ΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΟΥ ΑΔΗ

στις

Η ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΚΑΤΩ ΚΟΣΜΟΥ ΣΤΟΝ ΟΜΗΡΟ ΚΑΙ ΣΤΟΥΣ  ΚΛΑΣΙΚΟΥΣ

Είναι γεγονός ότι οι επιθανάτιες αντιλήψεις και οι ταφικές τελετές ενός πολιτισμού προσφέρουν ένα εξαιρετικά πρόσφορο έδαφος για τη μελέτη της «κοσμοθεωρίας» του. Συνηθίζεται μάλιστα το φαινόμενο του θανάτου να συνδέεται με μια χωροχρονική διαίρεση του Κοσμικού σύμπαντος σε Απάνω (επίγειο) Κόσμο των ζωντανών και σε Κάτω (υπόγειο) Κόσμο, όπου είναι η περιοχή των νεκρών ψυχών.Έτσι λοιπόν και ο ελληνικός πολιτισμός φαντάζεται τον Άδη σαν έναν απέραντο υπόγειο κόσμο μέσα βαθιά στη γη, κοινό τόπο όλων των νεκρών, δικαίων και αδίκων, αλλά χωρισμένο οριστικά και διακριτά σε χώρο αγίων και σε χώρο αμαρτωλών, όπως δηλαδή πίστευαν οι αρχαίοι Έλληνες τουλάχιστον από την κλασική εποχή και ύστερα.Ειδικότερα οι γραφές και οι παραστάσεις της νεότερης λαογραφικής μας παράδοσης για τον κάτω κόσμο (Άδη), σαν κοινό τόπο μετάστασης των νεκρών, είναι ανάλογες με αυτές των αρχαίων Ελλήνων, της Π. Διαθήκης, της Κ. Διαθήκης, της δογματικής διδασκαλίας των μεγάλων Πατέρων και των εκκλησιαστικών συγγραφέων, της υμνογραφίας της Ορθόδοξης Ανατολικής Εκκλησίας και της βυζαντινής αγιογραφίας, χωρίς φυσικά να εκλαμβάνονται κατ’ουσίαν αυτές οι τοπογραφικές κατευθύνσεις και περιγραφές του Άδη.

Άδης ο υποχθόνιος θεός του Κάτω Κόσμου και ο τόπος διαμονής των νεκρών

Ο Άδης ή Αϊδης ή Αϊδωνεύς ή Αις ή Αΐδας (δωρική διάλεκτος), γιος του Κρόνου και της Ρέας, αδελφός του πατέρα των θεών Δία,δεν ήταν παλιός θεός της προ-ελληνικής θεολατρείας, αλλά «γνήσιο δημιούργημα της αριστοκρατικής κοινωνίας των πρώτων χρόνων, με σκοπό να απορροφήσει πλήθος τοπικών υποχθόνιων θεών του Κάτω Κόσμου και φυσικά να υποκαταστήσει στο υποχθόνιο βασίλειο τον “γαιάοχο” Ποσειδώνα και τον “καταχθόνιο” Δία, τους οποίους οι ίδιοι οι άνθρωποι ύψωσαν σε ουράνιες σφαίρες». Πάντως, στα ομηρικά χρόνια εμφανίζεται μία θεότητα, ο Άδης ο σκοτεινός, τον οποίο φοβούνται και μισούν θεοί και άνθρωποι και επίσης ένα βασίλειο για τη διαμονή των νεκρών ψυχών καθορισμένο τοπογραφικά και μορφολογικά, στο οποίο βασιλεύει αυτός και η σύζυγός του Περσεφόνη.
Παρόλα αυτά, ο Άδης, αντίθετα με τους άλλους ολύμπιους θεούς, δεν αναφέρεται πολύ συχνά από τη μυθολογία. Ελάχιστες φορές παρουσιάζεται να εξέρχεται από το σκοτεινό βασίλειό του, είτε για να αρπάξει την Περσεφόνη, μετά από εντολή του Δία.
Τα ομηρικά προσωνύμια για τον Άδη εκφράζουν την βαρβαρότητα, τη φρίκη και τον τρόμο που εμπνέει ο υποχθόνιος αυτός θεός: «Ίφθιμος», «Κρατερός» , «Στυγερός», «Αμείλιχος» και «Αδάμαστος». Με την ομηρική αυτή ιδιότητα του φοβερού βασιλιά του κάτω κόσμου, ο υποχθόνιος θεός Άδης, θα μεταλαμπαδευτεί και από τους μεταγενέστερους τραγικούς ποιητές.

Αχέροντας, η πύλη του Κάτω Κόσμου

Ο Αχέρων είναι ποταμός της περιφέρειας της Ηπείρου και διασχίζει τους Νομούς Πρεβέζης, Θεσπρωτίας και Ιωαννίνων. Το όνομα του προέρχεται από τη λέξη «άχος» που σημαίνει θλίψη και αναφέρεται στη θλίψη του θανάτου. Ο ποταμός συνδέεται με τη μυθολογία, την ιστορία, τη θρησκεία και τη λαογραφία. Σύμφωνα με τη μυθολογία η πεδιάδα του Αχέροντα ήταν ο τόπος όπου κατοικούσαν οι ψυχές των νεκρών. Ο ποταμός ήταν ο δρόμος μέσω του οποίου ο Χάροντας οδηγούσε τις ψυχές στη Λίμνη Αχερουσία, στα έγκατα της οποίας βρισκόταν το βασίλειο του Άδη. Στο βορειοανατολική όχθη της Αχερουσίας λίμνης ιδρύθηκε ο σπουδαιότερος χώρος λατρείας των θεών του Κάτω Κόσμου και επικοινωνίας με τις ψυχές των νεκρών, το Νεκρομαντείο του Αχέροντα.Οι επισκέπτες θέλοντας να επικοινωνήσουν με τους αγαπημένους τους που έφυγαν από τη ζωή υποβάλλονταν σε πολυήμερη προετοιμασία που περιελάμβανε πλήρη απομόνωση και ειδική διατροφή. Έπειτα οδηγούνταν στις υπόγειες αίθουσες του Νεκρομαντείου, όπου επικοινωνούσαν με τα πνεύματα των αγαπημένων τους που προφήτευαν το μέλλον.

Σύμφωνα με την αρχαία παράδοση λοιπόν, ο Αχέρων κατέληγε στην παγωμένη και έρημη Αχερουσία λίμνη, χωρίς ίχνος ζωής γύρω της. Τις Πύλες του Άδη φρουρούσε ο άγριος και άσπλαχνος σκύλος Κέρβερος που είχε τρία κεφάλια, χαίτη από φίδια και αγκαθωτή ουρά. Ο βαρκάρης-χάροντας παραλάμβανε τις ψυχές των νεκρών και τις μετέφερε με τη βάρκα του στον Κάτω Κόσμο.Το αντίτιμο για το ταξίδι στον Άδη ήταν ένας οβολός, γι’ αυτό και οι αρχαίοι Έλληνες ενταφίαζαν τους νεκρούς τους με το αντίστοιχο ποσό. Η ψυχή που δεν μπορούσε να πληρώσει ήταν καταδικασμένη να περιπλανιέται και να βασανίζεται αιώνια στις όχθες του ποταμού. Εκτός από τον Αχέροντα, στον Άδη οδηγούσαν ο Κωκυτός και ο Πυριφλεγέθοντας, οι οποίοι συμβόλιζαν τα μαρτύρια που περνούσε μια ψυχή όταν κατέβαινε στον Άλλο Κόσμο.Οι μύθοι δε σταματούν όμως εδώ, στη μυθολογία επίσης αναφέρεται ότι κατά την τιτανομαχία οι Τιτάνες έπιναν νερό από τον Αχέροντα για να ξεδιψάσουν γεγονός που προκάλεσε την οργή του Δία ο οποίος μαύρισε και πίκρανε τα νερά του. Τα νερά του ποταμού παρέμεναν πικρά λόγω ενός «στοιχειού» που ζούσε στις πηγές του και δηλητηρίαζε τα νερά.

ΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΟΥ ΑΔΗ ΣΤΗ ΜΑΝΗ

Στην  δυτική πλευρά του ακρωτηρίου Ταίναρο,διακρίνεται η είσοδος του σπηλαίου. Το σπήλαιο σύμφωνα με τους μύθους  ήταν η πύλη του Άδη, και η είσοδος γίνονταν με βάρκα. Μετά τον κατακλυσμό του Αιγαίου  το σπήλαιο  κατακλύσθηκε. Πάνω από την είσοδο του σπηλαίου φαίνεται η  οπή, όπου γίνονταν οι καθαρμοί και πιο ψηλά, μία αίθουσα. Aυτή την μεταφυσική διαδικασία φαίνεται πώς ένοιωθαν οι αρχαίοι που κατοικούσαν αυτόν τον τόπο, τη Mάνη, εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια πριν και ας δυσκολευόντουσαν να εξασφαλίσουν τα προς το ζην, οι προϊστορικοί άνθρωποι που δόμησαν άγνωστο πολιτισμό σε μας, ο οποίος άφησε για χνάρι του το Nεκρομαντείο του Ποσειδώνα στο Tαίναρο. Στον τόπο αυτό, πίστευαν οι αρχέγονοι άνθρωποι πως το Φυσικό επικοινωνεί με το συμπαντικό, γι’ αυτό σε τούτη την σπηλιά θεώρησαν πως βρισκόταν η πύλη του Άδη και στο νεκρομαντείο του Ποσειδώνα μπορούσαν να επικοινωνήσουν με τις ψυχές των Προγόνων τους. Tην ίδια μεταφυσική παράδοση,ένοιωθαν οι γεωγραφικοί πρόγονοι των Mανιατών, οι Λακεδαιμόνιοι, που είχαν την ακροταινάρια Γη ως αναπόσπαστο κομμάτι της πόλης κράτους τους ως τις αρχές του 2ου π.X. αιώνα, οι Aχαιοί την μνημόνευαν την Γη αυτή για τη σημασία της την εποχή του Oμήρου, ο οποίος έγραφε “οι τε Λάαν είχον, (οι Aχαιοί), η δ’ Oίτυλον αμφενέμοντο”.Mία τόσο άγονη Γη και κατά συνέπεια φτωχή που με δυσκολία έτρεφε τους κατοίκους της, κάτι το ονειρικό θα είχε και γινόταν μεταφυσικό δέλεαρ των ανθρώπων, ούτως ώστε να συνθέτουν μία διαχρονική πόλη-κράτος της οποίας η νόησή της βρισκόταν υπεράνω της λογικής της.Ένα γένος που βασιζόταν σε δεσμούς αίματος αλλά και πνεύματος, αφού τα μέλη της είχαν αναπτύξει την τεχνική του να ισορροπούν το θυμικό τους με το νοητό τους και να αναδεικνύουν λαμπρά ήθη και έθιμα και αξίες. Στα Νεκρομαντεία ο χρηστηριαζόμενος υποβαλλόταν πρώτα σε νηστεία και καθαρμό, για να είναι άξιος να προσέλθει στον αναγκασμό.

Στο Νεκρομαντείο του Ταινάρου (Βασίλειο του Άδη) είχε εισέλθει ο Oρφέας για να συναντήσει την Ευρυδίκη. Το Μαντείον ήταν υπό την προστασία του “ενοσίγαιου” Ποσειδώνα.

Στην κορυφή του βράχου δεσπόζει ο ναός του Ποσειδώνος, τώρα Βυζαντινός ναός των Ασωμάτων – Μιχαήλ και Γαβριήλ.

Συνοψίζοντας αξίζει να επισημάνουμε γενικότερα ότι οι αντιλήψεις για τον θάνατο και τον Κάτω Κόσμο, καθώς και οι μεταθανάτιες ιδέες ήταν εκτεθειμένες σε μεγάλες και ριζικές αλληλερμηνείες. Έτσι, σύμφωνα με τη βασική αρχαιοελληνική φιλοσοφία ότι η ζωή συνεχίζεται μετά το θάνατο και ότι ο Κάτω Κόσμος δεν είναι παρά επανάληψη του επίγειου, οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν ότι όλοι οι άνθρωποι εξακολουθούσαν να ζουν και στην άλλη ζωή, όπως ακριβώς και πάνω στην υπάρχουσα ζωή. Βέβαια το ομηρικό έπος «αντιστάθηκε σθεναρά σε κάθε ιδέα εντεταλμένης ύπαρξης της ψυχής μετά το θάνατο». Η ομηρική αντίληψη περί θανάτου υπόσχεται στον άνθρωπο μόνο μια ύπαρξη στερημένη από οποιαδήποτε ευχαρίστηση που θα την καθιστούσε αντάξια της ζωής.

Σκάναρε και προχώρησε την έρευνα:Έρευνα, Λάμπρος Παπαδής

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *