ΚΥΝΗΓΙ ΜΑΓΙΣΣΩΝ

στις

Το κυνήγι μαγισσών επηρέαζε πολύ κόσμο κατά τον Μεσαίωνα. Ο φόβος της μαγείας οδήγησε στο κυνήγι μαγισσών και σε εκτελέσεις. Αυτό συνέβη κυρίως στη Γαλλία, στη Γερμανία, στη βόρεια Ιταλία, στην Ελβετία και στις Κάτω Χώρες—το Βέλγιο, το Λουξεμβούργο και την Ολλανδία. «Δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι στην Ευρώπη και στις ευρωπαϊκές αποικίες πέθαναν», και «εκατομμύρια άλλοι υπέμειναν βασανιστήρια, συλλήψεις, ανακρίσεις, μίσος και αισθήματα ενοχής ή φόβου», αναφέρει το βιβλίο Κυνήγια Μαγισσών στο Δυτικό Κόσμο.

“Η μάγισσα, No. 3”, c.1892, Ιωσήφ Μπέικερ.
Υποθέσεις κυνηγιού μαγισσών έχουν καταγραφεί στην Αρχαία Αίγυπτο και τη Βαβυλώνα. Ο κώδικας του Χαμουραμπί αναφέρει σχετική διάταξη κατά της χρήσης μαγείας. Η εβραϊκή βίβλος απαγόρευε τη μαγεία.

Κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες υπήρξε ανάλογη δραστηριότητα, παρότι επίσημα η χριστιανική εκκλησία δεν διεξήγαγε απ’ ευθείας τότε τις δίκες. Από τον 13ο αιώνα η Καθολική Εκκλησία με την Ιερά Εξέταση ήταν ιδιαίτερα απασχολημένη με τη δίωξη αιρετικών στοιχείων και δρούσαν κατά κύριο λόγο γενικά εναντίον αιρετικών στοιχείων και δευτερεύοντος κατά της μαγείας. Κατά τους πρώτους αιώνες της Μεσαιωνικής περιόδου, οι διώξεις μαγισσών εντάθηκαν μόνο σε συγκεκριμένες περιπτώσεις και για συγκεκριμένες χρονικές περιόδους.

Το κυνήγι μαγισσών ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένο τον 16ο-17ο αιώνα κυρίως λόγω της αντιμεταρρυθμιστικής δραστηριότητας συντηρητικών καθολικών κύκλων. Άλλες εκδοχές τονίζουν τις αλλαγές στους νόμους, οι οποίοι πλέον επέτρεπαν την ανεμπόδιστη καταδίωξη μαγισσών. Μια άλλη εκδοχή τονίζει την διάδοση βιβλίων μαύρης μαγείας και αποκρυφισμού: χαρακτηριστικά τη δεκαετία του 1560 στη Γερμανία τυπώθηκαν 100.000 βιβλία ανάλογου περιεχομένου. Μία τελευταία εκδοχή αναφέρει ότι λόγω της εξαιρετικά φτωχής σοδειάς που απέδωσαν οι καλλιέργειες και των ακραίων καιρικών συνθηκών την εποχή εκείνη κατηγορήθηκαν οι μάγισσες. Την εποχή εκείνη στην Ευρώπη πιστεύονταν γενικά ότι η τέλεση μαγείας μπορούσε να καθορίσει τα καιρικά φαινόμενα. Υπάρχει και η περιορισμένη άποψη ότι οι καταδιώξεις σχετίζονται και με τον ίδιο τον Τριακονταετή πόλεμο.

Στη νοτιοδυτική Γερμανία διεξήχθησαν 480 δίκες, από αυτές 317 διεξήχθησαν σε καθολικές περιοχές και 163 σε προτεσταντικές. Την περίοδο, στην ίδια περιοχή, 1561-1670 τουλάχιστον 3.229 άτομα εκτελέστηκαν για διενέργεια μαγείας (2.527 στις καθολικές και 702 στις προτεσταντικές περιοχές). Παρόμοιες δίκες διεξήχθησαν και στην Γαλλία (Κοταντέν).

Ορισμένοι κοινωνιολόγοι θεωρούν ότι το κυνήγι μαγισσών διεξαγόταν ως αποτέλεσμα της φύσης του ανθρώπου να εξηγήσει ανεξήγητα φαινόμενα ή απλά κάτι ασυνήθιστο. Ανάλογης λογικής εξήγηση μπορεί να δοθεί και για τον αντισημιτισμό των Ναζί, οι οποίοι κατηγορούσαν τους Εβραίους για προβλήματα γενικής οικονομικής φύσης στην κοινωνία.

Η σύγχρονη έννοια του όρου «κυνήγι μαγισσών» δεν έχει σχέση με το φύλο, σε αντίθεση με την παλιά ερμηνεία. Χαρακτηριστικά, για το θηλυκό φύλο, ένας δικαστής μαγισσών, το 1595, είχε δηλώσει: Ο διάβολος τις χρησιμοποιεί, διότι γνωρίζει ότι είναι επιρρεπείς στις σαρκικές απολαύσεις, και επιδιώκει να τις δεσμεύσει στην υπηρεσία του με μια τόσο αμοιβαία υποσχόμενη πρόκληση.

Η σύγχρονη έννοια του όρου έχει γενικευτεί και αναφέρεται σε κάθε κατάσταση όπου μία ομάδα ανθρώπων, κατηγορείται ουσιαστικά εν αγνοία της, χωρίς απτές αποδείξεις. Σε μια τέτοια υπόθεση το αποτέλεσμα είναι ήδη προδιαγεγραμμένο και απλά εστιάζεται στο αν η κατηγορούμενη πλευρά ομολογήσει ή όχι. Συχνά οι υποτιθέμενες ομολογίες των κατηγορουμένων, εξάγονται μετά από σοφιστικά τεχνάσματα ή από αμφισβήτηση της πίστης τους ή του παρελθόντος τους.

Ο βενεδικτίνος μοναχός Μπαλτάζαρ φον Ντέρνμπαχ

Ο μοναχός του 16ου αιώνα που πέρασε όλη του σχεδόν τη ζωή σε φραγκισκανό μοναστήρι του γερμανικού κρατιδίου της Έσσης έγινε κάποια στιγμή ηγούμενος, υπηρετώντας τον Θεό από την τρυφερή ηλικία των 12 ετών. Μεγαλώνοντας, διαδέχτηκε στην ηγεσία του θείο του ηγούμενο, όταν και εγκαινίασε μια περίοδο φρίκης στο κρατίδιο.

Ήδη από την πρώτη στιγμή, ο Μπαλτάζαρ έβγαλε ένα φιρμάνι που απαγόρευε στο ποίμνιο την προσχώρηση στην αντιμεταρρύθμιση του προτεσταντισμού, αναγκάζοντας τους πιστούς να επιστρέψουν στον ρωμαιοκαθολικισμό. Οι αντιδημοφιλείς πράξεις του τον ανάγκασαν να παραιτηθεί κάποια στιγμή από την εξουσία, καθώς ξέσπασαν εν τω μεταξύ θρησκευτικές ταραχές. Όταν κόπασαν τα έκτροπα, ο Ντέρνμπαχ επέστρεψε στη θέση του το 1602 (έπειτα από 25 χρόνια), αν και αυτή τη φορά επικέντρωσε τη μήνη του στις μάγισσες, πυροδοτώντας έτσι ένα από τα μεγαλύτερα κυνήγια μαγισσών της μεσαιωνικής ιστορίας!

Ακόμα και γερμανίδες αριστοκράτισσες δεν ξέφυγαν από τη μανία που ηγούμενου και πολλές αναγκάστηκαν να ομολογήσουν μαρτυρικά ότι κυοφορούσαν ακόμα και το μωρό του Σατανά, τον ίδιο τον Αντίχριστο, για να γλιτώσουν τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς τους. Περισσότερες από 200 γυναίκες κάηκαν στην πυρά του τρίχρονου κυνηγιού του Ντέρνμπαχ κατηγορούμενες για μαγεία, καθώς ο δικαστής που ενθρόνισε ο ηγούμενος στο θρησκευτικό δικαστήριο μοιραζόταν τις ίδιες ακριβώς φανατικές απόψεις. Μετά τον θάνατό του το 1605, οι δίκες μαγισσών σταμάτησαν στην Έσση και ο δικαστής του καταδικάστηκε τελικά σε θάνατο και καρατομήθηκε.

Ο Ιεροεξεταστής Αλόνσο ντε Σαλαζάρ Φριάς

Η περίπτωση του Σαλαζάρ παραμένει μοναδική στα χρονικά του κυνηγιού μαγισσών, παρά το γεγονός ότι ήταν ένας από τους πιο σκληροπυρηνικούς ισπανούς Ιεροεξεταστές και εγκαινίασε ένα από τα μαζικότερα κυνήγια μαγισσών στη Ναβάρα των αρχών του 17ου αιώνα. Κι αυτό γιατί ξεκίνησε την καριέρα του ως υπερασπιστής συνήγορος των μαγισσών! Ήταν όμως και το άλλο: ενώ πίστευε στη μαγεία και την παραδειγματική τιμωρία των μαγισσών, δεν θεωρούσε κατ’ ανάγκη ότι οι μάγισσες έπρεπε να εκτελούνται.

Το εκτεταμένο κυνήγι μαγισσών που είχε ξεκινήσει στη Γαλλία πυροδότησε γενικευμένη υστερία στη θρησκόληπτη Ισπανία και ειδικά στο κρατίδιο της Ναβάρας. Ο ολοένα και αυξανόμενος αριθμός κατηγοριών αλλά και ομολογιών τελικά (λόγω των φριχτών βασανιστηρίων) έκαναν την κοινωνία να πιστέψει ότι υπήρχε πράγματι μια μυστικιστική σέχτα μαύρης μαγείας στην περιοχή, όταν και ανέλαβε η Ιερά Εξέταση να διαλευκάνει την υπόθεση. Ο Σαλαζάρ ήταν ένας από τους τρεις αρμόδιους Ιεροεξεταστές και μάλιστα ο πιο διαλλακτικός και λογικός, όσο και αν αυτός ο όρος δεν προσιδιάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση!

Ο Σαλαζάρ δεν πίστεψε ποτέ ότι η υποτιθέμενη σέχτα των μαγισσών αριθμούσε τόσα πολλά μέλη, καθώς οι σημειώσεις έφτασαν να περιλαμβάνουν κάποια στιγμή τα ονόματα τουλάχιστον 7.000 ανθρώπων που είχαν κατηγορηθεί ή παραδεχτεί ότι εντρυφούσαν σε αποκρυφιστικές τελετές! Το ισπανικό κυνήγι μαγισσών θα ήταν σαφώς πιο μαζικό χωρίς τον ψύχραιμο Σαλαζάρ, ο οποίος ως αρχιδικαστής έψαχνε για περισσότερες αποδείξεις. Απέρριπτε, για παράδειγμα, κάθε υπόθεση παιδικής κατηγορίας για μαγεία, ακόμα και όταν υπήρχε έγγραφη ομολογία του παιδιού(!), την ίδια ώρα που δεν θεωρούσε επαρκείς τις φήμες και απέρριπτε τέτοια κατηγορητήρια. Στο τέλος, μόλις(!) 31 άνθρωποι καταδικάστηκαν για μαγεία από τις 7.000 υποθέσεις που χειρίστηκε ο Ιεροεξεταστής και 11-12 από αυτούς κατέληξαν στην πυρά.

Ο Γάλλος άρχοντας Νικολά Ρεμί

Αν τα χρονικά που τον αφορούν είναι ακριβή, τότε μιλάμε για τον παραγωγικότερο κυνηγό μαγισσών του Μεσαίωνα, καθώς ο γάλλος δημόσιος λειτουργός μπλέχτηκε στην καταδίκη και την απάνθρωπη εκτέλεση περισσότερων από 900 μαγισσών! Τα δικαστικά μητρώα δεν σώζονται ωστόσο και παρά τη διαβόητη φήμη του ως ανηλεής και αιμοσταγής δικαστής, ο αριθμός ενδέχεται να έχει παραφουσκωθεί από τον μαύρο θρύλο του.

Σύμφωνα με τα προσωπικά κιτάπια του ίδιου, ο Ρεμί εξόντωσε 128 ανθρώπους και όπως έλεγε είχε καλό λόγο γι’ αυτό. Ο φέρελπις δικηγόρος έχασε τον πρωτότοκο γιο του και κατηγόρησε έναν ζητιάνο ότι τον είχε καταραστεί, βάζοντας κατόπιν στο στόχαστρο τη μαγεία. Τέτοια ήταν μάλιστα τα πεπραγμένα του με το κυνήγι των μαγισσών και την κάθαρση της χριστιανικής κοινωνίας από τις υπερφυσικές δυνάμεις που ανέβηκε σύντομα τα σκαλιά της ιεραρχίας, γινόμενος ολοένα και πιο δυνατός. Και παρανοϊκότερος φυσικά!

Το 1583 έγινε ευγενής και το 1591 αρχιδικαστής στη Λωραίνη, καθώς η φήμη του προηγούνταν πια. Όταν δεν κυνηγούσε μάγισσες, έγραφε για μάγισσες, τέτοια ήταν η μανία του, την οποία περιέβαλε τώρα με ιστορικά στοιχεία και χαλκευμένα ντοκουμέντα. Το σύγγραμμά του «Δαιμονολατρεία» κυκλοφόρησε το 1595 και έγινε το απόλυτο βιβλίο αναφοράς για το κυνήγι μαγισσών σε όλη τη μεσαιωνική Ευρώπη. Σύμφωνα με τις πεποιθήσεις του, η μαγεία έρεε στις φλέβες όλης της οικογένειας, κάτι που σήμαινε ότι αν ένα μέλος κατηγορούνταν για μαγεία, τότε όλη η φαμίλια έπρεπε να εξοντωθεί για να απαλλαγεί η κοινωνία από το δαιμονικό. Αυτή ήταν η προσωπική του σταυροφορία, το ξεκλήρισμα όλης της σατανικής οικογένειας.

Ο ταγμένος δικαστής Ρότζερ Νόγουελ

Παρά το γεγονός ότι το Πεντλ Χιλ δεν είναι τόσο γνωστό, στα ιστορικά κιτάπια χαρακτηρίζεται ως «το Σάλεμ της Αγγλίας», καθώς εκεί έλαβε χώρα μια σειρά από τις πλέον διαβόητες δίκες μαγισσών της βρετανικής ιστορίας κατά το 1612. Η δίκη κατέληξε όχι μόνο στην εκτέλεση 10 ανθρώπων, αλλά έθεσε και ένα φριχτό δεδικασμένο για τέτοιες υποθέσεις που θα επηρέαζε μέχρι και την άλλη πλευρά του Ατλαντικού (περιλαμβανομένου του Σάλεμ)!

Πριν από την εν λόγω δικαστική περιπέτεια λοιπόν, οι μαρτυρίες παιδιών κάτω των 14 ετών δεν θεωρούνταν πουθενά στην Ευρώπη αξιόπιστες και οι καταθέσεις τους δεν γίνονταν δεκτές σε καμιά δικαστική αίθουσα. Κι όμως, στο Πεντλ Χιλ η καταδίκη στηρίχθηκε στη μαρτυρία εννιάχρονου κοριτσιού! Κι αυτό γιατί ο βασιλιάς Ιάκωβος Α’ της Αγγλίας είχε άρει κάθε τέτοιο περιορισμό σε δίκες μαγισσών, καθώς ήθελε να απαλλάξει τη χώρα του από τη μαγεία και ήταν διατεθειμένος να φτάσει πολύ μακριά για να το πετύχει αυτό.

Ο Ρότζερ Νόγουελ ήταν ο τοπικός δικαστής, στα αυτιά του οποίου έφτασε η ιστορία ενός νεκρού εμπόρου που είχε πεθάνει όταν τον καταράστηκε μια μάγισσα γιατί δεν της πουλούσε τα αγαθά του. Ήξερε ότι ο βασιλιάς κυνηγούσε τις μάγισσες και ο ίδιος δεν αγαπούσε ακριβώς τους καθολικούς, η περίσταση ήταν λοιπόν ευνοϊκότατη καθώς η εν λόγω κυρία πληρούσε αμφότερες τις προϋποθέσεις. Και βέβαια γνώριζε ότι μια τέτοια ιστορία θα του εξασφάλιζε την εύνοια του βασιλιά, γι’ αυτό και χρησιμοποίησε την κατάθεση της μικρούλας για να καταδικάσει όχι λιγότερους από 11 ανθρώπους για μαγεία, περιλαμβανομένης της οικογένειας της 9χρονης! Όλα τα θύματα εκτελέστηκαν ή σάπισαν στη φυλακή. Όσο για τον δικαστή, η πράξη του και μόνο να βασίσει την καταδίκη στη μαρτυρία παιδιού έμελλε να έχει τεράστιο αντίκτυπο σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, κάνοντάς τον ακόμα πιο διαβόητο από άλλους, σαφώς παραγωγικότερους, κυνηγούς μαγισσών.

Ο αρχιεπίσκοπος Γιόχαν φον Σόνενμπεργκ

Ανώτατος κληρικός και μέντορας πολλών διαπρεπών κυνηγών επικηρυγμένων, ο Σόνενμπεργκ ήταν ο αρχιεπίσκοπος που ευθύνεται για το μεγαλύτερο σε έκταση και θηριωδία κυνήγι μαγισσών της ευρωπαϊκής ιστορίας. Πίσω στα τέλη του 16ου αιώνα, η γερμανική πόλη της Τριρ στη Ρηνανία αντιμετώπιζε οξύτατα προβλήματα στειρότητας και χωρίς πρόδηλη αιτία, έπρεπε να φταίει η μαγεία.

Αυτό θα πυροδοτούσε μια μαζική δίκη μαγισσών που όμοιά της δεν έχει στον Μεσαίωνα: κάθε πόλη και χωριό της επισκοπής της Τριρ ξεψαχνίστηκε για σημάδια μαγείας και πλέον κανείς δεν ήταν ασφαλής από τις ανυπόστατες κατηγορίες που εξαπλώνονταν σαν φάντασμα πάνω από την περιοχή, κανείς, ούτε δικαστές, ούτε ιερωμένοι, ούτε κοσμήτορες ούτε δημόσιοι αξιωματούχοι. Αναρίθμητοι άνθρωποι σύρθηκαν στα δικαστήρια και όσοι δεν εκτελέστηκαν με συνοπτικές διαδικασίες, έχασαν περιουσίες και εξορίστηκαν, όπως και σύσσωμες οι οικογένειες των υπαιτίων της στειρότητας.

Η δικαστική μανία θα κρατούσε για περισσότερο από μια δεκαετία, από το 1581-1593. Μόνο στην πόλη της Τριρ, 368 άνθρωποι εκτελέστηκαν μαρτυρικά και πολλές χιλιάδες ακόμα κάηκαν στα παλούκια του εξαγνισμού στην επικράτεια της επισκοπής. Κι όλα αυτά ήταν έργο ενός και μόνο ενός ανθρώπου, του Γιόχαν φον Σόνενμπεργκ!

Ο αρχιεπίσκοπος της Τριρ ήταν ταυτοχρόνως μέλος μιας επιτροπής εκλεκτόρων της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, κάτι που του έδινε μεγάλη εξουσία και επιρροή, τις οποίες και χρησιμοποίησε αθρόα. Όποιος του έφερνε αντίρρηση στο παράλογο κυνήγι μαγισσών που είχε εξαπολύσει, συλλαμβανόταν γρήγορα, καταδικαζόταν και εκτελούνταν χωρίς πολλά πολλά.

Το κρυφό του σχέδιο ήταν η εθνοκάθαρση της περιοχής του ελέγχου του, καθώς σύντομα το κυνήγι μαγισσών εξελίχθηκε σε κανονικότατο διωγμό κατά διαφορετικών θρησκευτικών και φυλετικών ομάδων και τώρα οι μάγισσες ήταν απαραίτητα προτεστάντισσες και μη γηγενείς. Η τεραστίων διαστάσεων πύρινη σταυροφορία του αρχιεπισκόπου Σόνενμπεργκ πήρε τέλος το 1593, αφήνοντας την άλλοτε ξακουστή Τριρ ερείπιο αλλά και σκιά του παλιού ένδοξου εαυτού της.

Η Ιερά Εξέταση και Το Σφυρί των Μαγισσών

Η Ιερά Εξέταση. Δημιουργήθηκε από τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία το 13ο αιώνα «για να μεταστρέψει τους αποστάτες και να εμποδίσει άλλους να ξεστρατίσουν», όπως εξηγεί το βιβλίο Η Μανία με τις Μάγισσες (Der Hexenwahn). Η Ιερά Εξέταση λειτουργούσε ως αστυνομική δύναμη της εκκλησίας.

Στις 5 Δεκεμβρίου 1484, ο Πάπας Ιννοκέντιος Η΄ εξέδωσε μια παπική βούλα, δηλαδή διάταγμα, που καταδίκαζε την άσκηση μαγείας. Εξουσιοδότησε επίσης δύο ιεροεξεταστές—τον Γιάκομπ Σπρένγκερ και τον Χάινριχ Κρέμερ (γνωστό και με το λατινικό του όνομα, Χενρίκους Ινστιτόρις)—να πατάξουν το πρόβλημα. Αυτοί οι δύο συνέταξαν ένα βιβλίο με τίτλο Μάλεους Μαλεφικάρουμ (Malleus Maleficarum), δηλαδή Το Σφυρί των Μαγισσών. Καθολικοί και Προτεστάντες το αποδέχτηκαν ως αυθεντία περί μαγείας. Το έργο τους περιείχε ευφάνταστες, βασισμένες στη λαϊκή παράδοση, ιστορίες για μάγισσες, παρουσίαζε θεολογικά και νομικά επιχειρήματα κατά της μαγείας, ενώ έδινε και οδηγίες για την αναγνώριση και την εξουδετέρωση των μαγισσών. Το Σφυρί των Μαγισσών έχει χαρακτηριστεί «το πιο μοχθηρό και . . . το πιο επιζήμιο βιβλίο της παγκόσμιας λογοτεχνίας».

Οι κατηγορίες για μαγεία δεν απαιτούσαν αποδείξεις ενοχής. Το βιβλίο Μάγισσες και Δίκες Μαγισσών (Hexen und Hexenprozesse) δηλώνει ότι οι δίκες γίνονταν «με μοναδικό σκοπό να αποσπάσουν μια ομολογία από τον κατηγορούμενο, μέσω πειθούς, πίεσης ή καταναγκασμού». Τα βασανιστήρια ήταν κάτι κοινό.

Ως αποτέλεσμα του βιβλίου Το Σφυρί των Μαγισσών και της παπικής βούλας του Ιννοκέντιου Η΄, εξαπολύθηκαν εκτεταμένα κυνήγια μαγισσών στην Ευρώπη. Αυτά πήραν ώθηση και από ένα νέο επίτευγμα της τεχνολογίας, την τυπογραφία, μέσω της οποίας η υστερία εξαπλώθηκε ακόμα και πέρα από τον Ατλαντικό, στην Αμερική.

Πάνω από το 70% των κατηγορουμένων ήταν γυναίκες, ιδίως χήρες, που συνήθως δεν είχαν κανέναν να τις υπερασπιστεί. Μεταξύ των θυμάτων ήταν οι φτωχοί, οι ηλικιωμένοι και οι γυναίκες που θεράπευαν με βότανα—ιδίως αν οι θεραπείες αποτύχαιναν. Βέβαια, κανείς δεν ήταν πραγματικά ασφαλής—πλούσιος ή φτωχός, άντρας ή γυναίκα, ταπεινός ή επιφανής.

Τα άτομα που θεωρούνταν μάγισσες ή μάγοι κατηγορούνταν για κάθε λογής συμφορές. Λεγόταν ότι «προξενούσαν παγετό και έφερναν μάστιγες από σαλιγκάρια και κάμπιες για να καταστρέψουν τους σπόρους και τους καρπούς της γης», λέει το γερμανικό περιοδικό Damals. Αν το χαλάζι κατέστρεφε τη σοδειά, αν μια αγελάδα δεν έβγαζε γάλα, αν ένας άντρας ήταν ανίκανος ή μια γυναίκα στείρα, σίγουρα έφταιγαν οι μάγισσες!

Πώς προσδιόριζαν τις μάγισσες; Μερικές ύποπτες τις έδεναν και τις έριχναν σε «αγιασμένο» κρύο νερό. Αν αυτές βούλιαζαν, θεωρούνταν αθώες και ανασύρονταν. Αν επέπλεαν, θεωρούνταν μάγισσες και εκτελούνταν επί τόπου ή παραδίδονταν για να δικαστούν. Άλλες ύποπτες τις ζύγιζαν, επειδή υπήρχε η αντίληψη ότι οι μάγισσες είχαν ελάχιστο ή καθόλου βάρος.

Μια άλλη δοκιμασία περιλάμβανε την αναζήτηση για «το σημάδι του Διαβόλου», το οποίο θεωρούνταν «απτή απόδειξη της συμφωνίας της μάγισσας με τον Διάβολο», σύμφωνα με το βιβλίο Κυνήγια Μαγισσών στο Δυτικό Κόσμο. Οι αρμόδιοι έψαχναν για το σημάδι «ξυρίζοντας εντελώς την κατηγορούμενη και εξετάζοντας το σώμα της σπιθαμή προς σπιθαμή»—δημοσίως! Έπειτα έμπηγαν μια βελόνα σε όλα τα στίγματα που έβρισκαν, όπως κληρονομικά σημάδια, εξογκώματα και ουλές. Αν δεν προκαλούνταν πόνος ή αιμορραγία, το στίγμα θεωρούνταν σημάδι του Σατανά.

Καθολικές και Προτεσταντικές κυβερνήσεις προωθούσαν το κυνήγι μαγισσών, και σε μερικές περιοχές οι Προτεστάντες άρχοντες ήταν πιο αμείλικτοι από τους Καθολικούς. Με τον καιρό, όμως, άρχισε να πρυτανεύει η λογική. Το 1631, για παράδειγμα, ο Φρίντριχ Σπέε, Ιησουίτης ιερέας ο οποίος είχε συνοδεύσει στην πυρά πολλά άτομα που καταδικάστηκαν για μαγεία, έγραψε ότι κατά την άποψή του κανένα τους δεν ήταν ένοχο. Προειδοποίησε επίσης ότι, αν το κυνήγι μαγισσών συνεχιζόταν αμείωτο, η χώρα θα άδειαζε! Εν τω μεταξύ, οι γιατροί άρχισαν να αναγνωρίζουν ότι πράγματα όπως οι επιληπτικές κρίσεις οφείλονταν σε προβλήματα υγείας και όχι σε δαιμονοληψία. Κατά τη διάρκεια του 17ου αιώνα, οι δίκες μειώθηκαν αισθητά, και ως το τέλος του αιώνα είχαν ουσιαστικά σταματήσει.

Το κυνήγι μαγισσών του Σάλεμ: Η πραγματική ιστορία πίσω από μια διάσημη φράση

Τον Φεβρουάριο του 1692, η νεαρή κόρη του ιερέα του χωριού Salem, Betty Parris αρρώστησε από μια παράξενη ασθένεια. Ήταν νευρική, κρυβόταν κάτω από έπιπλα, σπάραζε από πόνους και παραπονιόταν για πυρετό. Σύντομα, και οι φιλενάδες της Betty άρχισαν να εμφανίζουν παρόμοια συμπτώματα.

Ο γιατρός William Griggs που κλήθηκε για να εξετάσει τις ασθενείς, όταν είδε ότι τα γιατροσόφια του απέτυχαν, υποστήριξε ότι ίσως υπήρχε υπερφυσική αιτία πίσω από τα προβλήματα των κοριτσιών. Κάπως έτσι ξεκίνησε η σκοτεινή υπόθεση που σύντομα εξελίχθηκε σε αυτό που έμεινε στην ιστορία ως οι δίκες των μαγισσών του Σάλεμ, με αφετηρία την 19η Ιουλίου του ίδιου έτους.

Οι δίκες αυτές δεν περιορίστηκαν μοναχά σε αυτή την περιοχή της αποικιοκρατικής Μασαχουσέτης. Οι προκαταρκτικές ακροάσεις για την υπόθεση ξεκίνησαν το 1962 σε διάφορες περιοχές της Μασαχουσέτης ενώ οι ίδιες οι δίκες έλαβαν χώρα στο Δικαστήριο Oyer and Terminer στην πόλη του Σάλεμ. Περισσότερα από 150 άτομα συνελήφθησαν και φυλακίστηκαν ενώ πολλά περισσότερα έγιναν στόχος κατηγοριών χωρίς ωστόσο να διωχθούν από τις επίσημες αρχές.

Τουλάχιστον πέντε άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους όντας φυλακισμένοι ενώ 29 άτομα που βρέθηκαν στο εδώλιο του κατηγορουμένου καταδικάστηκαν για μαγεία, τα 19 εξ αυτών σε θάνατο δια απαγχονισμό. Επιπλέον, ένας υπερήλικας γέροντας ο οποίος αρνήθηκε να συμμετάσχει σε δίκη, πέθανε καταπλακωμένος από βαριές πέτρες.

Το 1688, ένας από τους πλέον ισχυρούς γέροντες του χωριού Σάλεμ, ο John Putnam, προσκάλεσε στην περιοχή έναν πρώην ιδιοκτήτη φυτείας στα Μπαρμπάντος, προκειμένου να αναλάβει τον άμβωνα του χωριού. Ένα χρόνο αργότερα, μετά τις διαπραγματεύσεις για το μισθό, τις ρυθμίσεις αναφορικά με τον πληθωρισμό και τη δωρεάν ξυλεία ο Parris δέχτηκε τη θέση και έφτασε στο Σάλεμ. Μαζί του έφερε τη σύζυγό του Elisabeth, την 6χρονη κόρη του Betty, την ανιψιά του Abagail Williams και την σκλάβα του από τα Μπαρμπάντος Tituba.

Το Σάλεμ εκείνη την εποχή βρισκόταν στο επίκεντρο σημαντικών αλλαγών: η εμπορική ελίτ σημείωνε τα πρώτα βήματα της ανάπτυξής της, επιφανείς προσωπικότητες δίσταζαν να αναλάβουν δημόσια αξιώματα, οι δυο ισχυρότερες οικογένειες, οι Putnams και οι Porters, ανταγωνιζόταν η μία την άλλη για τον έλεγχο στο χωριό Σάλεμ, ενώ λίγα μίλια μακριά μαινόταν ο πόλεμος μεταξύ των Ινδιάνων, σπρώχνοντας πολλούς για καταφύγιο στο Σάλεμ. Εκείνο λοιπόν τον πολύ κρύο χειμώνα του 1692, η μικρούλα Betty αρρώστησε με αυτή την παράξενη ασθένεια και σύντομα κόλλησαν και οι φίλες της.

Σήμερα, βέβαια, επιστήμονες και μελετητές θεωρούν εξαιρετικά πιθανόν τα συμπτώματα να προκλήθηκαν από ένα συνδυασμό άγχους, άσθματος, ενοχών, πλήξης, παιδικής κακοποίησης, επιληψίας και ψύχωσης με παραισθήσεις. Επίσης, όπως υποστήριξε η Linda Caporael σε άρθρο της το 1976, μπορεί να επρόκειτο για σπαστικό εργοτισμό, από την κατανάλωση σίκαλης μολυσμένης από κρόμβο. Εκείνη την εποχή, ο ιερέας από τη Βοστόνη Cotton Mather είχε δημοσιεύσει ένα δημοφιλές βιβλίο που περιέγραφε την υποπτευόμενη ως δραστηριότητα μαγείας μιας Ιρλανδής υπηρέτριας στη Βοστόνη. Πολλοί είδαν στη μικρή Betty τις συνέπειες των πράξεων που περιέγραφε στο βιβλίο ο Mather.

Η γειτόνισσα Mary Sibley πρότεινε να προχωρήσουν σε αντί-μαγεία και ζήτησε από την Tituba βοήθεια για ένα «μαγικό» κέικ – κάτι που συνέβαλε στην στοχοποίηση της άτυχης υπηρέτριας. Στο μεταξύ, τα κρούσματα της παράξενης ασθένειας έφτασαν τα 7. Ο ιστορικός Peter Hoffer υποστηρίζει ότι τα κορίτσια «μετατράπηκαν από έναν κύκλο φιλενάδων σε μια συμμορία ανήλικων εγκληματιών». Τα κορίτσια έδιναν εντυπωσιακές παραστάσεις των συμπτωμάτων τους, με παράξενες πόζες, ουρλιαχτά και ευφάνταστους ισχυρισμούς για αόρατα δαγκώματα και τρυπήματα. Στο χωριό εκείνο, όπου όλοι πίστευαν στην ύπαρξη του Σατανά, η υπόθεση έγινε σύντομα εμμονή. Οι πρώτες τρεις γυναίκες που κατηγορήθηκαν ήταν η Tituba, η ζητιάνα Sarah Good και η Sarah Osborn που δεν είχε πατήσει στην εκκλησία του χωριού για ένα χρόνο.

Τα κορίτσια υποστήριξαν ότι οι τρεις γυναίκες, σαν φαντάσματα, τους έκαναν επιθέσεις ενώ όταν βρισκόταν στον ίδιο χώρο με κάποια από τις κατηγορούμενες έπεφταν στις εντυπωσιακές και φρικιαστικές κρίσεις τους. Ενώ αρχικά υποστήριξε με πάθος την αθωότητά της, η Tituba εν τέλει «ομολόγησε» ότι πράγματι την προσέγγισε ένας άντρας που ήταν στ’ αλήθεια ο Σατανάς και ότι πράγματι είχε πετάξει με το σκουπόξυλό της μαζί με τις άλλες δυο γυναίκες. Η ομολογία αυτή υπερκάλυψε τις φωνές των σκεπτικιστών και ο Parris με άλλους κληρικούς επιδόθηκαν με πάθος στο κυνήγι μαγισσών.

Τα κορίτσια, εκτός από το νέο τρικ του να «πέφτουν ξερές» στα ξαφνικά, άρχισαν να βλέπουν και άλλες φασματικές μορφές άλλων γυναικών να τους επιτίθενται ενώ κατηγόρησαν ένα 4χρονο νήπιο ότι το φάσμα του τους επιτέθηκε και τις δάγκωσε. Το 4χρονο παιδάκι έμεινε στη φυλακή για 8 μήνες και είδε να οδηγούν τη μητέρα του στην αγχόνη («έβγαλε τα μάτια του από το κλάμα και μετά τρελάθηκε» σύμφωνα με μια αναφορά). Επίσης, δυο σκύλοι εκτελέστηκαν ως «συνεργοί» μαγισσών.

Οι κατηγορούμενες, προκειμένου να αποφύγουν τη μακροχρόνια κράτηση στα μπουντρούμια, άρχισαν να ομολογούν, ελπίζοντας ότι με τη μετάνοια θα ξέφευγαν. Οι φυλακές ήταν σχεδόν πλήρεις ενώ η αποικία ήταν στα πρόθυρα του χάους. Ο κυβερνήτης Phips, επιθυμώντας «γρήγορη δράση», συνέστησε το δικαστήριο Oyer and Terminer και μέχρι το καλοκαίρι του 1692 οι δίκες είχαν πολλαπλασιαστεί, όπως και τα θύματα.

Στις αρχές του φθινοπώρου, η δίψα για αίμα είχε αρχίσει να υποχωρεί, άλλωστε προκαλούσε πλέον πολλές αμφιβολίες η υπόθεση που τελικά επέφερε κατηγορίες σε τόσα πολλά αξιοσέβαστα πρόσωπα της τοπικής κοινωνίας. Οι μελετητές επισημαίνουν τις διαφορές μεταξύ των κατηγορούμενων και των κατηγόρων, οι οποίες προφανώς έκαναν τη διαφορά μεταξύ ζωής και θανάτου. Οι περισσότεροι από τους κατηγορούμενους ζούσαν στα νότια και πολλοί από αυτούς ήταν σε καλύτερη οικονομική κατάσταση από τους κατηγόρους τους.

Σε πολλές περιπτώσεις, οι κατηγορίες κατά οικογενειών είχαν ως αποτέλεσμα περιουσιακά κέρδη για τους κατηγόρους. Επίσης, κατήγοροι και κατηγορούμενοι είχαν διαφορετικές τοποθετήσεις σε εκκλησιαστικά ζητήματα τα οποία είχαν προκαλέσει διχασμό στο χωριό πριν το ξέσπασμα της υστερίας.

Σκάναρε και προχώρησε την έρευνα:Έρευνα, Σουζάνα Μπάκα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *