Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΔΟΪΡΑΝΗΣ

στις

Στα «πλαίσια» της Βαλκανικής εκστρατείας του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, η Ευρώπη διαχωρίζεται σε δύο αντίπαλες πλευρές. Η μία πλευρά αποτελούμενη από την γαλλοβρετανική «Εγκάρδιο Συνεννόηση» υπό την ονομασία «Αντάντ» και από την άλλη πλευρά η Γερμανία με την Αυστροουγγρική αυτοκρατορία γνωστή και ως Κεντρικές Δυνάμεις. Τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά μικρά κράτη αφημένα στην μοίρα τους τάσσονται ανάλογα με τα συμφέροντά τους, υπέρ της μίας ή της άλλης πλευράς. Τα αρνητικά συναισθήματα αρχίζουν να αναδύονται στην επιφάνεια. Στις 14 Οκτωβρίου του 1915 οι Βούλγαροι που είχαν ταχθεί στο πλευρό της Γερμανίας αναμείχθηκαν στον πόλεμο και τότε κατέλαβαν χωρίς ιδιαίτερη αντίσταση την Καβάλα. Τον Μάιο του 1916 και η Μακεδονία «πέφτει στα χέρια» του γερμανικού- βουλγαρικού στρατεύματος. Το Δ΄ Σώμα Στρατού πιάνεται αιχμάλωτο αμαχητί και μεταφέρεται στην Γερμανία με πολλούς εξευτελισμούς. Στις 26 Σεπτεμβρίου του 1916, ο Ελευθέριος Βενιζέλος δημιουργεί μια προσωρινή κυβέρνηση, το κίνημα Εθνικής Αμύνης, ενώ στις 13 Ιουνίου του 1917 επιστρέφει στην Αθήνα εφαρμόζοντας την «πολεμική κινητοποίηση» της χώρας στους Συμμάχους. Αρχικά, σχεδιάζει και συντάσσει στρατό. Οι Έλληνες και οι Βρετανοί ξεκίνησαν από τη βάση τους που βρισκόταν στη Θεσσαλονίκη ταυτόχρονα με τους Γάλλους και τους Σέρβους. Οι Έλληνες και οι Βρετανοί, υπό τις διαταγές του Τζώρτζ Μιλν, ετοίμασαν επίθεση στις βουλγαρικές θέσεις στη Δοϊράνη, ενώ οι Γάλλοι και οι Σέρβοι, υπό τις διαταγές του Φρανσέ ντ’ Εσπεραί, ετοίμασαν επίθεση στις βουλγαρικές θέσεις στην κοιλάδα του Βαρδάρη. Οι Έλληνες και οι Βρετανοί είχαν ως σκοπό να αποκτήσουν τον έλεγχο των βουλγαρικών θέσεων στους λόφους κοντά στη λίμνη Δοϊράνη.

Άλλωστε, είχε ξαναγίνει απόπειρα επίθεσης των Συμμάχων στη Δοϊράνη. Η μία εξ αυτών, το 1916, μια αγγλογαλλική επίθεση αναχαιτίστηκε από τη 2η Θρακική Μεραρχία Πεζικού, ενώ το 1917 οι Βρετανοί σε δύο συντονισμένες προσπάθειες δεν κατόρθωσαν να καταλάβουν τη Δοϊράνη. Η δομή των οχυρών ήταν ισχυρά κατασκευασμένη από Βούλγαρους μηχανικούς,  ενισχύοντας σημαντικά τις θέσεις τους, ειδικότερα τους πρώτους μήνες του 1916 και στις αρχές του 1917. Οι Βούλγαροι κατείχαν ακόμη θέσεις στην Κορυφογραμμή Πιπ και στο Μεγάλο Κουρουννέ.

Στην αριστερή πλευρά βρισκόταν το 12ο Βρετανικό Σώμα μαζί με την 22η, την 26η Μεραρχία και με τη Μεραρχία Σερρών οι οποίες ανέλαβαν να επιτεθούν στην Κορυφογραμμή Πιπ. Οι Βρετανοί συγκέντρωσαν οπλισμό ο οποίος αποτελούνταν από 231 πυροβόλα, συμπεριλαμβανομένων, βαρέων «οβιδοβόλων» με διάμετρο 8 ίντσες. Η ανταλλαγή των κανονιοβολισμών συνεχίστηκε για τουλάχιστον 2 ημέρες. Οι Συμμαχικές Δυνάμεις ήρθαν αντιμέτωπες με την 9η Βουλγαρική Μεραρχία Πλέβεν του Στρατηγού Βλαντίμιρ Βάζοβ που είχε 122 πυροβόλα και είχε ετοιμάσει καλές αμυντικές θέσεις. Τον Σεπτέμβριο του 1918 είχαν σχηματιστεί στο σύνολο 29 Μεραρχίες τις οποίες ηγούνταν ο Γάλλος Αρχιστράτηγος Φρανσαί ντε Εσπεραί. Η κάθε χώρα διέθετε σε αριθμό τις εξής μεραρχίες: Η Ελλάδα 10, η Γαλλία 8, η Αγγλία 4, η Σερβία 6 και Ιταλία 1. Οι Ελληνικές Δυνάμεις αποτελούσαν σε ποσοστό μόλις το 34% στο γενικό σύνολο των δυνάμεων γεγονός που αποδεικνύει την έμπρακτη συμμετοχή της Ελλάδας στις στρατιωτικές επιχειρήσεις του Μακεδονικού Μετώπου.

Η λίμνη της Δοϊράνης κατά την αρχαιότητα ονομαζόταν Πρασιάς ή Πρασιάδα. Κατά τους αρχαίους χρόνους, στην περιοχή εκείνη κατοικούσε το ελληνικό φύλο, οι Παίονες, ενώ λόγω της σπουδαίας γεωγραφικής της θέσης οι συνεχείς επιδρομές από εχθρικές φυλές αποτελούσαν συχνό φαινόμενο. Τον 17ο αιώνα, υπήρξε η έδρα της επισκοπής Πολυανής και από τον 19ο αιώνα έγινε «ξεχωριστή υποδιοίκηση» με το όνομα «Καζάς Δοϊράνης». Υπέστη πάρα πολλές διώξεις από τους Τούρκους παρόλ’ αυτά ο εναπομείνας Ελληνισμός εξακολουθούσε να ακμάζει. Φυσικό επακόλουθο ήταν η δημιουργία 8 σχολείων το έτος 1900 στη Δοϊράνη, καθώς και στις περιοχές Δροσάτο, Φούρκα, ΒλάντοβοΑκίντζαλη (σήμερα Μουριές). Στις 23 Ιουνίου του 1913, η περιοχή της Δοϊράνης ελευθερώθηκε, όμως το έτος 1915 κυριεύτηκε ξανά από τους Βούλγαρους με τον πληθυσμό που απέμεινε να υποφέρει τα πάνδεινα. Από το 1914 η περιοχή της Δοϊράνης αποτέλεσε περιοχή πολεμικών επιχειρήσεων. Μάλιστα είχαν σχηματιστεί 3 γραμμές άμυνας οι οποίες αποτελούνταν από ορύγματα μεγάλου βάθους σε ακτίνα 3 χιλιομέτρων. Η τοποθεσία της αντίπαλης πλευράς βρισκόταν στην ανατολική πλευρά της λίμνης, στα υψώματα του Μηλάνγκα Πάσινα και στα δυτικά 603 και 669 με τις ονομασίες Γκράντ Κουρονέ και Ντούμπ οι οποίες έφεραν γαλλικές ονοματοδοτήσεις όπως και το ξακουστό Σκρα. Οι βουλγάρικες δυνάμεις ήταν πιο δυνατές καθώς διέθεταν μεγάλο αριθμό πυροβολικού. Τον Ιούνιο του 1918 ο Γάλλος Φρανσαί ντε Εσπεραί ηγήθηκε της πολεμικής επιχείρησης με σκοπό την διάλυση του Μακεδονικού Μετώπου. Η νικηφόρα έκβαση της μάχης στο Σκρα, ανέβασε όχι μόνο το γόητρο μα και το ηθικό του ελληνικού στρατού έναντι του βουλγάρικου που έτεινε προς συμβιβασμό. Η επίθεση είχε οριστεί για τις 18 Σεπτεμβρίου του 1918. Οι αγγλικές Μεραρχίες 22η, 26η και 28η, οι ελληνικές Μεραρχίες Σερρών που διοικούσε ο υποστράτηγος Εμμανουήλ Ζυμβρακάκης και η Μεραρχία Κρήτης που διοικούνταν από τον Παναγιώτη Σπηλιάδη την διοίκηση Στρατιάς είχε αναλάβει ο Άγγλος στρατηγός Μίλν. Η βουλγάρικη πλευρά διέθετε την βουλγάρικη Μεραρχία της Πλεύνας που ηγείτο ο πολύ ικανός στρατηγός Νεζέρωφ και η 11η  Ταξιαρχία της 1ης βουλγάρικης στρατιάς.

Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΔΟΪΡΑΝΗΣ

Στις 18 Σεπτεμβρίου, το 16ο Βρετανικό Σώμα επιτέθηκε μαζί με την 66η ταξιαρχία, την 67η ταξιαρχία και τη Μεραρχία Σερρών. Η πρώτη γραμμή των χαρακωμάτων καταλήφθηκε από τη Μεραρχία Σερρών, η οποία προχώρησε προς τη δεύτερη γραμμή. Οι Βούλγαροι όμως δεν άργησαν να απαντήσουν με πυρά βαρέως πυροβολικού και η αντεπίθεση της Μεραρχίας των Σερρών έληξε με την «ανακατάληψη» των θέσεων τους. Στο μεταξύ, η 66η Βρετανική Ταξιαρχία του 7ου Τάγματος, όπως και οι συνοριοφύλακες της Νότιας Ουαλίας υπέστησαν βαριές απώλειες και τελικά η επίθεση κατέληξε σε φιάσκο. Οι επιθέσεις του 11ου Ουαλικού Συντάγματος και του 9ου Συντάγματος των συνοριοφυλάκων ομοίως απέτυχαν. Έπειτα, η 67η Βρετανική Ταξιαρχία του 12ου Συντάγματος Τσέσαϊρ, μαζί με το 9ο Σύνταγμα Σάουθ Λάνκασαϊρ και το 8ο Σύνταγμα Ελαφρού Πεζικού του Κίνγκ Σσχρόπσχαϊρ οδηγήθηκαν προς τις θέσεις του βουλγαρικού πυροβολικού και των βουλγαρικών πολυβόλων. Η 67η ταξιαρχία είχε απώλεια το 65% των στρατιωτών της. Μέχρι το πέρας της ημέρας, το 12ο Σώμα υποχώρησε στις αρχικές του θέσεις. Στις 19 Σεπτεμβρίου, το 12ο Σώμα επιτέθηκε και πάλι, ωστόσο η αποτυχία του 16ου Σώματος κατά τη διάρκεια της επίθεσης στα βόρεια της λίμνης σήμαινε ένα πράγμα, πως το 12ο Σώμα θα προχωρούσε υποχρεωτικά μόνο στην επίθεση. Η Μεραρχία Σερρών προχώρησε σε μια νέα επίθεση, η οποία αποδείχτηκε άκαρπη. Οι Βρετανοί επιτέθηκαν με την 77η Ταξιαρχία, την αποδυναμωμένη 65η Ταξιαρχία, καθώς και με την 2η Γαλλική Ταξιαρχία Ζουάβων. Οι 66η και η 67η Ταξιαρχία λαμβάνοντας αμυντική στάση  δεν συμμετείχαν στην επίθεση. Η 77η Ταξιαρχία μπόρεσε να αποκτήσει μερικά βουλγαρικά χαρακώματα αλλά τότε δέχτηκε τα πυρά του βουλγαρικού πυροβολικού, αναγκάζοντάς την να υποχωρήσει μετά τη βουλγαρική αντεπίθεση. Οι στρατιώτες της Ταξιαρχίας μειώθηκαν σε ποσοστό της τάξεως του 50%. Η επίθεση της 65ης ταξιαρχίας όπως και η επίθεση των Ζουάβων απέτυχαν.

18 Σεπτεμβρίου 1918 και ώρα 3.00 τα ξημερώματα. Με γρήγορες και αθόρυβες κινήσεις η Μεραρχία της Κρήτης κινήθηκε επιθετικά στην αντίπαλη πλευρά από ανατολικά της λίμνης. Στην πρώτη γραμμή βρισκόταν ο ταγματάρχης Βασίλειος Τυπάλδος που διοικούσε το 29ο  και το 9ο σύνταγμα που ηγούνταν ο συνταγματάρχης Παναγιώτης Μίνης. Το 16ο Βρετανικό Σώμα ετοίμασε επίθεση, ενώ η Κρητική Μεραρχία και η 84η Βρετανική Ταξιαρχία είχαν ρόλο βοηθητικό. Αντιμετώπισαν την 1η Ταξιαρχία των Βουλγάρων με 24 πυροβόλα και 64 πολυβόλα. Η Ελληνική Μεραρχία επιτέθηκε με δύο συντάγματα στο μέτωπο, ένα τρίτο ως ενίσχυση και την υποστήριξη της 84ης Βρετανικής Ταξιαρχίας στο άκρο. Ακόμη, στην επίθεση συμμετείχαν 6 βρετανικές «πυροβολαρχίες», ενώ η 85η Βρετανική Ταξιαρχία βρισκόταν ως εφεδρεία. Στις 05:00, οι Έλληνες επιτέθηκαν και κατέλαβαν το βουλγαρικό φυλάκιο που βρισκόταν στη γραμμή. Τότε, οι Έλληνες είχαν να διασχίσουν την πεδιάδα για να επιτεθούν στις βουλγαρικές θέσεις στους λόφους που είχαν κατεύθυνση προς τον κάμπο. Οι Έλληνες επιτέθηκαν στις βουλγαρικές θέσεις, αλλά τότε δέχτηκαν τα πυρά από το βαρύ πυροβολικό, τα τουφέκια και τα πολυβόλα των Βουλγάρων. Το βρετανικό πυροβολικό ακολουθούσε τους Έλληνες για να τους βοηθήσει. Οι Έλληνες προχώρησαν και σε άλλες επιθέσεις κατά των βουλγαρικών θέσεων, χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία. Μέχρι το απόγευμα, οι Έλληνες υποχώρησαν λίγες ώρες μετά το βρετανικό πυροβολικό. Η επίθεση δεν πέτυχε εξαιτίας της έλλειψης στήριξης από το πυροβολικό, των προβλημάτων που προέκυψαν με τα συστήματα επικοινωνίας και τη γεμάτη ρίσκο επίθεση των Ελλήνων.

19 Σεπτεμβρίου 1918.Το 16ο Σώμα δεν συμμετείχε στην επίθεση λόγω των μεγάλων απωλειών που είχε υποστεί. Στις 05.30 είχαν καταλάβει ένα μεγάλο μέρος της αμυντικής τοποθεσίας από την αντίπαλη πλευρά. Δεν κατάφεραν όμως, να προχωρήσουν παρακάτω επειδή αφενός μεν οι απώλειες ήταν εξαιρετικά μεγάλες αφετέρου το πυροβολικό της Συμμαχίας αδυνατούσε να ενισχύσει τις επιθέσεις που γίνονταν στο πεζικό. Δυτικά της λίμνης επίθεση έκαναν η Μεραρχία Σερρών, η 22η και η 26η αγγλική Μεραρχία. Κατά την απογευματινή ώρα 17.08 πρώτα λεπτά ενήργησε επιθετικά το 1ο σύνταγμα με τον συνταγματάρχη Αθανάσιο Μάρκου. Κάτω από τις ιαχές «Εμπρός προς Έφοδον» και «Αέρα» και μέχρι τις 18.30 είχε γίνει η κατάληψη ολόκληρης της πρώτης γραμμής, καθώς και ενός τμήματος της δεύτερης γραμμής των χαρακωμάτων. Ύστερα βγήκε μπροστά το 2ο σύνταγμα με τον συνταγματάρχη Θεόδωρο Μανωλάκη. Η 22η αγγλική Μεραρχία και το 3ο ελληνικό σύνταγμα με συνταγματάρχη τον Λιάσκο και η 26η αγγλική Μεραρχία. Όμως στο 2ο σύνταγμα προκλήθηκαν σημαντικά πλήγματα, με χαρακτηριστικές τον ηρωικό θάνατο των συνταγματαρχών Θεόδωρου Μανωλάκη και Δημητρίου Παπαλουκά του 1ου τάγματος. Σε γενικό απολογισμό, οι φθορές του ελληνικού στρατού ήταν μεγάλης τάξης μεγέθους. Αξίζει να σημειωθεί ότι, ο Έλληνας αρχιστράτηγος Παναγιώτης Δαγκλής σε επιστολή προς τον Ελευθέριο Βενιζέλο ανέφερε χαρακτηριστικά «Τα ελληνικά τμήματα εγκαταλείφθησαν υπό των Βρετανών υποστάντα βαρυτάτας απωλείας». Ο τραγικός απολογισμός ήταν ο εξής: η Μεραρχία Σερρών είχε 359 θανόντες, 1713 τραυματίες και 615 αγνοούμενους. Η Μεραρχία Κρήτης μετρούσε 144 νεκρούς και 573 τραυματίες. Σε αυτό το σημείο θα αποτελούσε παράλειψη να μην αναφερθεί η εγκάρδια και παντοτινή ευγνωμοσύνη προς τους Κρήτες οι οποίοι συμμετείχαν ενεργά σε όλους τους αγώνες που αφορούσαν την ανεξαρτησία της Μακεδονίας. Οι συνολικές ελληνικές απώλειες ανέρχονται σε 3404 άνδρες, αντίστοιχα οι βρετανικές σε 3115 άνδρες. Το πιο σημαντικό απ’ όλα είναι ότι ο σκοπός της απελευθέρωσης είχε επιτευχθεί. Η πολεμική σύρραξη έληξε την επόμενη μέρα. Αφού διέλυσε την βουλγάρικη τοποθεσία απομάκρυνε όλες τις εχθρικές αντίπαλες δυνάμεις στην περιοχή Αξιού-Δοϊράνης γεγονός που εμπόδισε την γερμανική διοίκηση να αποστείλει ενισχύσεις στον τομέα Δοβροπόλεως όπου είχε σημειωθεί η κύρια επίθεση. Αυτό είχε σαν επακόλουθο την ήττα του βουλγαρικού στρατού και στην διευθέτηση της 11ης Νοεμβρίου του 1918 με την οποία και επισφραγίστηκε μα για πάντα ο αιματηρός αυτός πόλεμος.

Το χρονικό της υποχώρησης

Πέρασαν αρκετές μέρες μετά τη μάχη, όταν οι Βρετανοί κατάλαβαν πως οι βουλγαρικές οχυρώσεις ήταν κενές. Οι ελληνικές και βρετανικές στρατιές προχώρησαν μονάχα για να σιγουρευτούν πως οι Βούλγαροι είχαν υποχωρήσει από τις θέσεις τους. Οι σερβικές και γαλλικές στρατιές είχαν νικήσει μέρος του βουλγαρικού στρατού στη μάχη του Ντόμπρο Πόλε στην πεδιάδα του Βαρδάρη και κατευθύνονταν προς τη Δοϊράνη. Αυτό «υποχρέωσε» τον διοικητή της Ομάδας Στρατιών Σχόλτζ να διατάξει υποχώρηση της 1ης Βουλγαρικής Στρατιάς. Οι Βρετανοί κινήθηκαν πολύ αργά, ενώ η εμπροσθοφυλακή των Βουλγάρων πολεμούσε σθεναρά και επέτρεψε στις άλλες δυνάμεις να υποχωρήσουν. Η Βρετανική Βασιλική Αεροπορική Δύναμη επιτέθηκε στις φάλαγγες των  Βουλγάρων που τράπηκαν σε φυγή, με αποτέλεσμα οι Βούλγαροι να υποστούν μερικές απώλειες. Οι Συμμαχικές Δυνάμεις οδηγήθηκαν στη «βουλγαροκρατούμενη» επικράτεια, ενώ αρκετοί Βούλγαροι στρατιώτες επαναστάτησαν και απείλησαν τη Σόφια. Στις 30 Σεπτεμβρίου του 1918, οι Βούλγαροι παραδόθηκαν στη Θεσσαλονίκη για να αποφύγουν την κατοχή. Οι Βρετανοί έδειξαν μεγάλο σεβασμό στον Στρατηγό Βλαντίμιρ Βάζοβ, όταν αυτός έκανε επίσκεψη τον Σταθμό Βικτώριας στο Λονδίνο, «χαμηλώνοντας» τη σημαία όλων των συνταγμάτων που συμμετείχαν στη μάχη. Ο Ταγματάρχης Γκόλντι ανέφερε κατά τη διάρκεια της ομιλίας του: «Είναι ένας από τους λίγους ξένους αξιωματικούς, το όνομα του οποίου παίζει μεγάλο ρόλο στην ιστορία μας».

Σκάναρε και προχώρησε την έρευνα:Έρευνα, Άννα Κβάσνιακ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *