Η ΕΚΡΗΞΗ ΤΟΥ 1985 ΣΤΗΝ ΚΟΛΟΜΒΙΑ

στις

Στις 13 Νοεμβρίου του 1985 , το ηφαίστειο Νεβάδο ντε Ρούις εκρήγνυται. Ροές λάσπης και ηφαιστειακών υλικών ξεχύνονται από τον κρατήρα και κατακλύζουν την γύρω περιοχή με κύριους αγωγούς τα ποτάμια που πηγάζουν από τον ορεινό όγκο. Η πόλη του Αρμέρο , 40 χιλιόμετρα μακριά από τον κρατήρα, καταστρέφεται ολοσχερώς. Τα θύματα ανέρχονται στα 23.000 και οι επιζώντες είναι ελάχιστοι.

Το ηφαίστειο

Το Νεβάδο ντε Ρούις βρίσκεται μεταξύ της επικράτειας Κάλντας και Τολίμα. Το ύψος του δεν ξεπερνά τα 500 μέτρα, όμως είναι ενεργό με ηφαιστειακή δραστηριότητα που εκτονώθηκε πέρα από την καταστροφή του 1985 ακόμα δύο φορές, το 1595 και το 1845.Η κορυφή του καλύπτεται από παγετώνες, οι οποίοι μετά το 1985 έχουν υποχωρήσει αισθητά. Γεωλογικά χαρακτηρίζεται ως στρωματοηφαίστειο και οι εκρήξεις του συντελούνται με τη μορφή εκλύσεων νεφών τέφρας. Όμως η ιδιαιτερότητα αυτών των ηφαιστείων εντοπίζεται στο σχηματισμό των “λάχαρ”. Με τον όρο “ λάχαρ” περιγράφονται μεγάλες ροές λάσπης και διαφόρων υλικών που αναπτύσσουν στην κάθοδο του ορεινού όγκου μεγάλη ταχύτητα και ορμητικά φτάνουν στους πρόποδες παρασύροντας τα πάντα στο πέρασμά τους.

Το χρονικό της καταστροφής

Ίσως το τραγικότερο γεγονός που χαρακτηρίζει το πολύνεκρο συμβάν είναι το ότι θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί. Το ηφαίστειο “προμήνυε” την έκρηξή του για έναν ολόκληρο χρόνο και οι συζητήσεις και προβλέψεις για την επικείμενη καταστροφή είχαν λάβει έδρα πολύ πριν την έκρηξη.

Η πρώτη οργανωμένη εξέταση του ηφαιστείου και προειδοποίηση για την αυξημένη του ενεργητικότητα έρχεται από τον γεωλόγο Τζον Τόμπλιν στις 9 Μαρτίου του 1985 μετά από πολυήμερη έρευνα. Εκφράζει τη γνώμη του αναφερόμενος σε “ιδιαίτερα ανησυχητικά ευρήματα και ανάγκη για πρόληψη και λήψη μέτρων για ενδεχόμενη έκρηξη του ηφαιστείου”. Οι προειδοποιήσεις του έχουν μικρή απήχηση. Η κυβέρνηση της Κολομβίας εστιάζει το ενδιαφέρον της σε άλλες προτεραιότητες και μοναδικοί οι οποίοι κινητοποιούνται είναι σεισμολόγοι και ερευνητές πανεπιστημίων. Το καλοκαίρι του 1985 διεξάγονται πολυάριθμες συστηματικές έρευνες από διάφορες ομάδες με σκοπό την αξιολόγηση του κινδύνου. Οι απόψεις ανάλογα με τα δείγματα που λαμβάνονται κατά τη διάρκεια των μελετών ποικίλουν. Όμως η πλειοψηφία διακατέχεται από σύμπνοια: “Το ηφαίστειο πιθανών να εκραγεί”.

Μέχρι το τέλος του καλοκαιριού, η έκταση του ζητήματος ήταν περιορισμένη και οι προληπτικές δράσεις μηδαμινές. Η κατάσταση αυτή αλλάζει τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους. Κατά τη διεξαγωγή ερευνών στις 11 Σεπτεμβρίου το ηφαίστειο εκρήγνυται. Η έκρηξη είναι μικρή και αποτέλεσμά της είναι λάχαρ μικρής εμβέλειας.

Μετά το συμβάν , το θέμα παίρνει διαστάσεις. Άλλοι θεωρούν πως αποτελεί την εκτόνωση της κατάστασης , ενώ άλλοι ότι είναι μόνο μια γεύση του τι έπεται. Στην πόλη του Αρμέρο, η οποία είχε χτιστεί εκ νέου στα ερείπια του χωριού μετά την ηφαιστειακή έκρηξη του 1845 οι κάτοικοι δεν ανησυχούν . Το ζήτημα θεωρείται υπερεκτιμημένο και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης ενισχύουν με τη δράση τους αυτόν τον εφησυχασμό. Χαρακτηριστικά η “La patria” στο φύλλο της 13ης Σεπτεμβρίου γράφει “ Δεν υπάρχει κανένας λόγος ανησυχίας”.

Όμως οι αρμόδιοι φορείς , ενημερωμένοι πλέον για τη σοβαρότητα της κατάστασης καλούνται να δράσουν. Προγραμματίζονται αποστολές ερευνητικού προσωπικού , καλείται ο Ερυθρός Σταυρός και αναζητείται πιθανό καταφύγιο για τους κατοίκους του Αρμέρο σε ενδεχόμενη εκκένωση της πόλης. Ο προγραμματισμός των δράσεων ποτέ δεν ενσαρκώνεται στην πράξη.

Οι επικράτειες Κάνλτας και Τολίμα αδυνατούν να συνεργαστούν για την αντιμετώπιση της κατάστασης και επιλέγουν αυτόνομες λιγότερο αποτελεσματικές λύσεις.

Τον Οκτώβριο πια, παρατηρούνται κατολισθήσεις μεγάλων όγκων πάγου και βράχων “που έρχονται από ψηλά”, όπως περιέγραφαν οι κάτοικοι της περιοχής. Η θέση του δημάρχου σε αυτό το γεγονός είναι αντιπροσωπευτική της συνολικής αντιμετώπισης. Σε συνέντευξη που παραχωρεί επί του θέματος δηλώνει “Δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας”.

Οι συζητήσεις δεν καταλήγουν πουθενά . Το Πανεπιστήμιο της Μπόγκοτα παραμένει αδρανές σε ερευνητικό επίπεδο. Υπολογίζεται ότι σε περίπτωση έκρηξης η πόλη του Αρμέρο είναι δυνατόν να εκκενωθεί μέσα σε δύο ώρες, όμως οι τοπικές αρχές υποστηρίζουν ότι δεν υπάρχει υλικοτεχνική και οικονομική δυνατότητα υποστήριξης ενός τέτοιου εγχειρήματος.

Στις 13 Σεπτεμβρίου του 1985 στις 15:00, εκλύεται μικρό νέφος τέφρας, μικρότερης κλίμακας από αυτό στις 11/9. Παράλληλα, ξεκινάν σεισμικές δονήσεις. Όμως, το λαχάρ που προκύπτει από την έκρηξη είναι μεγάλο. Ξεχύνεται με κατεύθυνση τους πρόποδες στη μεριά της επικράτειας Τολίμα ως ένας κύριος όγκος. Όταν διασπάται σε τρία ρεύματα έχει αναπτύξει ήδη μεγάλη ταχύτητα, παροχή 27.000 κυβικά μέτρα ανά δευτερόλεπτο και ύψος 40 μέτρα. Ο κύριος όγκος λάσπης ακολουθεί τον ποταμό Λαγκουνίλα και κατευθύνεται στο Αρμέρο. Οι κάτοικοι είναι όμως εφησυχασμένοι. Το τοπικό ραδιόφωνο δεν έχει αναφέρει τίποτα και ο ιερέας έχει κηρύξει πως ο Θεός θα είναι προστάτης τους.

Μόνο στις 21:30 που ο θόρυβος έχει γίνει εκκωφαντικός και το έδαφος πάλλεται αρχίζει να επικρατεί πανικός. Γίνεται μια αποτυχημένη απόπειρα εκκένωσης της πόλης και στις 23:30 το πρώτο κύμα καυτής λάσπης χτυπάει. Ο κόσμος βυθίζεται, σπίτια γκρεμίζονται και επικρατεί καταστροφή. Έπονται δύο ακόμα κύματα στις 23:50 και στις 1:00. Ελάχιστοι καταφέρνουν να επιβιώσουν.

Απολογισμός

Πρόκειται για τη μεγαλύτερη ηφαιστειακή καταστροφή της Λατινικής Αμερικής και την τέταρτη μεγαλύτερη παγκοσμίως. Η έλλειψη προληπτικών μέτρων , η δυσκολία διάσωσης των επιζώντων λόγω της πυκνής μάζας και η μειωμένη οργάνωση συντέλεσαν στην μεγέθυνση της καταστροφής. Οι 300 εκατομμύρια τόνοι που εκλύθηκαν άφησαν το στίγμα τους ανεξίτηλα στην ιστορία.

Σκάναρε και προχώρησε την έρευνα:

Έρευνα, Γιώτα Κεσσανίδου

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *