντά. Και τα δύο στρατόπεδα είχαν στη διάθεσή τους το σύνολο των συμμάχων τους, για πρώτη φορά από την αρχή των επιχειρήσεων.

Οι δυο στρατοί συναντιούνται και ο Πάρης προκαλεί έναν από τους Αχαιούς ήρωες, όποιον ήθελε, να μονομαχήσει μαζί του. Αμέσως προθυμοποιείται ο Μενέλαος. Ο Πάρης, που δεν το περίμενε θα προσπαθήσει να φύγει. Τον σταματά όμως ο Έκτορας που τον κατηγορεί για τη δειλία του, ενώ οι συμπολίτες του αποδεκατίζονται.

Έτσι ο Πάρης δέχεται να μονομαχήσει. Προτείνει μάλιστα να σταματήσει ο πόλεμος και η έκβαση της μονομαχίας να κρίνει ποιος από τους δυο θα κρατήσει την Ελένη και τους κλεμμένους θησαυρούς. Όλοι συμφωνούν και χαίρονται που θα τελειώσει ο πόλεμος. Αποφασίζεται μάλιστα να δώσουν επίσημους όρκους οι δυο αρχηγοί, ο Αγαμέμνονας και ο Πρίαμος. Στο μεταξύ η Ελένη πηγαίνει στα τείχη για να δει τον τους δύο άντρες που θα μάχονταν για εκείνη, έστω και από μακριά. Εκεί είναι μαζεμένοι όλοι οι δημογέροντες της Τροίας, που θαυμάζουν την ξεχωριστή ομορφιά της. Ο Πρίαμος της ζητά πληροφορίες για τους διάφορους Αχαιούς που βλέπει και τότε η Ελένη του δείχνει τον Αγαμέμνονα, τον Οδυσσέα, τον Αίαντα τον Τελαμώνιο και τον Ιδομενέα, γιο του Δευκαλίωνα και εγγονό του Μίνωα από την Κρήτη. Η μονομαχία αρχίζει και γρήγορα φαίνεται πως ο Μενέλαος θα νικήσει.

Την ώρα όμως που έπνιγε τον Πάρη με το λουρί της περικεφαλαίας του, τον τραβά η Αφροδίτη από το πεδίο της μάχης και τον πηγαίνει στο παλάτι. Μετά από μια σύντομη ανακωχή οι συγκρούσεις ξεκίνησαν και πάλι, καθώς οι θεοί αποφάσισαν για τους Τρώες να πατήσουν τους όρκους τους και να μην παραδώσουν την Ελένη.

Με την βοήθεια της θεάς Αθηνάς, ο Διομήδης από το Άργος, επιφανής ήρωας των Αχαιών, σκοτώνει τον Τρώα Πάνδαρο και παραλίγο να σκότωνε και τον Αινεία, που διασώζεται για μια ακόμα φορά με την παρέμβαση της Αφροδίτης. Είναι τόση η ορμή του Διομήδη που σκοτώνει πολλούς Τρώες και τραυματίζει ακόμα και δύο θεούς που παίρνουν μέρος στη μάχη, την Αφροδίτη και τον Άρη. Στις επικείμενες συρράξεις όμως, οι Τρώες καταφέρνουν να απωθήσουν τους Αχαιούς και να προελάσουν μέχρι το στρατόπεδο τους, στο ξύλινο τοίχος που είχαν κατασκευάσει με την βοήθεια του Ποσειδώνα, στην ακτή της Τρωάδας.

Την επόμενη μέρα ο Δίας, που στο μεταξύ είχε μεταβεί στο όρος Ίδα, ρίχνει κεραυνό μπροστά από τους Αχαιούς, τρομάζοντάς τους.

Οι Τρώες τότε διεισδύουν στο στρατόπεδο των Αχαιών και πάρα λίγο να πυρπολήσουν το σύνολο των πλοίων τους. Η Ήρα και η Αθηνά που επιχειρούν να βοηθήσουν τους Αχαιούς θα αναγκαστούν να υπακούσουν την εντολή του Δία, να μην συμμετέχουν. Οι Τρώες διανυκτερεύουν έξω από τα παράκτια τείχη των Αχαιών.

Ο Αχιλλέας ξέσπασε σε θρήνο, εξοργίστηκε και ορκίστηκε να πάρει εκδίκηση για τον χαμό του φίλου του. Τη στιγμή που μαίνεται η μάχη γύρω από το σώμα του Πάτροκλου, ο Αχιλλέας θα βγάλει μια άγρια πολεμική κραυγή από μακριά που θα τρομάξει τους Τρώες και θα τους τρέψει σε φυγή. Ο Αχιλλέας συμφιλιώνεται με τον Αγαμέμνονα, ο οποίος του επέστρεψε την Βρισηίδα ανέγγιχτη, μαζί με πολλά άλλα δώρα. Ο θεός Ήφαιστος μετά από παράκληση της Θέτιδας θα του ετοιμάσει νέα πανοπλία για τις επικείμενες μάχες του.
Από εκείνη τη χρονική στιγμή, ο Δίας δίνει το ελεύθερο σε όσους θεούς το επιθυμούσαν, να συμμετέχουν στον πόλεμο. Έτσι η Ήρα, η Αθηνά, ο Ποσειδώνας, ο Ερμής και ο Ήφαιστος θα σπεύσουν στο πλευρό των Αχαιών, ενώ ο Άρης, η Άρτεμη, ο Απόλλωνας, η Λητώ και η Αφροδίτη θα τρέξουν να υποστηρίξουν τους Τρώες.

Ο Αχιλλέας με την είσοδό του στις συρράξεις, σκοτώνει τον ένα Τρώα μετά τον άλλο. Παραλίγο να φονεύσει και τον Αινεία, που σώθηκε από τον Ποσειδώνα, καθώς ήταν αγαπητός στους θεούς. Ο Αχιλλέας πολεμά και με τον ποτάμιο θεό Σκάμανδρο που αντέδρασε καθώς γέμιζαν τις όχθες του με αίμα και στη συνέχεια η σύγκρουση γενικεύεται με πλήθος θεών να συμμετέχει.

Παράλληλα με τους θνητούς, μάχονται και οι θεοί μεταξύ τους. Η Αθηνά ρίχνει με μια πέτρα κάτω τον Άρη. Πάει να τον σηκώσει η Αφροδίτη, δέχεται όμως και αυτή χτύπημα και πέφτει κάτω. Ο Ποσειδώνας προκαλεί τον Απόλλωνα να χτυπηθούν, εκείνος όμως δε δέχεται και φεύγει για την Τροία. Η Ήρα χτυπιέται με την Άρτεμη και πάνω στην αναταραχή σκορπίζονται τα βέλη της Άρτεμης κάτω. Τελικά οι θεοί υποχωρούν και επιστρέφουν στον Όλυμπο να περιποιηθούν τα τραύματά τους.

Καθώς οι κυνηγημένοι από τον Αχιλλέα Τρώες κλείνονται πίσω από τα τείχη, ο Έκτορας παραμένει να τον αντιμετωπίσει. Οι δικοί του του φωνάζουν να μπει στην πόλη και να γλιτώσει αλλά δεν τους ακούει. Στην μονομαχία μεταξύ των δύο ηρώων ο Αχιλλέας σκοτώνει τελικά τον Έκτορα, δένει το σώμα του στο άρμα του και το σέρνει θριαμβευτικά μέχρι το στρατόπεδο των Αχαιών. Αργότερα οι Αχαιοί πραγματοποιούν και τους επικήδειους αγώνες προς τιμή του Πάτροκλου.

Κάποιο βράδυ, ο ίδιος ο Πρίαμος, καθοδηγημένος από τον Ερμή έφτασε στη σκηνή του Αχιλλέα και τον παρακάλεσε να του παραδώσει το σώμα του γιου του σε έναν έντονο συγκινησιακό μονόλογο που ανάγκασε ακόμη και τον άκαμπτο Αχιλλέα να υποκύψει. Οι δύο άντρες συμφώνησαν σε προσωρινή ανακωχή, και ο νεκρός Έκτορας παραδόθηκε στους οικείους του. Η κηδεία του Έκτορα στην Τροία έριξε σε βαρύ πένθος ολόκληρη την πόλη.

Μετά την κηδεία του Έκτορα, ήλθε στην Τροία η βασίλισσα των Αμαζόνων, Πενθεσίλεια για να ενισχύσει την τρωική πλευρά. Στις μάχες ήταν ιδιαίτερα δυναμική, σκότωσε και τον Αχαιό Μαχάονα και κατά μία εκδοχή ακόμη και τον Αχιλλέα, ο οποίος αναστήθηκε μετά από έκκληση της μητέρας του Θέτιδας προς τους θεούς. Τελικά ο Αχιλλέας σκότωσε την Πενθεσίλεια, την οποία όμως είχε ερωτευθεί και αντιλήφθηκε τα πραγματικά του αισθήματα για αυτήν αφού ήταν πια νεκρή. Τότε ένας Αχαιός στρατιώτης, ο Θερσίτης (λέγεται ότι ήταν ο ασχημότερος Αχαιός), βλέποντας τον Αχιλλέα σε στιγμή συναισθηματικής αδυναμίας, άρχισε να τον χλευάζει. Ο Αχιλλέας τον σκότωσε με μια γροθιά, ήρθε σε ρήξη με τους υπόλοιπους Αχαιούς ηγέτες και έφυγε για τη Λέσβο. Εκεί με συμβουλή του Οδυσσέα, με σκοπό την κάθαρσή του, προσέφερε θυσίες προς τον Απόλλωνα, την Άρτεμη και τη Λητώ.

Ενώ ο Αχιλλέας και ο Οδυσσέας απουσίαζαν από τις συρράξεις, ο βασιλιάς της Αιθιοπίας, Μέμνονας, ετεροθαλής αδελφός του Πριάμου, ήλθε να ενισχύσει τους Τρώες. Όπως και του Αχιλλέα, η πανοπλία του Μέμνονα είχε σφυρηλατηθεί από τον Ήφαιστο. Στην πρώτη του συμπλοκή σκοτώνει τον Αντίλοχο, που ήταν γιος του Νέστορα και πολύ αγαπητός από τον Αχιλλέα. Εν συνεχεία θα μονομαχήσει με τον ίδιο τον Αχιλλέα. Οι δύο ήρωες ήταν ισοδύναμοι, όμως ο Δίας όρισε ότι η μοίρα του Μέμνονα ήταν να σκοτωθεί, όπως και έγινε.

Στη συνέχεια ο Αχιλλέας εκδιώκει τους Τρώες οι οποίοι θα κλειστούν στα τείχη τους. Καθώς ο Αχιλλέας πλησιάζει, δίνει την εντολή ο θεός Απόλλωνας στον Πάρη να του ρίξει με το τόξο. Και πραγματικά το βέλος του Πάρη σημαδεύει και τραυματίζει τον Αχιλλέα θανάσιμα στη φτέρνα που ήταν το μοναδικό μέρος του σώματος του που ήταν θνητό όπως είπαμε πριν. Ο δολοφόνος του ενήργησε ύπουλα. Έτσι ο Αχιλλέας παρέμεινε για πάντα ανίκητος μέχρι και τον θάνατό του. Μετά τον θάνατό του γίνεται σφοδρή μάχη μέχρι οι Αχαιοί να ανακτήσουν το σώμα του. Η Θέτις με τις Νηρηίδες θα έρθουν να θρηνήσουν το νεκρό, ενώ οι Αχαιοί διοργανώνουν αγώνες προς τιμήν του.

Η Αθηνά θα συμβουλέψει τον Οδυσσέα να αναθέσει στον Επειό την κατασκευή ενός τεράστιου ξύλινου(δούρειου) αλόγου. Το άλογο αυτό έμεινε στην ιστορία γνωστό ως Δούρειος Ίππος. Και πράγματι, ο Επειός, χρησιμοποιώντας ξυλεία από το γειτονικό βουνό Ίδα, κατάφερε να κατασκευάσει ένα ξύλινο άλογο τεράστιων διαστάσεων με κρυφά ανοίγματα δεξιά και αριστερά. Οι Αχαιοί σκαλίζουν επάνω στον Δούρειο Ίππο την επιγραφή “Δαναοί Αθηνά χαριστήριον” δηλαδή «Αφιερωμένο στην Αθηνά από τους Έλληνες», για την επιστροφή τους στην πατρίδα και στη συνέχεια μπαίνουν μέσα του οι πιο αντρειωμένοι από τους Αχαιούς ήρωες, ο Οδυσσέας, ο Διομήδης, ο Μενέλαος, ο Αίας ο Λοκρός, ο Νεοπτόλεμος, ο Τεύκρος, ο Ιδομενέας, ο Μηριόνης και φυσικά ο Επειός, που ξέρει να ανοίγει τα κρυφά ανοίγματα. Μόλις ολοκληρώνεται η επάνδρωση του Δούρειου Ίππου, οι υπόλοιποι βάζουν φωτιά στις σκηνές τους, σέρνουν τα καράβια τους στη θάλασσα, επιβιβάζονται σ’αυτά και καταπλέουν για την Τένεδο, σ’ ένα σημείο της που δε φαινόταν από την Τροία. Πίσω τους αφήνουν μόνο ένα συγγενή του Οδυσσέα, τον Σίνωνα, που θα με τις υποκριτικές του ικανότητες θα προσπαθήσει την επόμενη μέρα να παραπλανήσει τους Τρώες.

Το επόμενο πρωί, οι Τρώες ανακαλύπτουν ότι το αντίπαλο στρατόπεδο έχει εγκαταλειφθεί. Μέσα στον ενθουσιασμό τους πίστεψαν ότι ο δεκαετής πόλεμος έχει λήξει και θεώρησαν ότι έπρεπε να μετακινήσουν τον Δούρειο Ίππο στο εσωτερικό της πόλης. Στην απόφασή τους αυτή βοήθησε ο Σίνων, ο οποίος τους διηγήθηκε μια πλαστή ιστορία σύμφωνα με την οποία ο ίδιος υπέφερε στα χέρια των Αχαιών, οι οποίοι αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν επειδή έπεσαν σε δυσμένεια από τη θεά Αθηνά. Ορισμένοι μεμονωμένοι Τρώες θεώρησαν ότι είναι καταραμένο και πρέπει να το ρίξουν στον γκρεμό ή να το κάψουν. Η Κασσάνδρα και ο Λαοκόων προειδοποίησαν ότι μόνο συμφορά θα φέρει για την πόλη. Ο Λαοκόων φώναξε «Φοβού τους Δαναούς και δώρα φέροντας», δηλαδή να φοβάστε τους Έλληνες ακόμα κι όταν φέρνουν δώρα. Αλλά η Κασσάνδρα ενώ είχε την διόραση, από τον Απόλλωνα να μπορεί να προβλέπει γεγονότα, είχε και την κατάρα της Αθηνάς, να μην καταφέρνει να πείθει κανέναν. Ο δε Λαοκόων και οι δύο γιοι του, δέχτηκαν επίθεση από τεράστια θαλάσσια φίδια τα οποία τους έπνιξαν στην θάλασσα. Ο Αινείας και οι οπαδοί του πιστεύοντας αυτές τις προβλέψεις αποτραβήχτηκαν στο όρος Ίδα. Οι Τρώες τελικά γεμάτοι ενθουσιασμό αποφάσισαν να μεταφέρουν εντός των τειχών τον Δούρειο Ίππο. Μάλιστα επειδή ήταν αρκετά μεγάλο κατασκεύασμα, αναγκάστηκαν να γκρεμίσουν και τμήμα από την κεντρική πύλη της πόλης, τις «σκαιές πύλες». Αμέσως μετά ξεχύθηκαν στους δρόμους της πόλης για να γιορτάσουν την επιτυχή έκβαση του πολέμου.

Κατά τα μεσάνυχτα όπου ήταν και πανσέληνος ο Σίνων, έκανε σήμα στον Αχαϊκό στόλο στην Τένεδο για να προσεγγίσει, την ίδια στιγμή οι στρατιώτες που βρίσκονταν στον Δούρειο Ίππο βγήκαν και σκότωσαν τους φύλακες. Οι Αχαιοί μπήκαν στην πόλη και σκότωναν τον πληθυσμό της καθώς κοιμόταν στα σπίτια του. Η σφαγή συνεχίστηκε και την επόμενη μέρα.
Όσοι Τρώες πρόλαβαν, πολέμησαν απεγνωσμένοι με ιδιαίτερο πείσμα, παρόλο που

βρέθηκαν αιφνιδιασμένοι, ανοργάνωτοι και χωρίς κάποιον ηγέτη να τους καθοδηγήσει. Κάποιοι υπερασπιστές πετούσαν κομμάτια των οροφών των σπιτιών στους κατεστραμμένους δρόμους της πόλεις για να εμποδίσουν τους εισβολείς. Τελικά, οι τελευταίοι αμυνόμενοι χάθηκαν μέσα στην λαίλαπα της καταστροφής και των σφαγών.
Ο Νεοπτόλεμος σκότωσε τον Πρίαμο που είχε καταφύγει ικέτης στο ναό του Δία.

Ο Μενέλαος σκότωσε τον Δηίφοβο, τον σύζυγο της Ελένης και κινήθηκε να σκοτώσει και την Ελένη αλλά μόλις αντίκρισε την ομορφιά της χαμήλωσε το ξίφος του και τις συγχώρεσε την απιστία.

Ο Αίας ο Λοκρός, βίασε την Κασσάνδρα στον ναό της Αθηνάς. Εξαιτίας αυτής της ύβρεως αποφασίστηκε από τους Αχαιούς, με προτροπή του Οδυσσέα, να τον λιθοβολήσουν μέχρι θανάτου, αλλά κατέφυγε στο ιερό της Αθηνάς και σώθηκε.

Ο Αντήνορας, που είχε φιλοξενήσει τον Μενέλαο και τον Οδυσσέα, όταν είχαν σταλεί πρεσβεία για να ζητήσουν την Ελένη, δεν πειράχτηκε ούτε ο ίδιος ούτε η οικογένειά του. Ο Τρώας Αινείας μαζί πήρε τον ανήμπορο πατέρα του στην πλάτη και διέφυγε.

Οι Αχαιοί ισοπέδωσαν την πόλη και διαμοίρασαν την λεία. Η Κασσάνδρα δόθηκε στον Αγαμέμνονα, η Ανδρομάχη στον Νεοπτόλεμο και η Εκάβη στον Οδυσσέα.

Η Αίθρα, μητέρα του Θησέα που είχε έρθει στην Τροία μαζί με την Ελένη, ηλικιωμένη πια, σώθηκε από τους εγγονούς της, Δημόφωνα και Άκαμα.

Σκάναρε και προχώρησε την έρευνα:Έρευνα, Γιώργος Μπίτσιος

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *