26 Οκτωβρίου 1912 – Η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης

στις

Μετά την συντριβή των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων στα στενά του Σαρανταπόρου, ο δρόμος για την απελευθέρωση της Μακεδονίας, ήταν πλέον ανοικτός. Το ελληνικό επιτελείο εγκαταστάθηκε στην Κοζάνη και αποφασίστηκε η εξουδετέρωση του εχθρού που είχε οχυρωθεί στη λίμνη των Γιαννιτσών, όπως και έγινε. Γνωρίζοντας τη σημασία της τοποθεσίας αυτής, οι Τούρκοι, είχαν τοποθετήσει εξαιρετικά ισχυρές δυνάμεις και πιο συγκεκριμένα 5 μεραρχίες οι οποίες υποστηριζόντουσαν από  έξι πυροβολαρχίες. Μετά πείσμονα αγώνα δύο ημερών, οι αμυνόμενοι, αναγκάστηκαν να συμπτυχθούν στη Θεσσαλονίκη, με την υποχώρηση να ολοκληρώνεται στις 23 Οκτωβρίου.

Με μεσολάβηση των ξένων προξένων, ο διοικητής της Θεσσαλονίκης, Ταξίμ πασάς, ζήτησε συνθηκολόγηση. Πιο συγκεκριμένα, υποσχότανε εκκένωση της πόλης και παράδοση αυτής στον στρατό μας, υπό τον όρο να φύγουνε όλοι οι στρατιώτες του με τον οπλισμό τους για Καραμπουρνού όπου και θα μένανε άπραγοι έως τη λήξη του πολέμου.

Οι όροι του απερρίφθησαν και του διεμηνύθη πως το μόνο που γινότανε δεκτό ήτανε η κατάθεση του τουρκικού οπλισμού και η μεταφορά του σε λιμάνι της Μικράς Ασίας με δαπάνες της Ελλάδας,άλλως η πόλη θα κατελαμβανόταν με τη βία και δι’ αμέσου επιθέσεως. Το τελεσίγραφο αυτό επιβαλλόταν επειδή οι Βούλγαροι, ήδη βάδιζαν για Θεσσαλονίκη και υπήρχε ο φόβος απώλειάς της όπως ανέφερε σε τηλεγράφημά του προς το επιτελείο ο ΥΠΕΞ Λ.Κορομηλάς.

Κάτω από την πίεση αυτή και με δεδομένη την απώλεια του θωρηκτού Φετίχ Μπουλέν από το Τορπιλοβόλο 11 υπό τον Υποπλοίαρχο Βότση που είχε καταρρακώσει το ηθικό των ανδρών του, ο Τούρκος διοικητής, δέχθηκε τους όρους. Το πρωτόκολλο, υπεγράφη από δύο αξιωματικούς του επιτελείου,τον Βίκτωρα Δουσμάνη και τον Ιωάννη Μεταξά.

Το πρωί της επομένης, έγινε η παράδοση. 25,000 στρατιώτες και 1,000 αξιωματικοί αιχμάλωτοι και άφθονο πολεμικό υλικό, γερμανικής προέλευσης, περιήλθαν στα χέρια του στρατού μας. Πρώτη ενέργεια, ήταν η κατάληψη του διοικητηρίου από τάγμα ευζώνων και μιας ίλης ιππικού. Λίγο μετά, φτάσανε οι Βούλγαροι. Μετά από αίτημα του στρατηγού τους Θεοδορώφ, επετράπη η είσοδος σε δύο τάγματα με τη ρητή διακήρυξη πως δεν επρόκειτο για συγκυριαρχία. Στις 29 Οκτωβρίου, εισήλθε ο βασιλιάς Γεώργιος Α’ για συμβολικούς λόγους.

Αξίζει να αναφέρουμε πως για να γίνει η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, χρειάστηκε η παρέμβαση του πρωθυπουργού και υπουργού στρατιωτικών, Ελευθερίου Βενιζέλου. Πράγματι,μετά το θρίαμβό μας στο Σαραντάπορο, έναντι κάθε λογικής, ο διάδοχος Κωνσταντίνος, ήθελε να βαδίσουμε προς Μοναστήρι. Χρειάστηκε λοιπόν αυστηρό τελεσίγραφο του Βενιζέλου (ΣΑΣ ΔΙΑΤΑΣΣΩ) για να κινηθεί ο στρατός μας προς Θεσσαλονίκη.

Η απελευθέρωση της πόλης, συνάντησε την ψυχρότητα του εβραϊκού στοιχείου το οποίο είχε προσεταιρισθεί τους Βούλγαρους και ήλπιζε σε μια πόλη πολυπολιτισμική στην οποία θα συνέχιζαν να έχουν τον κυρίαρχο ρόλο σε εμπόριο και χρηματοοικονομικά.

Λίγους μήνες μετά, ένας κάτοικος των Σερρών, ο Αλέξανδρος Σχοινάς, όργανο των Γερμανών, δολοφονούσε στην πόλη τον Βασιλιά Γεώργιο και λίγο μετά ξεσπούσε ο Β’ Βαλκανικός πόλεμος, στον οποίο η Θεσσαλονίκη, ύστερα από σκληρές οδομαχίες με την βουλγαρική μεραρχία, απαλασσόταν οριστικά από την επιβουλή της Σόφιας.

Σκάναρε και προχώρησε την έρευνα:Έρευνα, Βασίλης Δεληβέρης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *