ΟΙ ΧΑΜΕΝΕΣ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ ΤΗΣ ΒΙΒΛΟΥ

στις

Πρόκειται για κάποιες από τις πιο ανατριχιαστικές ιστορίες της Βίβλου. Ιστορίες για θρυλικές πόλεις, που καταστράφηκαν από το χέρι του Θεού. Τα Σόδομα και τα Γόμορρα κατακάηκαν από βροχή φωτιάς και θειαφιού, ενώ τα τείχη της πόλης της Ιεριχούς κατέρρευσαν υπό τους ήχους των σαλπίγγων.

Ωστόσο, οι ιστορίες αυτές είναι αληθινές ή φανταστικές; Με το πέρασμα των χρόνων, οι αρχαιολόγοι άρχισαν να δίνουν κάποιες απαντήσεις και αποδεικτικά στοιχεία των βιβλικών αυτών καταστροφών υπάρχουν παντού. Τεκμηριώνουν, όμως, την περιγραφή της Βίβλου ή μήπως υποδηλώνουν κάτι άλλο;

Η καταστροφή των Σοδόμων και των Γομόρρων

Είναι η πόλη της αμαρτίας, εκείνη που σύμφωνα πάντα με την Παλαιά Διαθήκη, καταστράφηκε από τον Θεό με φωτιά και θειάφι. Τα Σόδομα, αλλά και τα γειτονικά Γόμορρα, ισοπεδώθηκαν, σύμφωνα με την Αγία Γραφή, γιατί οι κάτοικοί τους ήταν γεμάτοι από αμαρτία και διαφθορά. Οι αρχαιολόγοι που ανέσκαψαν στην περιοχή Tall el Hammam, τονίζουν ότι πρόκειται για μια μεγάλη πόλη της Εποχής του Χαλκού και πως πληρεί όλα τα κριτήρια για να είναι τα Σόδομα. Η ομάδα των αρχαιολόγων πραγματοποιεί ανασκαφές στην περιοχή από το 2005, και έχει ανακαλύψει ίχνη παλατιού, πύργους, καθώς και αμυντικές ζώνες. Εντοπίστηκαν προμαχώνες και χοντρά πλίνθινα τείχη πάχους 5,2 μέτρων και ύψους 10 μέτρων, με πύλες, παρατηρητήρια και τουλάχιστον ένα οδόστρωμα.

Κατά τη διάρκεια της Μέσης Εποχής του Χαλκού, ο τοίχος αυτός αντικαταστάθηκε από ένα τεράστιο προμαχώνα 7 μέτρων με μια επίπεδη κορυφή, που απλωνόταν γύρω από την πόλη. Οι επιστήμονες πιστεύουν ότι η πόλη που ανακάλυψαν είναι τα Σόδομα, καθώς τα στοιχεία δείχνουν ότι ευδοκίμησε στις όχθες του ποταμού Ιορδάνη και ήταν ένας σημαντικός εμπορικός δρόμος, όπως περιγράφεται στη Βίβλο. Τα Σόδομα είχαν χαρακτηριστεί ως εμπορικό πέρασμα και, λόγω του μεγέθους της, η πόλη αναφερόταν ως βαριά οχυρωμένη με πύργους και ψηλά χοντρά τείχη. Περαιτέρω στοιχεία που να στηρίζουν τους ισχυρισμούς είναι ότι το Tall el-Hamaam εγκαταλείφθηκε ξαφνικά σε κάποιο χρονικό σημείο, πριν το τέλος της Μέσης Εποχής του Χαλκού. Για την ακρίβεια, η πόλη χρονολογείται μεταξύ του 3500 – 1540 π.Χ.

«Το Tall el-Hamaam ταιριάζει με την περιγραφή του χώρου, όπου βρισκόταν τα Σόδομα, σύμφωνα με τη Βίβλο, ως η μεγαλύτερη πόλη της εύφορης ανατολικής περιοχής Kikkar. Έτσι, αν ήθελε κάποιος να βρει τα Σόδομα, θα έπρεπε να αναζητήσει τη μεγαλύτερη πόλη που υπήρχε στην περιοχή αυτή, κατά τη διάρκεια της Εποχής του Χαλκού, την εποχή του Αβραάμ. Μετά την έρευνα της περιοχής, το Tall el-Hamaam ήταν μια προφανής επιλογή, δεδομένου ότι ήταν πέντε έως δέκα φορές μεγαλύτερο από τις άλλες πόλεις της Εποχής του Χαλκού, σε όλη την περιοχή, ακόμη και από εκείνες που βρισκόταν πέρα από τον Ιορδάνη ποταμό», ανέφερε ο Steven Collins, επικεφαλής της ανασκαφής, στο «Popular Archaeology». Ωστόσο, σύμφωνα με τον Collins, οι πληροφορίες είναι πολύ λίγες για την εποχή του Χαλκού στα νότια της κοιλάδας του Ιορδάνη. Οι περισσότεροι αρχαιολογικοί χάρτες της περιοχής ήταν κενοί.

«Ήταν μια ακατοίκητη έρημος για πάνω από 700 χρόνια, αλλά στη συνέχεια, μετά από αυτούς τους επτά αιώνες, άρχισε να ακμάζει και πάλι, όπως αποδεικνύεται από την τεράστια σιδερένια πύλη, που οδηγεί στην πόλη», σημειώνει. O Dr. Collins επισημαίνει ότι η πόλη εγκαταλείφθηκε στο τέλος της Εποχής του Χαλκού, ίσως έπειτα από έναν σεισμό, αλλά άλλοι επιστήμονες θεωρούν ότι η ερήμωση προήλθε από πτώση αστεροειδούς, που ερμηνεύθηκε ως θεϊκή οργή. Η περιοχή παρέμεινε έρημη για περίπου 700 χρόνια και μετά ξανά κατοικήθηκε, όπως αποδεικνύεται από τα ευρήματα και τα λείψανα ενός οικισμού της Εποχής του Σιδήρου. Η πλειονότητα των αναφορών σχετικά με τα Σόδομα και τα Γόμορρα περιέχονται στο βιβλίο της «Γενέσεως» και εκεί οι δύο πόλεις θεωρούνται βασίλεια, που ήταν εγκατεστημένα στις όχθες του Ιορδάνη ποταμού, βόρεια της Νεκρά Θάλασσας. Περιγράφονται επίσης ως πλούσιες και καταπράσινες πόλεις, με καλή άρδευση. Οι αναφορές υπάρχουν και στην Καινή και στην Παλαιά Διαθήκη.

Η πτώση της Ιεριχούς και η Αγία Γραφή

Η πτώση της Ιεριχούς αναφέρεται στην Παλαιά Διαθήκη (Ιησούς του Ναυή, κεφάλαιο 6) και αποτελεί μια από τις δραματικότερες σκηνές που περιγράφονται στη Βίβλο. Για έξι ημέρες οι Ισραηλίτες περπατούσαν γύρω από την πόλη μια φορά την ημέρα. Την έβδομη πραγματοποίησαν το γύρο της πόλης επτά φορές.

Όταν επτά ιερείς σήμαναν τις σάλπιγγες, όλοι οι Ισραηλίτες φώναξαν με δυνατή φωνή και τα τείχη της Ιεριχούς ισοπεδώθηκαν. Οι Ισραηλίτες τότε εισέβαλαν στην πόλη και την κατέστρεψαν ολοκληρωτικά.

Συσχετίζοντας την καταστροφή της Ιεριχούς με άλλα ιστορικά γεγονότα που αναφέρονται στη Βίβλο θα πρέπει να την τοποθετήσουμε γύρω στο 1400 π.Χ. Θα ήταν λοιπόν αναμενόμενο να ανακαλυφθεί ένα στρώμα καταστροφής που να χρονολογείται σ’ αυτή την εποχή. Σύμφωνα όμως με τις μέχρι σήμερα μελέτες των ιστορικών που βασίζονται κατά κύριο λόγο στις ανακαλύψεις της Βρετανίδας αρχαιολόγου Kenyon, η πόλη της Ιεριχούς είχε καταστραφεί νωρίτερα.

Η άποψη της Kenyon είναι ότι την εποχή του Ιησού του Ναυή η πόλη της Ιεριχούς δεν υπήρχε, μαζί της δε συμφώνησαν και οι περισσότεροι αρχαιολόγοι. Η θέση αυτή βρήκε αντίθετους εκείνους που πιστεύουν στην ιστορική αλήθεια της Βίβλου.

Πρόσφατα ο αρχαιολόγος Β. Wood, επανεξετάζοντας τα αρχαιολογικά δεδομένα της περιοχής, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η καταστροφή της Ιεριχούς χρονολογείται πράγματι το 1400 π.Χ. και διατύπωσε την άποψη ότι τα τελευταία 25 χρόνια οι μελετητές αμφισβήτησαν την ιστορική αξία των ιερών γραφών, επηρεασμένοι από τη βαρύνουσα γνώμη της διακεκριμένης αρχαιολόγου.

Στο έργο της επισημαίνει μια σειρά από λάθη, όσον αφορά το συλλογισμό και τους υπολογισμούς, που την οδήγησαν σε μια πρώιμη χρονολόγηση της καταστροφής της πόλης. Είναι γνωστό ότι η χρονολόγηση των στρωμάτων μιας ανασκαφής βασίζεται κατά μεγάλο μέρος στην τυπολογία της κεραμικής, η οποία συσχετίζεται με μια συγκεκριμένη ιστορική περίοδο.

Οι αρχαιολογικές θέσεις εντάσσονται στο ίδιο ιστορικό πλαίσιο με άλλες που παρουσιάζουν αναλογίες στην κεραμική. Ο Wood υποστηρίζει ότι η Kenyon έλαβε υπόψη της για τη χρονολόγηση του στρώματος IV, που σχετίζεται με την καταστροφή της πόλης, την απουσία ενός είδους κεραμικής εισηγμένης από την Κύπρο, που συναντάται σε άλλες μεγάλες Παλαιστινιακές πόλεις στο 1500 – 1400 π.Χ. Έτσι, οδηγήθηκε στο συμπέρασμα ότι την εποχή της εξάπλωσης αυτής της κεραμικής, η πόλη της Ιεριχούς είχε ήδη καταστραφεί.

Το επιχείρημα αυτό δεν θεωρείται ικανοποιητικό από τον Αμερικανό αρχαιολόγο, επειδή η Ιεριχώ ήταν την περίοδο αυτή μια μικρή πόλη, απομακρυσμένη από τις εμπορικές οδούς. Εξάλλου, αμφισβητεί το πόσο αντιπροσωπευτικό ήταν το τμήμα, που ανέσκαψε η Kenyon για ολόκληρη την πόλη και θεωρεί ότι η ανασκαφή περιορίζεται σε ένα τμήμα της πόλης με φτωχικές κατοικίες, όπου θα ήταν αναμενόμενο να μην συναντήσει κανείς εισαγμένη και δαπανηρή κεραμική.

Πέρα όμως από την χρονολογική ταύτιση, ο Wood επεσήμανε και αντιστοιχίες μεταξύ των αρχαιολογικών ευρημάτων και της Βιβλικής περιγραφής. Η ίδια η Kenyon αναφέρεται στο εντυπωσιακό οχυρωματικό σύστημα της Ιεριχούς και στις πλίνθους, που ανακάλυψε στους πρόποδες του λόφου, οι οποίες είχαν καταπέσει από τα ψηλότερα σημεία του τείχους. Ο Wood πιστεύει πως τα τείχη πραγματικά «σείστηκαν», σύμφωνα με τις βιβλικές αναφορές.

Εξάλλου, η Kenyon ανακάλυψε σε όλο τον ανασκαμμένο χώρο ένα στρώμα τέφρας, βάθους ενός μέτρου, που δηλώνει πως η πόλη καταστράφηκε από μεγάλη πυρκαγιά, πράγμα που ενισχύει την ιστορική αλήθεια των γραφομένων στην Παλαιά Διαθήκη ότι όταν οι Ισραηλίτες απέκτησαν πρόσβαση στην πόλη, την έκαψαν μαζί με ότι υπήρχε μέσα σε αυτή.

Πώς εξηγείται όμως η ύπαρξη μιας μεγάλης ποσότητας σιταριού που βρέθηκε και αυτή αποτεφρωμένη στα στρώματα καταστροφής της πόλης; Θα ήταν λογικό οι εισβολείς να έπαιρναν το πολύτιμο σιτάρι μετά την κατάκτηση της πόλης.

Σύμφωνα με τις Γραφές, αναφέρει o Wood, είχε δοθεί στους Ισραηλίτες η Θεία εντολή να μη πάρουν ούτε έναν κόκκο σιταριού από την Ιεριχώ. Η αποθήκευση μεγάλης ποσότητας σιταριού δηλώνει πως η πόλη καταστράφηκε λίγο μετά την περίοδο του θερισμού. Αυτή την εποχή του έτους, προκύπτει από αναφορές στην Παλαιά Διαθήκη ότι έγινε η εισβολή των Ισραηλιτών.

Εξάλλου το μεγάλο απόθεμα σιταριού καθιστά πιο πειστική την άποψη ότι η πόλη καταστράφηκε μετά από το σύντομο διάστημα των επτά ημερών, παρά έπειτα από πολυήμερη πολιορκία. Ακόμα και μια ραδιοχρονολόγηση, που πραγματοποιήθηκε σε δείγμα ξυλοκάρβουνου έδωσε ενδείξεις ότι η καταστροφή της πόλης συντελέστηκε γύρω στο 1410 π.Χ.

Το ζήτημα της χρονολόγησης της καταστροφής της Ιεριχούς δεν είναι καινούριο. Αντικρουόμενες απόψεις διαμορφώθηκαν από την πρώτη φορά που ανασκάφθηκε η πόλη, στις αρχές του αιώνα. Ο C. Watzinger ήταν ο πρώτος που συμπέρανε ότι η πόλη ήταν ανοχύρωτη και ακατοίκητη, κατά την περίοδο που σύμφωνα με την Βίβλο, οι Ισραηλίτες εμφανίστηκαν στη Χαναάν και κατέστρεψαν την Ιεριχώ.

Την δεκαετία του 1930, ο J. Garstang, χρησιμοποιώντας πιο εξελιγμένες μεθόδους, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι υπάρχει συμφωνία ανάμεσα στη διήγηση της Βίβλου και τα αρχαιολογικά δεδομένα και ότι το τέλος της πόλης ήλθε γύρω στο 1400 π.Χ. Η θέση του Garstang προκάλεσε εκ νέου διαφωνίες και ο ίδιος ζήτησε από τη Βρετανή αρχαιολόγο, Kenyon, να επανεξετάσει τα μέχρι τότε ευρήματα. Η άποψή της, όμως, συνέκλινε με εκείνη των Sellin και Watzinger.

Η πρόσφατη άποψη του Wood έρχεται να συμπληρώσει μια μακρά περίοδο συζητήσεων, σχετικά με τη χρονολογία της καταστροφής.

Σκάναρε και προχώρησε την έρευνα:

Έρευνα, Στέλλα Ταμπάκη

Ένα Σχόλιο Προσθέστε το δικό σας

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *