Η ΑΜΕΡΙΚΗ ΠΡΙΝ ΤΟ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟ ΚΟΛΟΜΒΟ

στις

Από τότε που ο Πλάτωνας έγραψε τον Τίμαιο και τον Κριτία, την ανθρώπινη σκέψη την απασχολεί ο μύθος της Ατλαντίδας. Σύμφωνα με τα γραφόμενα του Πλάτωνα, οι ιερείς ενός ναού στην αιγυπτιακή πόλη Σάϊδα διηγήθηκαν στο Σόλωνα ότι πέρα από τις Στήλες, στον Ατλαντικό Ωκεανό υπήρχε μια εκτεταμένη μεγαλόνησος ή ήπειρος, η Ατλαντίδα, “μεγαλύτερη από τη Λιβύη και την Ασία μαζί”, οι κάτοικοι της οποίας 9000 χρόνια πριν από την εποχή του Σόλωνα επιχείρησαν να κατακτήσουν ολόκληρο τον κόσμο αλλά αποκρούστηκαν από τους τότε Aθηναίους. Η Ατλαντίδα τελικά καταποντίστηκε στα νερά του ωκεανού, που στο σημείο αυτό δεν είναι πια πλωτός.

Από την αρχαιότητα ως τις μέρες μας πολλοί γοητεύτηκαν από τις προοπτικές ανατροπής πολλών ιστορικών δεδομένων, που θα προκαλούσε η επαλήθευσή του μύθου της Ατλαντίδας, άλλοι όμως, λογικότεροι, απέρριψαν μια τέτοια εκδοχή και κράτησαν μόνο τον γοητευτικό μύθο. O επιφανέστερος μαθητής του Πλάτωνα, ο Αριστοτέλης, τον αντιμετωπίζει σαν μύθο. “Όπως τη δημιούργησε έτσι και την κατέστρεψε, (ο Πλάτωνας την Ατλαντίδα)”, γράφει σχολιάζοντας το απότομο τέλος της σχετικής διήγησης στον Κριτία.

Νεότεροι ερευνητές, (Μαρινάτος, Γαλανόπουλος), δέχονται την αλήθεια της πλατωνικής διήγησης, τοποθετούν όμως την Ατλαντίδα στο Αιγαίο και ειδικότερα στη Θήρα, υποστηρίζοντας ότι όλοι οι, υπερβολικοί, αριθμοί, που δίνει ο Πλάτωνας για την αρχαιότητα, την απόσταση, το μέγεθος, το στρατό και το στόλο της Ατλαντίδας οφείλονται σε λανθασμένη μεταγραφή των αιγυπτιακών αριθμητικών ψηφίων σε ελληνικά και πρέπει να διαιρεθούν δια του δέκα. Έτσι η ηλικία των 9000 χρόνων πριν από το Σόλωνα γίνεται 900, (γύρω στο 1500 π.Χ.), η απόσταση των 5000 χιλιομέτρων από την Αίγυπτο γίνεται 500, (δηλαδή ως στις Κυκλάδες) και η διάμετρος των 300 χιλιομέτρων για την κεντρική περιοχή της Ατλαντίδας γίνεται μόνο 30, όση η αρχική διάμετρος της Θήρας, όταν πριν ανατιναχθεί από την έκρηξη του ηφαιστείου της, ονομαζόταν ακόμα Στρογγύλη.

Το ταξίδι του Οδυσσέα στη Β. Αμερική

H Αμερικανίδα δικηγόρος Ενριέττα Μέρτζ, η οποία κατά τη διάρκεια του πολέμου υπηρέτησε στο πολεμικό ναυτικό των ΗΠΑ, στο βιβλίο της με τον ωραίο τίτλο “The dark wine sea”, που εκδόθηκε στα 1958, υποστηρίζει ότι ο Οδυσσέας, μετά τους Λωτοφάγους, τους Κύκλωπες, τη νήσο του Αιόλου και τους Λαιστρυγόνες, πέρασε το στενό του Γιβραλτάρ και ύστερα από πολλές περιπέτειες βρέθηκε στην Αμερική. Η Μέρτζ βασιζόμενη σε περικοπές της Οδύσσειας, οι οποίες, κατά την άποψή της, περιγράφουν νησιά του Ατλαντικού και μέρη της Βόρειας Αμερικής, τοποθετεί το νησί της Κίρκης, Αιαία, στη Μαδέρα, τη Σκύλα και τη Χάρυβδη στην είσοδο του κόλπου Φόντυ της Νέας Γης, το νησί της Καλυψώς, Ωγυγία, στις Αζόρες, το νησί των Φαιάκων, Σχερία, στη Φλωρίδα κ.ου.κ.

Και η μεν περιγραφή των τοπίων από τον Όμηρο μπορεί να θυμίζει τα εν λόγω μέρη, όπως ασφαλώς θα μπορούσε κανείς να βρει αξιόλογες ομοιότητες με τοποθεσίες της Παταγονίας ή της Καμτσάτκας, η Μερτζ όμως υποχρεώνει τον ήδη πολύπλαγκτο Οδυσσέα να διανύει με απίστευτη ταχύτητα τις τεράστιες αποστάσεις που χωρίζουν αυτά τα μέρη, τα οποία στη Μεσόγειο είναι σχετικά κοντά το ένα με το άλλο, (π.χ. στην Οδύσσεια η απόσταση από το στενό της Σκύλας και της Χάρυβδης ως την Ωγυγία – δηλαδή κατά την Μερτζ από τη Νέα Γη ως τις Αζόρες – καλύπτεται με ιστιοφόρο σε δέκα μόνο μέρες), να διαπλέει προς όλες τις κατευθύνσεις τον Ατλαντικό, για να συμφωνεί και με τη σειρά που μνημονεύει ο Όμηρος και τελικά βάζει τους Φαίακες ναυτικούς να φέρνουν τον Οδυσσέα εν μια νυκτί από τη Σχερία, (που τη θέλει στη Φλώριντα), στην Ιθάκη, κατόρθωμα ανέφικτο ακόμα και με αεροπλάνο.

Το ταξίδι του “Ρα” από την Αίγυπτο στις Αντίλλες

Ο Nορβηγός εθνολόγος και αρχαιολόγος Θωρ Χάγιερνταλ έγινε διάσημος με τον περίφημο διάπλου του Ειρηνικού πάνω στη σχεδία “Κον Τίκι”, από τις ακτές του Περού ως την Ανατολική Πολυνησία, στα τέλη της δεκαετίας του 40. Με το εγχείρημά του αυτό ο Χάγιερνταλ θέλησε να επαληθεύσει τη θεωρία του ότι ο πολιτισμός της Πολυνησίας και ειδικότερα ο πολιτισμός της Νήσου του Πάσχα, προέρχεται από την προκολομβιανή Αμερική και συγκεκριμένα από τους ανδικούς πολιτισμούς.

Παρά το γεγονός ότι το “Κον Τίκι” έφτασε τελικά στον προορισμό του, οι ιστορικοί δε δέχονται ότι μ’ αυτό επαληθεύεται η θεωρία του Χάγερνταλ. Εκτός των άλλων επιχειρημάτων επισημαίνουν το γεγονός ότι το “Κον Τίκι” χρειάστηκε να ρυμουλκηθεί σε μεγάλη απόσταση από περουβιανό πλοίο, ώσπου να συναντήσει το ρεύμα του Χούμπολτ, που το έφερε στην Πολυνησία. Αυτό σημαίνει πως οι σχεδίες των περουβιανών δεν ήταν δυνατό να απομακρυνθούν από τις ακτές, αλλά κι αν το κατόρθωναν δε θα μπορούσαν ποτέ να γυρίσουν πίσω.

Ο Χάγιερνταλ πάντως χωρίς να αποθαρρυνθεί από την παγερή υποδοχή που επεφύλαξε το σύνολο σχεδόν των επιστημόνων στην αμφιλεγόμενη επιτυχία του “Κον Τίκι”, επιχείρησε και πέτυχε στη δεκαετία του 70 να διαπλεύσει τον Ατλαντικό με το σκάφος “Ρα”, φτιαγμένο από δέσμες καλαμιών παπύρου, όπως έφτιαχναν τις βάρκες τους οι αρχαίοι Αιγύπτιοι αλλά και οι (πολύ μεταγενέστεροι τους) Αϋμαρά της λίμνης Τιτικάκα. Αυτή τη φορά ο Χάγιερνταλ θέλησε να αποδείξει πως οι ανδικοί πολιτισμοί κατάγονται από την αρχαία Αίγυπτο και σ’ αυτό οφείλονται οι πυραμίδες του Κούσκο, τα καλαμένια σκάφη της λίμνης Τιτικάκα, οι μούμιες των Ίνκας κλπ.

Έλληνες και Φοίνικες ναυτικοί στην Αμερική

Οι Έλληνες και οι φοίνικες ναυτικοί της αρχαιότητας ήταν εξοικειωμένοι με τη Μεσόγειο και τις συνδεόμενες μ’ αυτήν εσωτερικές θάλασσες και τα πλοία τους ήταν σε θέση να τις περιπλέουν με ασφάλεια σ’ όλα τα μήκη και πλάτη τους. Αντίθετα δε φαίνεται ότι διέθέταν σκάφη ικανά να αντιμετωπίσουν τα κύματα και τους θυμούς του Ατλαντικού ωκεανού. Παρ’ όλα αυτά επιχειρούσαν κάποτε ταξίδια πέρα από το Στενό του Γιβραλτάρ, που στην αρχαιότητα οι μεν Έλληνες ονόμαζαν Στήλες του Ηρακλή και οι Φοίνικες Στήλες του Μελκάρθ.

Τα γνωστότερα υπερμεσόγεια ταξίδια που κατέγραψε η ιστορία είναι ο περίπλους της Αφρικής από τον Άννωνα τον Καρχηδόνιο και οι εξερευνήσεις του Βισκαϊκού κόλπου και της Βόρειας θάλασσας από τον Πυθέα το Μασσαλιώτη, αλλά οπωσδήποτε θα υπήρξαν πολύ περισσότερα που έμειναν άγνωστα, ιδιαίτερα όταν οι Καρχηδόνιοι, μετά την άλωση και καταστροφή της Ταρτησσού, απόχτησαν τον απόλυτο έλεγχο του Στενού. Δεν μπορούμε λοιπόν να αποκλείσουμε το ενδεχόμενο πλοία που ξανοίχτηκαν στον Ωκεανό να παρασύρθηκαν μακριά από τις ακτές και τα ρεύματα να τα έφεραν στην Αμερική. Παρόμοιες εξαφανίσεις πλοίων ήταν συχνές κι αυτές γέννησαν το θρύλο για την Ταρτησία Μύραινα, η οποία κατά τις διηγήσεις των αρχαίων Ελλήνων ναυτικών ήταν μια τεράστια σαρκοφάγα σμέρνα, που κατέστρεφε τα πλοία και καταβρόχθιζε τους επιβάτες τους.

Στη ζούγκλα της Βραζιλίας ανακαλύφθηκαν στις αρχές του αιώνα επιγραφές σε βράχους, στις οποίες, παρά τη μεγάλη φθορά που παρουσιάζουν, διάφοροι ευφάνταστοι ερευνητές διάβασαν ελληνικές ή φοινικικές φράσεις, ενώ άλλοι περισσότερο ρεαλιστές τις θεωρούν πορτογαλικές, γραμμένες όμως από αμόρφωτους τυχοδιώκτες και γι’ αυτό πολύ δυσανάγνωστες.

Βάσκοι, Βρετανοί και Ουαλοί ψαράδες στην Αμερική

Ένας Νεοζηλανδός ερευνητής ονόματι Μπάρυ Φελλ ισχυρίστηκε στα τέλη της δεκαετίας του 70 ότι βρήκε στην κοιλάδα Σουσκεχάννα της Πενσυλβάνιας των ΗΠΑ ίχνη μιας αποικίας βάσκων που έφτασαν ως ναυαγοί στις ανατολικές ακτές της Αμερικής και μη μπορώντας να γυρίσουν πίσω εγκαταστάθηκαν εκεί. Ο Φελλ στηρίζει τη θεωρία του στη μετάφραση που ο ίδιος έκανε των κειμένων πολλών επιγραφών σε πέτρες ή πλάκες, που ανακάλυψε.

Οι επικριτές των ισχυρισμών του Φελλ τονίζουν ότι επιβάλλεται μεγάλη επιφυλακτικότητα στην ανάγνωση παρόμοιων επιγραφών, γιατί κι αν αποκλείσουμε την περίπτωση της απάτης, έχει αποδειχτεί σε πολυάριθμες περιπτώσεις ότι είτε πρόκειται για τυχαία σκαλίσματα του βράχου που προήλθαν από τη διάβρωση, είτε πρόκειται για σχετικά πρόσφατες επιγραφές με ισπανικά, γαλλικά ή αγγλικά κείμενα, που έγιναν ακατανόητα λόγω μεγάλης φθοράς.

Πάντως, όπως και στην προηγούμενη περίπτωση των Ελλήνων και φοινίκων ναυτικών της αρχαιότητας, δεν αποκλείεται κατά τον Μεσαίωνα Βάσκοι, Βρετανοί και Ουαλοί ψαράδες να παρασύρθηκαν από τα θαλάσσια ρεύματα και να έφτασαν ως τις ακτές της Αμερικής, χωρίς το ακούσιο αυτό ταξίδι τους να είχε άλλη συνέπεια ή συνέχεια.

Σκάναρε και προχώρησε την έρευνα:Έρευνα, Γιώργος Μπίτσιος

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *