ΜΕΣΑΙΩΝΑΣ

στις

ΜΕΣΑΙΩΝΑΣ: ΤΑ ΣΚΟΤΕΙΝΑ ΧΡΟΝΙΑ 

Μεταξύ της πτώσης της Ρώμης και την αυγή της Αναγέννησης, η Ευρώπη βυθίστηκε σε μια σκοτεινή περίοδο συνεχούς πολέμου, θρυμματισμένων κυριαρχιών, επιδρομές από ειδωλολάτρες, λυσσαλέες σταυροφορίες και καταστροφικό λοιμό.  

Τα κρίσιμα αυτά σημεία της καμπής του Μεσαίωνα, συμπεριλαμβάνουν την πτώσης της Ρώμης από τους Βησιγότθους, τη φρίκη της βουβωνικής πανώλης, την άνοδο του Καρλομάγνου, καθώς και την έναρξη της Πρώτης Σταυροφορίας. 

Η πρώτη άλωση της Ρώμης από τους “βάρβαρους” 

Η Δυτική Αυτοκρατορία μαστιζόταν συνεχώς από βαρβαρικές εισβολές και με το πέρασμα των αιώνων υπέπεσε σε παρακμή. Το 376, οι Οστρογότθοι, προσπαθώντας να ξεφύγουν από τους Ούνους, έλαβαν άδεια από τον Αυτοκράτορα Ουάλη να εγκατασταθούν στη ρωμαϊκή επαρχία της Θράκης στα Βαλκάνια. Ο αποικισμός δεν εξελίχθηκε ομαλά και, όταν οι Ρωμαίοι αξιωματούχοι χειρίστηκαν λανθασμένα την κατάσταση, οι Οστρογότθοι ξεκίνησαν να κάνουν επιδρομές και λεηλασίες. Ο Ουάλης, προσπαθώντας να επαναφέρει την τάξη, σκοτώθηκε πολεμώντας τους Οστρογότθους στη Μάχη της Αδριανουπόλεως στις 9 Αυγούστου 378. Εκτός από την εξωτερική απειλή των εχθρών στο Βορρά, εσωτερικές έριδες και κυρίως θρησκευτικές διαμάχες, διατάρασσαν την τάξη. Το 400, οι Βησιγότθοι εισέβαλαν στη Δυτική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και, παρόλο που εκδιώχθηκαν προσωρινά από την Ιταλία, το 410 λεηλάτησαν την πόλη της Ρώμης. Το 406 οι Αλανοί, οι Βάνδαλοι και οι Σουηβοί εισήλθαν στη Γαλατία (σύγχρονη Γαλλία). Στα επόμενα τρία χρόνια εξαπλώθηκαν και το 409 πέρασαν μέσω των Πυρηναίων στην Ιβηρική χερσόνησο. Έτσι ξεκίνησε η Εποχή των Μετακινήσεων, οπότε και διάφορα φύλα, κυρίως γερμανικά στην αρχή, μετακινήθηκαν κατά μήκος της Ευρώπης. Στις 4 Σεπτεμβρίου 476, ο Γερμανός φύλαρχος, Οδόακρος, εξανάγκασε τον τελευταίο Αυτοκράτορα της Δύσης, τον Ρωμύλο Αυγουστύλο, να εγκαταλείψει τον θρόνο του. Έχοντας επιβιώσει για περίπου 1200 χρόνια, η κυριαρχία των Ρωμαίων στη Δύση έλαβε τέλος. 

Κλιματική αλλαγή, Λιμός, “Μαύρος Θάνατος” και κοινωνικές επιπτώσεις αυτών 

Τα πρώτα χρόνια του 14ου αιώνα χαρακτηρίστηκαν από την αργή μετάβαση από τη Μεσαιωνική Θερμή Περίοδο στη Μικρή Εποχή των Παγετώνων. Κατά τα έτη 1313-1314 και 1317-1321 σε ολόκληρη την Ευρώπη σημειώθηκαν εκτεταμένες βροχοπτώσεις. Μια ακολουθία από αποτυχημένες σοδειές είχε σαν αποτέλεσμα σοβαρές ελλείψεις τροφίμων εκ των οποίων η σημαντικότερη, εκείνη του 1315-1317 προκάλεσε πολλά εκατομμύρια θανάτους από υποσιτισμό. Η κλιματική αλλαγή συνοδεύτηκε από πτώση της μέσης θερμοκρασίας που με τη σειρά της οδήγησε σε μαρασμό της οικονομικής ζωής. 

Τη δυσχερή αυτή κατάσταση ακολούθησε το 1347 ο “Μαύρος Θάνατος”, μια πανδημία που εξαπλώθηκε στην Ευρώπη σε χρονικό παράθυρο τριών ετών. Ο απολογισμός άγγιζε πιθανώς τα 35 εκατομμύρια νεκρούς Ευρωπαίους, κάπου το ένα τρίτο του συνολικού πληθυσμού. Τα αστικά κέντρα χτυπήθηκαν περισσότερο εξαιτίας της πυκνής κατοίκησης, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την πόλη του Λύμπεκ στη Γερμανία που έχασε το 90% των κατοίκων της. Οι συνθήκες χειροτέρεψαν περαιτέρω εξαιτίας της περιοδικής επανεμφάνισης του λοιμού για το υπόλοιπο του 14ου αιώνα, αλλά και αραιότερα μέχρι το τέλος του Μεσαίωνα. 

Το τραύμα του Μαύρου Θανάτου έδωσε ώθηση στην ευσέβεια, κάτι που διαφαίνεται από την εμφάνιση νέων φιλανθρωπικών ιδρυμάτων και του κινήματος των αυτομαστιγούμενων. Παράλληλα παρατηρήθηκε αύξηση των διωγμών κατά των Εβραίων που χρησιμοποιήθηκαν ως αποδιοπομπαίοι τράγοι επειδή τάχα προκάλεσαν την επιδημία. Οι εβραϊκές κοινότητες εκδιώχθηκαν από την Αγγλία το 1290 και από τη Γαλλία το 1306. Αν και ορισμένοι επέστρεψαν σταδιακά στη Γαλλία, στους περισσότερους δεν επιτράπηκε, με αποτέλεσμα να μεταναστεύσουν στα ανατολικά, κυρίως στην Πολωνία και την Ουγγαρία. Οι Εβραίοι εκδιώχθηκαν από την Ισπανία το 1492, σκορπίζοντας στην Τουρκία, τη Γαλλία, την Ιταλία και την Ολλανδία. 

Καρολίγγεια Ευρώπη – Η άνοδος του Καρλομάγνου 

Η Καρολίγγεια Δυναστεία, όπως είναι γνωστοί οι διάδοχοι του Καρόλου Μαρτέλου, έλαβε επισήμως τον έλεγχο των βασιλείων της Αυστρασίας και της Νευστρίας μέσω πραξικοπήματος το 753 υπό τον Πεπίνο το Βραχύ. Ένας χρονικογράφος της εποχής υποστηρίζει ότι ο Πεπίνος ζήτησε και έλαβε έγκριση για να προχωρήσει στο πραξικόπημα από τον Πάπα Στέφανο Β’. Η ανάληψη της εξουσίας από τον Πεπίνο ενισχύθηκε με προπαγάνδα που παρουσίαζε τους Μεροβίγγειους ως ανίκανους ή απάνθρωπους ηγεμόνες, που πρόβαλε με κάποια υπερβολή τα επιτεύγματα του Καρόλου Μαρτέλου και που εξήρε την ευσέβεια της νέας βασιλικής οικογένειας. Όταν απεβίωσε το 768, ο Πεπίνος κληροδότησε το βασίλειό του στα χέρια των δύο γιων του, του Καρόλου και του Καρλομάνου. Όταν ο δεύτερος πέθανε από φυσικά αίτια, ο Κάρολος ματαίωσε τη διαδοχή του νεαρού γιου του αδερφού του και επέβαλε τον εαυτό του ως ηγεμόνα της η Ηνωμένης Αυστρασίας και Νευστρίας. Ο Κάρολος, που συνήθως αναφέρεται στα ιστορικά βιβλία ως Κάρολος ο Μέγας ή Καρλομάγνος, ξεκίνησε εκστρατεία συστηματικής επέκτασης των εδαφών του το 774 που ενοποίησε μεγάλο ποσοστό της ευρωπαϊκής ηπείρου, ελέγχοντας στο σημεία της μεγαλύτερης ακμής της τη σύγχρονη Γαλλία, τη Βόρεια Ιταλία και τη Σαξονία. Στη διάρκεια των πολέμων που κράτησαν πέρα από το 800, προσέφερε ως ανταμοιβή στους συμμάχους του πολεμικά λάφυρα και έλεγχο τμημάτων γης. Το 774, ο Καρλομάγνος κατέκτησε τη Λομβαρδία, γεγονός που απελευθέρωσε τον Πάπα από το φόβο της λομβαρδικής κατάκτησης, σηματοδοτώντας τις απαρχές των Παπικών Κρατών. 

Η στέψη του Καρλομάγνου ως Αυτοκράτορα, τα Χριστούγεννα του 800, θεωρείται κρίσιμο σημείο της μεσαιωνικής ιστορίας, που σηματοδοτεί μια μορφή αναβίωσης της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, καθώς ο νέος Αυτοκράτορας ήλεγχε πολλά από τα εδάφη που κάποτε ανήκαν σε αυτήν. Επίσης είχε σαν αποτέλεσμα μια αλλαγή στις σχέσεις του Καρλομάγνου με τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, καθώς η ανάληψη του αυτοκρατορικού τίτλου από τη Δυναστεία του, την εξίσωνε με εκείνες των Αυτοκρατόρων της Ανατολής. Υπήρχαν αρκετές διαφορές ανάμεσα στη νεοϊδρυθείσα Καρολίγγεια Αυτοκρατορία τόσο με την παλαιά Δυτική όσο και με τη σύγχρονή της Βυζαντινή Αυτοκρατορία.  

Οι Σταυροφορίες 

Κύριος σκοπός των περίφημων Σταυροφοριών ήταν η ανακατάληψη των Αγίων Τόπων από τους Μουσουλμάνους. Η Πρώτη Σταυροφορία διακηρύχθηκε από τον Πάπα Ουρβανό Β’, στη Σύνοδο του Κλερμόν, το 1095. Ο Ουρβανός υποσχέθηκε άφεση αμαρτιών στους συμμετέχοντες και σαν αποτέλεσμα δεκάδες χιλιάδες άνδρες από όλα τα κοινωνικά στρώματα κινητοποιήθηκαν κατά μήκος της Ευρώπης για να μεταβούν στη Μέση Ανατολή. Χαρακτηριστικό της εποχής στις ευρωπαϊκές πόλεις, καθώς οι Χριστιανοί αναχωρούσαν, ήταν τα πογκρόμ εναντίον ντόπιων Εβραίων. Αυτά ήταν ιδιαιτέρως βίαια στη διάρκεια της Πρώτης Σταυροφορίας, οπότε και οι εβραϊκές κοινότητες στην Κολωνία, στο Μάιντς και στη Βορμς καταστράφηκαν, όπως και άλλες κοινότητες σε πόλεις μεταξύ των ποταμών Σηκουάνα και Ρήνου. Ένα άλλο φαινόμενο που σχετίζεται με τις Σταυροφορίες είναι η εμφάνιση ενός νέου τύπου μοναστικού τάγματος, όπως οι Ναΐτες και οι Ιωαννίτες Ιππότες, που συνδύαζαν πρακτικές του μοναχισμού με στρατιωτικές υπηρεσίες. 

Η Ιερουσαλήμ έπεσε το 1099 και οι Σταυροφόροι σταθεροποίησαν τις κατακτήσεις τους, ιδρύοντας στην περιοχή τα Σταυροφορικά Κράτη. Στη διάρκεια του 12ου και 13ου αιώνα, έλαβαν χώρα μια σειρά από ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ των κρατών αυτών και των ισλαμικών που τα περιτριγύριζαν. Τα αιτήματα για υποστήριξη που έστειλαν τα κράτη αυτά, παράδειγμα την Τρίτη, η οποία διεξήχθη με σκοπό την ανακατάληψη της Ιερουσαλήμ, που είχε καταλάβει το 1187, ο Σαλαντίν. Η Τέταρτη Σταυροφορία παρεξετράπη του αρχικού της στόχου και μείωσε το κύρος του παπισμού. Τα ενετικά πλοία που μετέφεραν τους Σταυροφόρους στους Αγίους Τόπους, άλλαξαν πορεία αποβιβάζοντας τα στρατεύματα στην Κωνσταντινούπολη. Η Πόλη κατελήφθη το 1204, οπότε και ιδρύθηκε η Λατινική Αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης. Οι Βυζαντινοί ανέκτησαν τον έλεγχο της πρωτεύουσάς τους το 1261, ωστόσο το πλήγμα αποδείχθηκε τόσο μεγάλο που δεν ανέκτησαν ποτέ την παλαιά τους δύναμη. Οι επόμενες Σταυροφορίες ήταν ολοένα και μικρότερης έκτασης και σημασίας και ήταν αποτελέσματα της πρωτοβουλίας συγκεκριμένων βασιλέων όπως ο Λουδοβίκος ο Θ’ της Γαλλίας σε ό,τι αφορά την Έβδομη και την Όγδοη Σταυροφορία. Αυτές απέτυχαν στο να αποτρέψουν την απομόνωση των Σταυροφορικών Κρατών, τα οποία είχαν πέσει όλα σε μουσουλμανικά χέρια μέχρι το 1291. Το κατ’ όνομα μόνο Βασίλειο της Ιερουσαλήμ επιβίωσε με έδρα το νησί της Κύπρου για αρκετά χρόνια ακόμη. 

Η “Αυγή” της Αναγέννησης 

Τι προέκυψε, λοιπόν, από αυτήν την χαοτική περίοδο; Η Αναγέννηση και αυτό δεν είναι τίποτα λιγότερο από ένα θαύμα. 

Η Αναγέννηση ενέπνευσε ένα κίνημα που τοποθετείται προσεγγιστικά ανάμεσα στο 14ο και το 17ο αιώνα, και ξεκίνησε στην Ιταλία κατά τον ύστερο Μεσαίωνα, από όπου και εξαπλώθηκε στην υπόλοιπη Ευρώπη. Ο όρος χρησιμοποιείται επίσης ως ονομασία της συγκεκριμένης ιστορικής περιόδου, μα με μεγαλύτερη ελευθερία, καθώς το κύμα των αλλαγών που επήλθαν δεν εξαπλώθηκε με την ίδια ταχύτητα σε ολόκληρη την Ευρώπη. Ως πολιτιστικό κίνημα, επέφερε την άνθηση της λογοτεχνίας, της επιστήμης, της τέχνης, της θρησκείας και της πολιτικής επιστήμης, καθώς και την αναβίωση της μελέτης κλασικών συγγραφέων, την ανάπτυξη της γραμμικής προοπτικής στη ζωγραφική και τη σταδιακή, αλλά ευρέως διαδιδόμενη, μεταρρύθμιση στην εκπαίδευση. Παραδοσιακά, αυτή η πνευματική μεταμόρφωση είχε ως αποτέλεσμα να θεωρείται η Αναγέννηση γέφυρα μεταξύ του Μεσαίωνα και της Σύγχρονης Εποχής. Αν και κατά την Αναγέννηση έλαβαν χώρα επαναστατικές καινοτομίες σε πολλά πνευματικά πεδία, καθώς και κοινωνικές και πολιτικές αναταραχές, είναι ίσως περισσότερο συνυφασμένη με τα ρεύματα που διαμορφώθηκαν στο χώρο της τέχνης, αλλά και τη συμβολή παν – επιστημόνων όπως ο Λεονάρντο ντα Βίντσι και ο Μιχαήλ Άγγελος, οι οποίοι ενέπνευσαν τον όρο Homo Universalis (Καθολικός Άνθρωπος). 

Η Αναγέννηση ως πολιτιστικό κίνημα άσκησε έντονη επίδραση στην πνευματική ζωή της Ευρώπης κατά την πρώιμη Σύγχρονη Εποχή. Με εφαλτήριο την Ιταλία, και έχοντας εξαπλωθεί στο σύνολο της ηπείρου μέχρι το 16ο αιώνα, άφησε το σημάδι της στη λογοτεχνία, τη φιλοσοφία, την τέχνη, την πολιτική, την επιστήμη, τη θρησκεία, και σε άλλες πτυχές της πνευματικής αναζήτησης. Οι λόγιοι της εποχής επιστράτευσαν την ουμανιστική μέθοδο μελέτης, επιδιώκοντας παράλληλα τον ρεαλισμό και το συναίσθημα στην τέχνη. Οι λόγιοι της εποχής αναζήτησαν στις βιβλιοθήκες των μοναστηριών, καθώς και στα εδάφη της καταρρέουσας Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, τα λογοτεχνικά, ιστορικά και ρητορικά κείμενα της αρχαιότητας, συνήθως γραμμένα στα λατινικά ή τα αρχαία ελληνικά, πολλά από τα οποία είχαν πέσει στην αφάνεια. Ακριβώς αυτή η εστίαση στα λογοτεχνικά και ιστορικά κείμενα διαφοροποιεί τους λόγιους της Αναγέννησης από τους προγενέστερους του 12ου αιώνα, οι οποίοι έδωσαν περισσότερη προσοχή στα ελληνικά και αραβικά κείμενα που πραγματεύονταν τις φυσικές επιστήμες, τη φιλοσοφία και τα μαθηματικά. Οι ουμανιστές της Αναγέννησης δεν απέρριπταν το Χριστιανισμό, αντιθέτως, ορισμένα από τα σημαντικότερα έργα της εποχής αφιερώθηκαν σε αυτόν, ενώ η Εκκλησία χρηματοδότησε πολλά από αυτά. Εντούτοις, έλαβε χώρα μια λεπτή αλλαγή στον τρόπο που οι μορφωμένοι άνθρωποι προσέγγιζαν το θέμα της θρησκείας, κάτι που αντικατοπτρίστηκε σε πολλές εκφάνσεις της πνευματικής ζωής. 

Η λέξη Αναγέννηση, ωστόσο, έχει επίσης χρησιμοποιηθεί για να περιγράψει άλλα ιστορικά και πολιτιστικά κινήματα, όπως η Καρολίγγεια Αναγέννηση και η Αναγέννηση του 12ου αιώνα. 

Σκάναρε και προχώρησε την έρευνα:Έρευνα, Στέλλα Ταμπάκη

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *