ΠΩΣ ΕΙΔΕ Ο ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑΣ ΙΟΥΛΙΑΝΟΣ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥΣ ΑΓΩΝΕΣ. ΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΤΟΥ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ.

στις

ΠΩΣ ΕΙΔΕ Ο ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑΣ ΙΟΥΛΙΑΝΟΣ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥΣ ΑΓΩΝΕΣ. ΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΤΟΥ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ.

του

Ιωάννη Μπαχά

Μεταπτυχιακή διατριβή που υποβάλλεται στο καθηγητικό σώμα για την μερική ολοκλήρωση των απαιτήσεων για την απόκτηση του μεταπτυχιακού τίτλου του Τμήματος Επιστήμης Φυσικής Αγωγής και Αθλητισμού του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (φυσική δραστηριότητα για ειδικούς πληθυσμούς)

2002

Θεσσαλονίκη

Εγκεκριμένο από το Καθηγητικό σώμα:

1ος Επιβλέπων: Καθηγητής κ. ΓΙΑΤΣΗΣ Σ.

2ος Επιβλέπων: Καθηγητής κ. ΜΟΥΡΑΤΙΔΗΣ Ι.

                                                                 

3ος Επιβλέπων: Καθηγητής κ. ΑΛΜΠΑΝΙΔΗΣ Ν.

© 2002

Ιωάννη Μπαχά

ALL RIGHTS RESERVED

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΠΑΧΑΣ: Πώς είδε ο αυτοκράτορας Ιουλιανός τους ελληνικούς αγώνες. Το πλαίσιο της φιλοσοφικής και της πολιτικής του ταυτότητας.

(Υπό την επίβλεψη του κ. Γιάτση Σωτήριου)

Ο Ιουλιανός έζησε και διοίκησε την αυτοκρατορία τα έτη 331-363μ.Χ. Η εποχή αυτή ονομάζεται από τους ιστορικούς Ύστερη Αρχαιότητα και οριοθετείται από το 150μ.Χ. έως το 750μ.Χ. Κατά τα χρόνια αυτά ο αρχαίος κόσμος μεταλλάχθηκε από πολλές απόψεις: πολιτικά, οικονομικά και κυρίως φιλοσοφικά και θρησκευτικά. Οι αλλαγές αυτές επηρέασαν τις κατευθύνσεις και τις μορφές της φυσικής αγωγής και τους ελληνικούς γυμνικούς αγώνες. Η άθληση παίρνει ολοένα πιο κοσμική και ψυχαγωγική μορφή και οι αγώνες αποσυνδέονται σταδιακά από τη θρησκεία. Προς το τέλος της εποχής οι αγώνες παύουν τελείως.

Ο Ιουλιανός έλαβε μια ολοκληρωμένη ελληνική παιδεία από αξιόλογους παιδαγωγούς. Οι σπουδές του στον Όμηρο, τον Ησίοδο, τον Πλάτωνα και τις φιλοσοφικές θεωρίες του αρχαίου κόσμου, με έμφαση στον Νεοπλατωνισμό, τον οδήγησαν σε μια θετική τοποθέτηση απέναντι στο σώμα, το ιδανικό της καλοκαγαθίας και την άθληση. Για αυτόν τον λόγο, ο Ιουλιανός ευνόησε με κάθε τρόπο τους γυμνικούς αγώνες. Υπήρξε φίλαθλος, αγωνοθέτης αθλητικών γεγονότων και βαθύς γνώστης των αθλητικών ζητημάτων. Ο ίδιος ασχολήθηκε με ζήλο με την στρατιωτική εκπαίδευση, υπηρέτησε το ιδανικό ενός σκληραγωγημένου και ικανού πολεμιστή, και αποτέλεσε πρότυπο στρατιώτη και στρατηγού.

Το μεταρρυθμιστικό του έργο για την ενίσχυση των τοπικών βουλών των πόλεων και την αναστήλωση και επαναλειτουργία των εθνικών ναών συνδεόταν άμεσα με την προσπάθειά του για την ενίσχυση των γυμνικών αγώνων, αφού τη διοργάνωση αναλάμβαναν οι πόλεις και οι χορηγοί, αλλά και οι αγώνες εντάσσονταν στις λατρευτικές τελετουργίες των ναών. Η πολιτική του τέλους διορατικότητα τον οδήγησε στην ενίσχυση ακόμη και των ρωμαϊκών θεαμάτων, όπως οι αρματοδρομίες, οι ιπποδρομίες, κ.ά., προκειμένου να τιμήσει τον λαό στον οποίο αυτού του είδους τα θεάματα ήταν ιδιαιτέρως δημοφιλή. Δεν έκρυβε, πάντως, την απαρέσκειά του προς αυτά.

Καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του, οι αγώνες και οι αθλητικοί εκπαιδευτικοί θεσμοί, όπως το γυμνάσιο και το Εφηβείο, συνεχίστηκαν χωρίς διακοπή. Το σωματικό όμως πρότυπο της καλοκαγαθίας είχε αντικατασταθεί από άλλα, και οι αγώνες είχαν παρακμάσει υπό την επίδραση της ρωμαϊκής αντίληψης περί θεάματος, τις χριστιανικές αντιλήψεις περί άθλησης, τον επαγγελματισμό και την εξειδίκευση των αθλητών και άλλους λόγους. Ο Ιουλιανός στο σύντομο διάστημα της διακυβέρνησής του δεν μπόρεσε να αποτρέψει την πορεία της κάμψης τους. Όμως, τους έδωσε την απαιτούμενη ώθηση για να συνεχίσουν σχεδόν δύο αιώνες ακόμη μετά το θάνατό του.

ABSTRACT

Ioannis Bahas: How did emperor Julian saw the greek games. The lines of his philosophical and political identity.

(Under the supervision of Dr. Giatsis Sotirios)

Julian lived and commanded the empire during the years 331-363A.D. That era is called Late Antiquity by the historians and lasted from 150A.D. until 750A.D. During those years the world changed in a lot of ways: politically, economically, but mainly, philosophically and religiously. Those changes affected the directions and the ways of physical education and gymnastics. Exercise gradually takes a more entertaining form and the games gain their indepence from religion. Towards the end of the era the games come to an end.

Julian received a totally greek education from renowned tutors. His studies in Homer, Isiodos, Plato and the philosophical theories of the ancient world, giving emphasis to Neoplatonism, led him to think positively about the body, the idea of being kind and exercise. For this reason Julian tried to help the gymnics in every way he could. He sponsored the sports events and he knew deeply every detail about them. He himself followed military education with eagerness and served the ideal of a hard-fighting warrior, the model of a soldier and general.

His reformal work for the reinforcement of the local ministries of the cities and the raising and functioning of the local temples, were connected directly with his efforts to reinforce the gymnics since they were organised by the cities and the sponsors. The games, too, were embedded in the workship rituals of the temples. Finally, his political perspicacity led to the reinforcement even of roman entertainment such as charriot racing, horse racing, e.t.c., wanting to honour the people who found these activities particularly appealing. However, he never hid his resentrient towards them.

During his whole life the games and the sports educational institutions, such as gymnasium and Efivio, were continued without stop. However, the physical model of being kind had been replaced by others and the games had declined under the influence of the roman idea about entertainment, the christian idea of exercising, the professionalism and specialization of the athletes and other reasons. During his short government, Julian couldn’t prevent their decline. Then again, maybe he gave them the necessary thrust to continue for almost two centuries after his death.

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Ο Ευνάπιος μπορεί να εξηγήσει πολύ καλύτερα από μένα, τον λόγο που με οδήγησε να επιλέξω το συγκεκριμένο θέμα για τον αυτοκράτορα Ιουλιανό. Εκφράζει και τα δικά μου συναισθήματα, όταν λέει: “Η διήγησή μας θα μεταφερθεί τώρα εκεί που οδηγούσε εξαρχής και θα ασχοληθεί αναγκαστικά με την ιστορία εκείνου του άντρα, με τον οποίο θα μπορούσε να πει κανείς ότι είμαστε ερωτευμένοι, μα τον Δία χωρίς να τον έχουμε δει ή γνωρίσει προσωπικά. Αλλά είναι φοβερό πράγμα και οδηγεί αναπόφευκτα στον έρωτα το κοινό πάθος που είχαν όλοι γι’ αυτόν και η γενική ομολογία της μεγάλης του φήμης”. Αυτός όμως, που μου επέτρεψε να ασχοληθώ με ένα θέμα που πραγματικώς με εμπνέει είναι ο καθηγητής κύριος Σωτήρης Γιάτσης τον οποίο και ευχαριστώ ολόψυχα για την εμπιστοσύνη που μου έδειξε και την υπομονετική καθοδήγησή του. Σε αυτόν αφιερώνω την εργασία μου.

Επίσης, ευχαριστώ τη σύζυγό μου Βούλα, που επωμίστηκε κάθε ευθύνη της ανατροφής των παιδιών για όσο διάστημα μου χρειάστηκε να ολοκληρώσω την εργασία αυτή.

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ_________________________________________________

ABSTRACT_________________________________________________

ΠΡΟΛΟΓΟΣ_________________________________________________

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ___________________________________

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΠΙΝΑΚΩΝ_____________________________________ ΧΙ

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΣΧΗΜΑΤΩΝ__________________________________ ΧΙΙ

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΕΙΚΟΝΩΝ___________________________________ ΧΙΙΙ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ__________________________________________________

Ι. Η ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑ ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ_________

1.1. Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ ΚΑΙ Ο ΔΙΩΓΜΟΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ΤΟΥ

1.2. ΟΙ ΣΠΟΥΔΕΣ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ___________________________________

1.3. Ο ΙΟΥΛΙΑΝΟΣ ΚΑΙΣΑΡΑΣ ΤΗΣ ΔΥΣΗΣ____________________________

1.4. Ο ΙΟΥΛΙΑΝΟΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑΣ ΤΩΝ ΡΩΜΑΙΩΝ____________________

1.5. ΤΟ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΤΙΚΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ___________________

1.6. Η ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΠΕΡΣΩΝ______________________________

1.7. Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ___________________________________

ΙΙ. ΥΣΤΕΡΗ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ: ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ 

ΓΕΝΙΚΑ____________________________________________________

2.1. ΤΟ ΡΩΜΑΪΚΟ ΚΡΑΤΟΣ__________________________________________

2.1.1. ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΕΩΣ ΤΟ 330μ.Χ._____________________
2.1.2. ΟΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ_________________________________
2.1.3. ΟΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ___________________________________
2.1.4. Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ_______________________________________________

2.2. Η ΘΡΗΣΚΕΙΑ___________________________________________________

2.2.1. ΟΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΕΣ ΑΝΑΖΗΤΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ (170-300μ.χ._____
2.2.2. Ο ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ____________________________________________
2.2.3. Ο ΠΑΓΑΝΙΣΜΟΣ______________________________________________

2.3. Ο ΟΡΟΣ “ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ”________________________________________

ΙΙI. ΠΩΣ ΕΙΔΕ Ο ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑΣ ΙΟΥΛΙΑΝΟΣ ΤΗΝ ΑΘΛΗΣΗ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΑΓΩΝΕΣ  

3.1. Ο ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΕΛΛΗΝΙΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΕΩΣ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ___________________________________________________________

3.2. ΟΙ ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΙ ΚΑΙ ΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ      

3.1.1. ΟΙ ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΙ ΤΗΣ ΠΑΙΔΙΚΗΣ ΗΛΙΚΙΑΣ ΤΟΥ           ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ__
3.1.2. ΟΙ ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΙ ΤΗΣ ΝΕΑΝΙΚΗΣ ΗΛΙΚΙΑΣ ΤΟΥ          ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ__
Στην Αθήνα________________________________________________________
3.1.3. ΟΙ ΑΠΟΨΕΙΣ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ____________
3.1.4. Η ΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟ ΒΙΒΛΙΟ_______________

3.2. ΤΟ ΣΩΜΑΤΙΚΟ ΠΡΟΤΥΠΟ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ_________________

3.2.1. Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΩΝ ΠΡΟΤΥΠΩΝ ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ_____

Ο Ηνίοχος_________________________________________________________

Ο Μοναχός_________________________________________________________

3.2.2. ΟΙ ΟΜΗΡΙΚΟΙ ΗΡΩΕΣ_________________________________________

Ο Αχιλλέας_________________________________________________________

Ο Οδυσσέας_______________________________________________________

3.2.3. ΟΙ ΘΕΟΙ_____________________________________________________

Ο Ηρακλής_________________________________________________________

Ο Ασκληπιός_______________________________________________________

3.2.4. ΟΙ ΣΤΡΑΤΗΛΑΤΕΣ____________________________________________

Ο Μέγας Αλέξανδρος________________________________________________

Ο Μάρκος Αυρήλιος_________________________________________________

3.2.5. ΟΙ ΦΙΛΟΣΟΦΟΙ_______________________________________________

Ο Σωκράτης________________________________________________________

Ο Διογένης_________________________________________________________

3.3. Η ΑΠΟΨΗ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΣΩΜΑ__________________

3.3.1. ΟΙ ΑΠΟΨΕΙΣ ΤΩΝ ΦΙΛΟΣΟΦΩΝ ΓΙΑ ΤΟ ΣΩΜΑ___________________

Ο Πλάτωνας________________________________________________________

Ο Κυνισμός________________________________________________________

3.3.2. Η ΑΠΟΨΗ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΑΝΙΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΣΩΜΑ______________________

3.4. Η ΑΠΟΨΗ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

3.4.1. ΟΙ ΓΝΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ
3.4.2. Ο ΙΟΥΛΙΑΝΟΣ ΩΣ ΠΟΛΕΜΙΚΟ ΠΡΟΤΥΠΟ________________________

3.5. ΟΙ ΓΝΩΣΕΙΣ ΚΑΙ Η ΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΑΓΩΝΕΣ

3.5.1. Η ΓΝΩΣΗ ΤΩΝ ΑΘΛΗΤΙΚΩΝ ΟΡΩΝ ΚΑΙ Η ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ ΤΟΥΣ ΧΡΗΣΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΟΥΛΙΑΝΟ_________________________________________________________
3.5.2. Ο ΙΟΥΛΙΑΝΟΣ ΩΣ ΑΓΩΝΟΘΕΤΗΣ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΩΝ ΚΑΙ ΤΟΠΙΚΩΝ ΑΓΩΝΩΝ
3.5.3. Η ΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΑ ΡΩΜΑΪΚΑ ΘΕΑΜΑΤΑ___
3.5.4. ΟΙ ΑΘΛΗΤΙΚΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ_____________
3.5.5. ΤΑ ΣΩΜΑΤΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ_______________

3.6. Η ΑΝΑΒΙΩΣΗ ΤΩΝ ΤΟΠΙΚΩΝ ΒΟΥΛΩΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΟΥΛΙΑΝΟ         

3.6.1. Η ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΤΩΝ ΤΟΠΙΚΩΝ ΒΟΥΛΩΝ
3.6.2. ΟΙ ΑΠΟΨΕΙΣ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΒΙΩΣΗ ΤΩΝ ΤΟΠΙΚΩΝ ΒΟΥΛΩΝ

3.7. Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΗΛΩΣΗ ΤΩΝ ΙΕΡΩΝ        

3.7.1. Η ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΗΛΩΣΗ ΤΩΝ ΙΕΡΩΝ_____
3.7.2. Η ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΗΛΩΣΗ ΤΩΝ ΙΕΡΩΝ

Η στάση των προκατόχων του Ιουλιανού_______________________________

Η νομοθεσία του Ιουλιανού και η απήχησή της στις πόλεις_______________

3.7.3. Ο ΙΟΥΛΙΑΝΟΣ ΩΣ ΙΕΡΑΤΙΚΟΣ ΑΡΧΩΝ ΚΑΙ Η ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΣΩΜΑ

ΣΥΖΗΤΗΣΗ____________________________________________

Ο ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑΣ ΙΟΥΛΙΑΝΟΣ ΠΡΟΣΤΑΤΗΣ ΤΟΥ ΚΛΑΣΙΚΟΥ ΑΘΛΗΤΙΚΟΥ ΙΔΑΝΙΚΟΥ

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ______________________________________________

ΠΗΓΕΣ____________________________________________________________

Λεξικά_____________________________________________________________

ΔΕΥΤΕΡΟΓΕΝΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ______________________________

ΕΛΛΗΝΙΚΗ_________________________________________________________

ΞΕΝΗ_____________________________________________________________

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΠΙΝΑΚΩΝ

Πίνακας 1: Οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες από τον Ιοβιανό……………

Πίνακας 2: Τα σημαντικότερα γεγονότα της ζωής του Ιουλιανού..

Πίνακας 3: Οι σπουδές του Ιουλιανού……………………………….

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΣΧΗΜΑΤΩΝ

Σχήμα 1: Χάρτης των περιοχών δράσης του Ιουλιανού…….

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΕΙΚΟΝΩΝ

ΠΩΣ ΕΙΔΕ Ο ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑΣ ΙΟΥΛΙΑΝΟΣ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥΣ ΑΓΩΝΕΣ. ΤΟ ΠΛΑΣΙΟ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΤΟΥ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ.

Η εργασία εξετάζει τη στάση του αυτοκράτορα Ιουλιανού (361-363μ.Χ.) απέναντι σε μια σειρά από θέματα που σχετίζονται με τη σωματική άσκηση και τους αθλητικούς αγώνες. Ο Ιουλιανός έζησε σε μια εποχή ζυμώσεων και αλλαγών, κυρίως πάνω στις κατευθύνσεις της φιλοσοφικής και θεολογικής σκέψης και εξαιτίας της θέσης που ανέλαβε στην αυτοκρατορία αλληλεπίδρασε με όλα τα σύγχρονά του ρεύματα. Γι’ αυτόν τον λόγο πριν από την εξέταση της στάσης του προς τον αθλητισμό, προηγείται στην παρούσα εργασία μια όσο το δυνατόν πληρέστερη και ευκρινής περιγραφή του πολιτικού, οικονομικού, κοινωνικού και φιλοσοφικού πλαισίου καθώς και της μορφής του αθλητισμού της εποχής του. Ο τελευταίος είχε δεχθεί σημαντικές αλλαγές κυρίως ως προς τις παιδαγωγικές αξίες και τα πρότυπα που υπηρετούσε έως τότε. Ακολούθως, με τη χρήση σύγχρονων του Ιουλιανού πηγών και του έργου του (κείμενα και νομοθεσία) επιχειρείται ο προσδιορισμός του σωματικού προτύπου που επέλεξε και ακολούθησε ο Ιουλιανός, της θέσης του για την άσκηση του σώματος και της στάσης του απέναντι στους γυμνικούς αγώνες και τα ρωμαϊκά θεάματα της εποχής του.

Από τους ερευνητές που ασχολήθηκαν με τον Ιουλιανό, λίγοι μόνο και σε περιορισμένο βαθμό επικεντρώθηκαν στη στάση του σχετικά με την άθληση και ως εκ τούτου πιστεύω ότι η εργασία αυτή θα συμπληρώσει, σε κάποιο βαθμό την έρευνα στην ιστορία της άθλησης στη συγκεκριμένη εποχή. Ελπίζω δε ότι θα συμβάλει και αυτή στο να καταδειχθεί ότι οι τελευταίοι εκφραστές του αρχαίου πνεύματος όπως ο Ιουλιανός κατέβαλαν σημαντικές προσπάθειες να αντισταθούν και να αποτρέψουν την παρακμή του κλασικού αθλητικού ιδεώδους που είχε αρχίσει αρκετά πριν από την εποχή τους, και να το επανατοποθετήσουν στην προεξάρχουσα θέση που του είχαν επιφυλάξει οι Έλληνες της κλασικής εποχής μέσα στο θρησκευτικό και παιδαγωγικό τους σύστημα. Όπως δε, συνέβη και με τους άλλους τομείς που επιχείρησε να μεταρρυθμίσει ο Ιουλιανός, έτσι και στην περίπτωση των αγώνων, το σχέδιό του για την αποτροπή της παρακμής του θεσμού διαπνέονταν από πραγματισμό και προοπτική, όπως δείχνει και η αποδοχή από μέρους του της δημοτικότητας των ρωμαϊκών αθλητικών θεαμάτων, όπως ήταν οι αρματοδρομίες (όχι όμως και οι θηριομαχίες) και η στροφή προς τη στρατιωτική μορφή της άσκησης. Η σύντομη διακυβέρνηση του Ιουλιανού καθώς ανέκοψε και κάθε άλλο μεταρρυθμιστικό του πρόγραμμα, έτσι και στην περίπτωση των αγώνων δεν του επέτρεψε να τους ανανεώσει με την εκ νέου και σε νέες βάσεις επανασύνδεση τους με την εθνική θρησκεία και τη λειτουργία της τοπικής αυτοδιοίκησης. Μπορούμε όμως να υποθέσουμε, ότι οι προσπάθειες του στον τομέα αυτό ανέστειλαν σε κάποιο βαθμό την πορεία της πλήρους απαξίωσης των ελληνικών αγώνων που εξάλλου συνεχίστηκαν για σχεδόν δύο ακόμη αιώνες, έως το 521μ.Χ. Όπως λέει και ο Αμμιανός Μαρκελίνος στο έργο του «Res gestae»: «βρίσκονται κάποιοι να κατηγορήσουν έναν άρχοντα που υπήρξε πάντα νικητής, μόνο και μόνο επειδή προσπάθησε να σταθεί στο ύψος των προηγούμενων κατορθωμάτων του».

Στο πρώτο κεφάλαιο, θεώρησα απαραίτητο να αναφερθώ με συντομία στα σημαντικότερα γεγονότα της ζωής και της δράσης του Ιουλιανού, ούτως ώστε, από την μία πλευρά να τα υπενθυμίσω στους μελετητές του και από την άλλη να ενημερώσω όσους τυχόν δεν τα έχουν υπόψιν τους. Η γνώση των γεγονότων της ζωής του Ιουλιανού, των ανθρώπων που διαδραμάτισαν κάποιον ρόλο σ’ αυτήν και των τόπων που επισκέφθηκε για διάφορους λόγους, είναι σημαντική καθώς συνδέεται με τη στάση του σχετικά με τον αθλητισμό και τους αγώνες, με άμεσο ή έμμεσο τρόπο και την εξηγεί. Για παράδειγμα, ο Ιουλιανός ακολουθώντας το παράδειγμα μιας μακράς σειράς στρατιωτικών ηγετών οργάνωνε αθλητικούς αγώνες μετά από σημαντικές πολεμικές επιτυχίες, τους γνωστούς ως εισελαστικούς. Τέτοιους οργάνωσε για να γιορτάσει τα πεντάχρονα της επιτυχημένης θητείας του ως Καίσαρας στη γαλατική Βιέννη, στο Σίρμιο για να πανηγυρίσει την κεραυνοβόλα προέλασή του εναντίον του Κωνστάντιου και μπροστά στις πύλες της Βαβυλώνας κατά την πολιορκία της για να τονίσει την αισιοδοξία του για την έκβασή της. Η γνώση της στρατιωτικής του σταδιοδρομίας εξηγεί τους λόγους για τους οποίους οργάνωνε αγώνες στους συγκεκριμένους τόπους.

Η σημαντικότερη πηγή για τα βιογραφικά στοιχεία του Ιουλιανού ήταν το συνολικό έργο των ιστορικών στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους και τα κεφάλαια για την περίοδο της διακυβέρνησής του των έργων των Ι. Καραγιαννόπουλου «Το Βυζαντινό Κράτος», Κ. Παπαρηγόπουλου «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους» από τους Έλληνες ιστορικούς, ενώ από τους ξένους, στοιχεία έλαβα από τα αντίστοιχα κεφάλαια των Α. Βασίλιεφ «Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας» και του J. Norwich «Βυζάντιο. Οι πρώτοι αιώνες».

Η βιογραφία του Ιουλιανού της Π. Αθανασιάδη, δεν δίνει ιδιαίτερη έμφαση στα λεπτομερειακά στοιχεία της ζωής του, όπως οι ημερομηνίες, είναι όμως χρήσιμη και με βοήθησε στην κατανόηση της ψυχολογίας του και την επίδραση της παιδείας στο έργο και τη σκέψη του. Η βιβλιογραφία της είναι πλούσια και ενημερωμένη και δεν βρήκα κάποιο άλλο έργο πάνω στο θέμα της μελέτης σχετικά με τον Ιουλιανό, το οποίο να μην αναφέρεται σ’ αυτήν. Τέλος, για στρατιωτικές λεπτομέρειες ανέτρεξα σε άρθρα των Ν. Κακαβελάκη και Α. Σαββίδη στο περιοδικό «Στρατιωτική Ιστορία».

Στο δεύτερο κεφάλαιο, γίνεται μια αναλυτική περιγραφή των συνθηκών που χαρακτηρίζουν την εποχή που έζησε και έδρασε ο αυτοκράτορας Ιουλιανός. Οι ιστορικοί που ασχολούνται με την εποχή αυτή χρησιμοποιούν, για να την διακρίνουν από άλλες, τον όρο Ύστερη Αρχαιότητα. Ο όρος αυτός, χαρακτηρίζει την εποχή καθώς αυτή αποτελεί το τελευταίο μέρος της ιστορίας του αρχαίου κόσμου και το προοίμιο της Μεσαιωνικής εποχής, για τη Δύση και του Βυζαντίου για την Ανατολή. Ο αρχαίος ελληνορωμαϊκός κόσμος μεταλλάσσεται από πολλές απόψεις: πολιτικώς, οικονομικώς και κυρίως στον τομέα των φιλοσοφικών και θρησκευτικών αναζητήσεων. Αποδέκτης αυτών των αλλαγών που επηρεάζει με τη σειρά του την εποχή, είναι και ο αυτοκράτορας Ιουλιανός, που ως ανώτατος πολιτικός και θρησκευτικός ηγέτης, για τον εθνικό κόσμο, επέδρασε καταλυτικά στην εποχή του. Οι αλλαγές που συμβαίνουν σε όλους τους τομείς επηρεάζουν, όπως είναι φυσικό, και τον αθλητισμό. Για παράδειγμα, τα δύο κύρια φιλοσοφικά και θρησκευτικά ρεύματα της εποχής, ο Νεοπλατωνισμός και ο Χριστιανισμός αντιμετωπίζουν με διαφορετικό τρόπο το σώμα, τη σχέση του με τον νου και την ψυχή και κατά συνέπεια τη φροντίδα γι’ αυτό και την άσκησή του. Η στάση του Ιουλιανού για το σώμα και κατ’ επέκταση για την άσκησή του είναι επηρεασμένη από τις θεωρίες του Νεοπλατωνισμού που είχε ασπαστεί.

Για την περιγραφή των πολιτικών συνθηκών της εποχής καθώς και των οικονομικών αλλαγών, πολυτιμότερη βοήθεια μου παρείχε το έργο του M. Cary «Ρωμαϊκή Ιστορία». Οι αλλαγές στην κοινωνία της Ύστερης Αρχαιότητας περιγράφονται στο έργο του P. Brown: «Ο κόσμος της Ύστερης Αρχαιότητας 150-750μ.Χ.», ενώ οι νέες κατευθύνσεις της φιλοσοφικής αναζήτησης και της θεολογίας στο έργο του E. Dodds: «Εθνικοί και Χριστιανοί σε μια εποχή αγωνίας». Επίσης, η πολύ σημαντική εξέλιξη της πορείας της ταύτισης των εννοιών του Ελληνισμού και του Παγανισμού, την εποχή αυτή, περιγράφεται στο έργο του G. Bowersock: «Ο Ελληνισμός στην Ύστερη Αρχαιότητα». Οι παραπάνω συγγραφείς αναφέρονται στις θέσεις που πήραν και στις απόψεις που εξέφρασαν οι σημαντικότεροι εκπρόσωποι του πνευματικού κόσμους της εποχής και από τις δύο αντικρουόμενες θεωρίες: τον Νεοπλατωνισμό με την εθνική θρησκεία και τον Χριστιανισμό. Με τη σειρά μου ανέτρεξα στις ίδιες πηγές και παρέθεσα εκτενέστερα αποσπάσματα από αυτές. Από τα έργα των εθνικών: του Μάρκου Αυρηλίου «Τα εις εαυτόν», του Πλωτίνου, τις «Εννεάδες», του μαθητή του, Πορφύριου, το «Περί του Πλωτίνου Βίου» και το «Κατά Χριστιανών», του Κέλσου τον «Αληθή Λόγο». Από τα έργα των Χριστιανών, τα συγγράμματα των Μεγάλου Βασιλείου και κυρίως το «Προς τους Νέους», του Γρηγορίου του Ναζιανζηνού τους «Λόγους Κατά Ιουλιανού» και του Ωριγένη το «Κατά Κέλσου».

Στο τελευταίο κεφάλαιο αυτού του μέρους αναλύω διεξοδικά την εξέλιξη του όρου «Ελληνισμός» έως την εποχή όπου αυτός ταυτίζεται με τον όρο «εθνικός» και αρχίζει να σημαίνει πλέον αυτόν που ακολουθεί τη θρησκεία του Δωδεκάθεου. Σημαντικότερο έργο για την κατανόηση της πορείας αυτής είναι του Π. Χρήστου «Οι περιπέτειες των εθνικών ονομάτων των Ελλήνων», ενώ τις ακριβείς ερμηνείες των όρων τις πήρα από τα λεξικά των H. Liddell – R. Scott, του Ι. Σταματάκου και Α. Κωνσταντινίδη.

Στο τρίτο μέρος της έρευνας παρακολουθείται η εξέλιξη του αθλητισμού από την εποχή που απηχούν τα Ομηρικά έπη έως και την εποχή του αυτοκράτορα Ιουλιανού. Επεξηγούνται οι λόγοι για τους οποίους οι αγώνες τέθηκαν υπό την αιγίδα της θρησκείας και παρέμειναν υπό αυτήν έως την Ύστερη Αρχαιότητα. Επίσης, γίνεται η διάκριση του Ολυμπιακού αθλητισμού, δηλαδή των συνδεδεμένων με τη λατρεία των θεών αγώνων, και του «αθλητισμού των πόλεων» που αναφέρονταν στη γυμναστική ως μέρους του εκπαιδευτικού συστήματος των πόλεων. Η καταγραφή των Πανελλήνιων και τοπικών αγώνων στον αρχαίο κόσμο και των εκπαιδευτικών θεσμών της φυσικής αγωγής επιτρέπει να παρακολουθήσουμε όλες τις φάσεις που περνάνε οι δύο μορφές του αθλητισμού, ο ολυμπιακός και ο πολιτειακός, από τη γέννησή τους έως το Βυζάντιο. Η παρακμή των αγώνων, η ρωμαϊκή αντίληψη του θεάματος, η αποσύνδεση της θρησκείας από τα αθλητικά γεγονότα και η στάση της Εκκλησίας απέναντι στην άθληση, μας βοηθάει να κατανοήσουμε τη θέση που πήρε απέναντι στους γυμνικούς αγώνες ο Ιουλιανός. Ο τελευταίος επιθυμούσε τη διατήρηση τους με τη μορφή της κλασικής περιόδου, όπου το υπηρετούμενο αθλητικό ιδεώδες της καλοκαγαθίας στα στάδια δόξαζε τους θεούς του αρχαίου κόσμου, ενώ η άσκηση συμπλήρωνε και ολοκλήρωνε την παιδεία των πολιτών. Ο Ιουλιανός όμως προσαρμόστηκε και με τις μορφές της άθλησης στην εποχή του όπου το θέαμα των αρματοδρομιών ήταν ιδιαιτέρως δημοφιλές και η σωματική γύμναση είχε λάβει μια μορφή στρατιωτικής προετοιμασίας.

Για την κατανόηση της σύνδεσης του αθλητισμού με τη θρησκεία και τη διάκριση του Ολυμπιακού αθλητισμού και αυτού των πόλεων καθώς και την εξέλιξη του αθλητικού προτύπου έως τους κλασικούς χρόνους, η σημαντικότερη πηγή ήταν το έργο του Α. Αρβανιτάκη «Αγών». Τα περισσότερα στοιχεία για τους αγώνες της αρχαιότητας έως και τους ρωμαϊκούς χρόνους, τα έλαβα από το βιβλίο του Ι. Μουρατίδη «Ιστορία της Φυσικής Αγωγής και του αθλητισμού», αλλά και τα άρθρα του ιδίου για τις απαρχές της γυμνότητας στους αγώνες και ζητήματα σχετιζόμενα με τη χρονολόγηση των Ολυμπιακών. Αγώνες και θεσμούς προσέθεσε στην εργασία το βιβλίο του Δ. Σαμσάρη «Ο εξελληνισμός της Θράκης κατά την Ελληνική και Ρωμαϊκή αρχαιότητα». Για τα χρόνια όμως, που πλησιάζουν την εποχή του Ιουλιανού και τους λόγους που επηρέασαν τις μορφές της άθλησης περί το 330μ.Χ. κυριότερη πηγή ήταν το έργο του Σ. Γιάτση «Ιστορία της άθλησης και των αγώνων στον ελληνικό κόσμο κατά τους ελληνορωμαϊκούς, τους βυζαντινούς και τους νεότερους χρόνους» και το άρθρο του ιδίου «Μορφές άθλησης στην πρωτοβυζαντινή περίοδο (325-521μ.Χ.)».

Στο τέταρτο μέρος της εργασίας γίνεται εκτενής αναφορά σε τέσσερις διαφορετικές πηγές προκειμένου να εξεταστεί η στάση του Ιουλιανού απέναντι στο σώμα, την άθληση και τους αγώνες, τόσο του ελληνικού όσο και του ρωμαϊκού τύπου. Οι πηγές αυτές είναι πρώτον, το ίδιο το γραπτό έργο, λόγοι και επιστολές του Ιουλιανού. Στο έργο του ο Ιουλιανός, σε πολλές περιπτώσεις τοποθετείται απέναντι στο σώμα, τη φροντίδα και την άσκηση αυτού, αναφέρεται στα πρότυπα της ζωής και δράσης του, κάνει συχνή χρήση αθλητικών όρων, κυρίως με μεταφορική έννοια, και παίρνει θέση για τους γυμνικούς αγώνες, τα ρωμαϊκού τύπου θεάματα και τη στρατιωτική εκπαίδευση. Ως εκ τούτου είναι πολύ σημαντική πηγή πληροφοριών. Η δεύτερη πηγή, προέρχεται πάλι από το έργο του, αφού η νομοθεσία του Ιουλιανού διασώθηκε μέσα από τις επιστολές του. Αυτή μαζί με τις επιγραφές που βρέθηκαν και αναφέρονται στο μεταρρυθμιστικό έργο του Ιουλιανού για την αναβίωση των τοπικών βουλών και την αναστήλωση των εθνικών ναών φωτίζουν τη στάση που τήρησε απέναντι στους αγώνες. Τέλος, μια σημαντική πηγή για τον Ιουλιανό είναι οι μαρτυρίες των ανθρώπων που τον γνώρισαν από κοντά, όπως του στρατιωτικού Αμμιανού Μαρκελίνου, που τον ακολούθησε στις εκστρατείες του και θεωρείται από τους ιστορικούς αξιόπιστος, του διδασκάλου του Λιβάνιου, του βιογράφου του Ευνάπιου και του συμμαθητή του Γρηγορίου Ναζιανζηνού. Το έργο του, η νομοθεσία του, το αναφερόμενο σε αυτόν επιγραφικό υλικό και οι μαρτυρίες των συγχρόνων του μας οδηγούν σε ασφαλή συμπεράσματα σχετικά με τη θέση του απέναντι στην άθληση και τους αγώνες.

Στο τέλος της εργασίας, συζητούνται τα πορίσματα της έρευνας, και το αν και κατά πόσο, επιτεύχθηκαν οι στόχοι της εργασίας που ήταν να εξεταστεί πώς έβλεπε ο αυτοκράτορας Ιουλιανός, ως διακεκριμένος εκπρόσωπος του ισχυρότερου και δυναμικότερου φιλοσοφικού κινήματος του κόσμου της Ύστερης Αρχαιότητας, του Νεοπλατωνισμού, την άθληση και τους γυμνικούς αγώνες. Και εάν η θετική στάση που ανιχνεύεται στο έργο του αποτελεί απόδειξη της πρόθεσης του να επαναφέρει τη φυσική αγωγή μέσα από άμεσες υποστηρικτικές παρεμβάσεις, όπως οι ατέλειες, αλλά κυρίως μέσω της ενίσχυσης των τοπικών βουλών και της επανασύνδεσης των αγώνων με τη θρησκεία και την παιδεία, στην αρχική υψηλή θέση που κατείχε στον ελληνισμό. Εάν αποτελούσε δηλαδή, έναν παράπλευρο ή και κύριο μεταρρυθμιστικό του στόχο. Εκτός όμως από την εξέταση των προθέσεων και των ενεργειών του Ιουλιανού, σκοπός της έρευνας είναι να δείξει τις μορφές και τις αξίες που υπηρετούσε η άθληση την εποχή αυτή που είναι πολύ σημαντική λόγω των ποικίλων αλλαγών που κυοφορεί. Έτσι, οι μεταβολές στα σωματικά πρότυπα, η στροφή προς την πολεμική εξάσκηση, η αποσύνδεση από τη λατρεία των θεών και η εκκοσμίκευση των αγώνων που φαίνονται στις πηγές περί τον Ιουλιανό, συμπληρώνουν τις γνώσεις μας για την φάση αυτή της ιστορίας της άθλησης.

Ι. Η ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑ ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ

“Perfidus ille Deo, quamuis non perfidus Urbi/orbi”

[Προδότης του Θεού αλλά όχι και της Ρώμης/ οικουμένης]

Προυδέντιος

ΓΕΝΙΚΑ

Τα γεγονότα της ζωής του Ιουλιανού καθώς και της ολιγοετούς διακυβέρνησης του, ως Καίσαρας της Δύσης αρχικώς (355-361μ.Χ.) και ως μονοκράτορας αμέσως μετά (361-363μ.Χ.), έχουν υπάρξει αντικείμενο αρκετής ιστορικής έρευνας έως σήμερα. Όμως, κάθε έρευνα που εξετάζει είτε το σύνολο, είτε μία μόνο χρονική περίοδο, οσοδήποτε μικρή, είτε ένα μόνο γεγονός ή τομέα της πολυσχιδούς σκέψης και δράσης του Ιουλιανού, οφείλει να προτάξει, με συνοπτικό τρόπο, ένα χρονολόγιο των σημαντικότερων γεγονότων της ζωής του, όπως και έναν χάρτη με τους κυριότερους σταθμούς της πορείας του, καθώς, τέλος και μια κατάσταση προσώπων με τη σχέση και την επιρροή που είχαν στον Ιουλιανό. Όλα τα παραπάνω επηρεάζουν και εξηγούν τα στοιχεία που αποτελούν το αντικείμενο της έρευνας. Έτσι, για παράδειγμα, κατανοούμε την διοργάνωση αθλητικών αγώνων στη Βιέννη από τον Ιουλιανό, αφού γνωρίζουμε τα στοιχεία της επιτυχούς πενταετούς του θητείας ως Καίσαρος της Δύσης.

Σύντομες περιγραφές, από όπου και τα στοιχεία αυτού του μέρους, δίνουν το κεφάλαιο για τον Ιουλιανό της Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους, και τα έργα των Ι. Καραγιαννόπουλου, Κ. Παπαρρηγόπουλου, Α. Βασίλιεφ, J. Norwich και η βιογραφία της Π. Αθανασιάδη. Οι υπόλοιπες αναφορές σε άρθρα ή έργα βρίσκονται μέσα στο κείμενο όπου γίνεται χρήση της πηγής αυτής.

1.1. Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ ΚΑΙ Ο ΔΙΩΓΜΟΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ΤΟΥ

Στις 22 Μαίου 337μ.χ. ο Μ. Κωνσταντίνος, που λίγο προτύτερα προαισθανόμενος το θάνατό του είχε βαφτιστεί από τον επίσκοπο Νικομηδείας Ευσέβιο, πέθανε ενώ προετοιμαζόταν να επιτεθεί κατά της Περσίας. Λίγα χρόνια πριν το θάνατό του μοίρασε το ρωμαϊκό κράτος στους τρεις γιους του, τον Κωνσταντίνο Β’, τον Κωνστάντιο και τον Κώνσταντα, και στους δύο ανηψιούς του, τον Δαλμάτιο και τον Αννιβαλιανό. Λίγες μέρες μετά τον ενταφιασμό του Μ. Κωνσταντίνου, στις 9 Σεπτεμβρίου του 337μ.Χ., τα τρία αδέλφια ανακηρύχτηκαν αύγουστοι. Σχεδόν αμέσως ο Κωνστάντιος έριξε τη μάσκα της ηπιότητας που φορούσε ως εκείνη τη στιγμή με αφορμή μια εσκεμμένη φήμη που άρχισε να κυκλοφορεί στην Κωνσταντινούπολη, σύμφωνα με την οποία είχε βρεθεί στο χέρι του νεκρού αυτοκράτορα ένα κομμάτι περγαμηνής που έγραφε ότι τον είχαν δηλητηριάσει τα δύο ετεροθαλή αδέλφια του, ο Ιούλιος Κωνστάντιος και ο Δαλμάτιος, και οι τρεις γιοι του έπρεπε τώρα να τον εκδικηθούν. Η ιστορία αυτή επιβεβαιώθηκε από τον επίσκοπο Νικομηδείας, έγινε πιστευτή από τον στρατό της Κωνσταντινούπολης και ο αντίκτυπός της ήταν τρομερός.

Ο Ιούλιος Κωνστάντιος, πατέρας του Ιουλιανού, συνελήφθη στο ανάκτορό του και εκτελέστηκε μαζί με τον μεγαλύτερο γιο του, ενώ την ίδια τύχη είχε και ο Δαλμάτιος και οι δυο του γιοι, ο Καίσαρας Δαλμάτιος και ο Αννιβαλιανός, βασιλιάς του Πόντου. Λίγο αργότερα οι δύο γαμπροί του Κωνσταντίνου και στενοί φίλοι του, ο Φλάβιος Οπτάτος και ο Φλάβιος Ποπίλιος Νεπωτιανός, οι οποίοι είχαν παντρευτεί αντιστοίχως τις ετεροθαλείς αδελφές του Αναστασία και Ευτροπία, εκτελέστηκαν και αυτοί. Τελευταίος, ο Αβλάβιος, ο έπαρχος του πραιτωρίου, του οποίου η κόρη Ολυμπιάς είχε παντρευτεί το μικρότερο αδελφό του Κωνστάντιου, τον Κώνσταντα. Τα μόνα εναπομείναντα μέλη της αυτοκρατορικής οικογένειας ήταν οι δύο γιοι του Ιούλιου Κωνστάντιου, ο Φλάβιος Κλαύδιος Ιουλιανός και ο Γάλλος, καθώς και ο γιος του Νεπωτιανού και της Ευτροπίας, που τους χαρίστηκε η ζωή επειδή ήταν πολύ μικροί. Ο Ευνάπιος αναφέρει: “κα`ι ψιλωθέντος το~υ γένους, περιελήφθη μόνος, δι’ ]ηλικίαν περιφρονηθείς κα`ι πραότητα”.

Ο Ιούλιος Κωνστάντιος ήταν ο νεότερος από τους δυό γιους του αυτοκράτορα Κωνστάντιου Χλωρού, από τη δεύτερη γυναίκα του τη Θεοδώρα και αναγκαστικά παρέμεινε στην αφάνεια μετά την άνοδό του Μ. Κωνσταντίνου στο θρόνο και την ανακήρυξη σε αυγούστα της Ελένης- της οργισμένης αντιπάλου και προκατόχου της Θεοδώρας. Έτσι, ο πατέρας του Ιουλιανού πέρασε το μεγαλύτερο μέρος των πρώτων 44 χρόνων της ζωής του σε ένα είδος άνετης απομόνωσης, έως ότου, λίγο μετά το θάνατο της Ελένης, ο Κωνσταντίνος τον κάλεσε να εγκατασταθεί στην πρωτεύουσα μαζί με τη δεύτερη γυναίκα του και την οικο-

γένειά του. Στην Κωνσταντινούπολη, τον Μάιο του 332μ.Χ. γεννήθηκε ο τρίτος γιος του, ο Ιουλιανός. Η μητέρα του Βασιλίνα, ελληνίδα από τη Μικρά Ασία, πέθανε λίγες εβδομάδες αργότερα και τα τρία παιδιά (δύο αγόρια και ένα κορίτσι) μεγάλωσαν με τις φροντίδες των παιδαγωγών και δασκάλων που είχε προσλάβει ο πατέρας τους. Ο Ιουλιανός ήταν πέντε ετών όταν η οικογένεια του ξεκληρίστηκε από τον Κωνστάντιο.

1.2. ΟΙ ΣΠΟΥΔΕΣ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ

Αμέσως μετά τα παραπάνω γεγονότα ο Κωνστάντιος απομάκρυνε τον Ιουλιανό από την πρωτεύουσα και τον έστειλε στην γειτονική Νικομήδεια κοντά στον επίσκοπο Ευσέβιο, συγγενή (του Ιουλιανού) από την πλευρά της μητέρας του που ανέλαβε να τον μυήσει στις γραφές και να τον εμποτίσει με χριστιανικό πνεύμα. Ένα χρόνο αργότερα, ο Ευσέβιος εγκατέλειψε το μαθητή του για να μεταβεί στην Κωνσταντινούπολη όπου ανέλαβε τον επισκοπικό θρόνο. Ακολούθως, την εκπαίδευσή του ανέλαβε ο Μαρδόνιος, ευνούχος γοτθικής καταγωγής, που είχε εκπαιδευτεί από τον παππού του Ιουλιανού ως παιδαγωγός. Στα έντεκά του χρόνια, το 342μ.Χ., ο Ιουλιανός υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει τη Νικομήδεια και ξανασυναντήθηκε με τον αδελφό του Γάλλο στην Καππαδοκία, στο Μάκελλο, παλαιό ανάκτορο των βασιλέων της Καππαδοκίας, κοντά στην Καισάρεια, όπου και παρέμειναν επί έξι χρόνια. Κατά το διάστημα αυτό τη διαπαιδαγώγησή τους ανέλαβε ο επίσκοπος Γεώργιος της Καππαδοκίας. Κοντά του ο Ιουλιανός απέκτησε λεπτομερή γνώση του χριστιανικού δόγματος. Ο Κ. Παπαρηγόπουλος τονίζει για αυτά τα χρόνια της ζωής του ότι: “Ο Ιουλιανός όχι μόνο δέχθηκε το άγιο βάπτισμα, αλλά και για κάποιο διάστημα έδειξε και εξαιρετικό ζήλο υπέρ του νέου θρησκεύματος”. Το 348μ.Χ., ο Γάλλος διατάχθηκε να παρουσιαστεί στην αυλή και μαζί του ήρθε στην Κωνσταντινούπολη και ο Ιουλιανός ο οποίος και πήρε άδεια να παραμείνει μακριά από την πολιτική και να συνεχίσει τις μελέτες του στα κλασικά και τα χριστιανικά γράμματα.

Στη γενέτειρά του επιδόθηκε στη σπουδή της ρητορικής κοντά στον εθνικό Νικοκλή και τον χριστιανό Εκηβόλιο. Το 351μ.Χ. επέστρεψε στη Νικομήδεια όπου παρακολούθησε τις διαλέξεις του Λιβάνιου και ακολούθως πήγε στην Πέργαμο όπου δίδασκε ο ιδρυτής της νεοπλατωνικής σχολής Αιδέσιος και οι μαθητές του Ευσέβιος Μύνδιος και Χρυσάνθιος Σαρδιανός για να καταλήξει στην Έφεσσο όπου μυήθηκε στα νεοπλατωνικά μυστήρια από τον φιλόσοφο Μάξιμο το 352 μ.Χ. Στο τέλος του 354 μ.Χ. ο Γάλλος κλήθηκε από τον Κωνστάντιο στη Δύση και εκτελέστηκε με συνοπτική διαδικασία. Στις αρχές του 355μ.Χ. ο Ιουλιανός κλήθηκε στο Μιλάνο για να λογοδοτήσει και τέθηκε υπό περιορισμό σε κάποιο προάστιο. Παρέμεινε επί έξι μήνες σε απομόνωση έως ότου έλαβε την άδεια, με την παρέμβαση της βασίλισσας Ευσεβίας, να επισκεφθεί την Αθήνα, όπου έφθασε το καλοκαίρι του 355 μ.Χ. Στην Αθήνα παρακολούθησε τις διαλέξεις του χριστιανού Προαιρέσιου και συνδέθηκε με στενή φιλία με τον νεοπλατωνικό φιλόσοφο Πρίσκο και τον σοφιστή Ιμέριο.

1.3. Ο ΙΟΥΛΙΑΝΟΣ ΚΑΙΣΑΡΑΣ ΤΗΣ ΔΥΣΗΣ

Στις 6 Νοεμβρίου του 355μ.Χ. ο Κωνστάντιος κάλεσε τον Ιουλιανό στο Μιλάνο όπου τον ανακήρυξε Καίσαρα της Δύσης, τον πάντρεψε με τη νεότερη αδελφή του Ελένη, κατά έξι χρόνια μεγαλύτερή του, και τον έστειλε στα τέλη του φθινοπώρου του 355 μ.Χ. στη Γαλατία για να προασπίσει τα σύνορά της. Η κατάσταση των γαλατικών πόλεων αποδίδεται με ρητορική παραστατικότητα από τον Λιβάνιο: “[επορεύσου γάρ [επ[  [ονόματα πόλεων μ~αλλον {η πόλεις κα`ι ποιήσων πόλεις {η χρησόμενος ο{υσαις. |ώστε [ε?ώκεις ο[ικίζοντι τ~ων προσοικούντων ο[υκ {οντων”. Επειδή ο Ιουλιανός ήταν ακόμη νέος και άπειρος, ο Κωνστάντιος παρέμεινε κοντά του ολόκληρο το 356 μ.Χ., πολεμώντας μαζί του κατά των Αλαμανών και το 357μ.Χ. επισκέφτηκε τη Ρώμη, όπου εντυπωσίασε τους κατοίκους με τη μεγαλοπρεπή είσοδό του στην Αιώνια Πόλη.

Ο Καίσαρας Ιουλιανός υπέβαλλε το στρατό του σε εντατικά στρατιωτικά γυμνάσια κατά τους χειμερινούς μήνες του 356 μ.Χ. στη Βιέννη και το καλοκαίρι του ίδιου έτους επιχείρησε την πρώτη εκστρατεία του κατά των Φράγκων και των Αλαμαννών και κατέλαβε την Κολωνία Αγριππίνα. Το 357μ.Χ. σημείωσε θρίαμβο κοντά στο Στρασβούργο που αποτέλεσε ορόσημο στην ιστορία των γαλατικών πολέμων. Οι επιτυχείς εκστρατείες του κατά τα έτη 358-359μ.Χ. στην περιοχή του σημερινού Βελγίου είχαν ως αποτέλεσμα την ανοικοδόμηση των παραρρηνίων πόλεων, τον ανεφοδιασμό με σιτηρά από τον Βορρά και τη σταθεροποίηση της συνοριακής γραμμής. Οι στρατιωτικές επιτυχίες του των ετών 356-361μ.Χ. ήταν αλλεπάλληλες και τα επιτεύγματά του είχαν διάρκεια τέτοια ώστε ο Αμμιανός Μαρκελίνος να πει: “Μετά την αποχώρηση του Ιουλιανού από τη Δύση, όσο βρισκόταν στη γη, όλα τα έθνη παρέμειναν σε ησυχία σαν να τα ειρήνευε κάποιο επίγειο κηρύκειο” και ο Λιβάνιος: “Ταπείνωσε τόσο το γένος των βαρβάρων, τόσο ως Καίσαρας όσο και ως αυτοκράτορας, ώστε ενώ βρίσκονταν στην εκστρατεία κατά των Περσών, αυτοί συμπεριφέρονταν ακριβώς με τον ίδιο τρόπο όπως όταν έφυγε”, και αλλού: “Εσύ (Ιουλιανέ) ανόρθωσες τις πόλεις, ένα τρόπαιο αμετακίνητο, έτσι ώστε οι εχθροί να νοιώθουν πάντοτε φόβο και εμείς εμπιστοσύνη”.

Στα τέλη της δεκαετίας, ο Ιουλιανός εγκαταστάθηκε στο Παρίσι όπου παρέμεινε τους τρεις επόμενους χειμώνες αφιερωμένος στο έργο της αναδιοργάνωσης της επαρχίας. Τον Ιανουάριο του 360μ.Χ., ο Κωνστάντιος υπό την πίεση και του βασιλιά των Περσών Σαπώρ, έστειλε στο Παρίσι μια αντιπροσωπεία για να ζητήσει ενισχύσεις για τα στρατεύματα της Ανατολής. Μια διαταγή που οι προετοιμασίες του περσικού πολέμου δικαιολογούσαν απόλυτα. Ο Ιουλιανός αντιμετώπιζε την προοπτική να χάσει τουλάχιστον τον μισό στρατό του, ενώ παράλληλα είχε υποσχεθεί στους Γαλάτες στρατιώτες του ότι ποτέ δεν θα τους έστελνε στην Ανατολή καθώς και οι πατρίδες τους θα έμεναν ανυπεράσπιστες. Γι’ αυτό το λόγο, τα τμήματα που ορίστηκαν να μεταβούν στην Ανατολή αρνήθηκαν να υπακούσουν στις διαταγές του Κωνστάντιου, στασίασαν και ανακήρυξαν αυτοκράτορα τον Ιουλιανό στο Παρίσι, τον Φεβρουάριο του 360μ.Χ.. Το καλοκαίρι του ίδιου έτους επιχείρησε μία ακόμη νικηφόρα εκστρατεία κατά των Φράγκων του Κάτω Ρήνου. Έπειτα επέστρεψε στη Βιέννη της Γαλατίας όπου γιόρτασε τα πεντάχρονα της εξουσίας του με αγώνες. Τον χειμώνα του 360μ.Χ. ο Ιουλιανός πέρασε για τελευταία φορά τον Ρήνο και τιμώρησε τους Αλαμαννούς που δρούσαν με εντολή του ξαδέλφου του. Στα πλαίσια της πολιτικής συγκάλυψης των σχεδίων του, στις 6 Ιανουαρίου 361μ.Χ. παρακολούθησε τη λειτουργία των Θεοφανείων, και το καλοκαίρι του 361μ.Χ. ξεκίνησε για την Ανατολή επικεφαλής 23.000 πολεμιστών.

1.4. Ο ΙΟΥΛΙΑΝΟΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑΣ ΤΩΝ ΡΩΜΑΙΩΝ

Ο Ιουλιανός διαίρεσε το στράτευμά του στα τρία. Δέκα χιλιάδες θα διέσχιζαν τις Άλπεις στη βόρεια Ιταλία και θα προχωρούσαν μέσω της σημερινής Κροατίας με επικεφαλής τον Ιοβίνο, ενώ ένας ανάλογος αριθμός θα βάδιζε ταυτόχρονα μέσω της

Ραιτίας και του Νωρικού, αυτής της περιοχής που αντιστοιχεί περίπου στη σημερινή Ελβετία και το Τυρόλο υπό τη διοίκηση του έμπειρου και έμπιστου Νεουίττα. Τέλος, μία επίλεκτη δύναμη τριακοσίων στρατιωτών υπό τον Ιουλιανό θα διέσχιζε το νότιο μέρος του Μέλανα Δρυμού προς τον Άνω Δούναβη, στις περιοχές της Ουλμ, και εκεί θα επιβιβαζόταν σε ποταμόπλοια που θα τους οδηγούσαν νότια. Και τα τρία τμήματα θα συναντιώνταν στο Σίρμιο, στον ποταμό Σάβο, περίπου είκοσι μίλια δυτικά του Βελιγραδίου. Η κεραυνοβόλα προέλασή του έφερε τον Ιουλιανό από τη Βασιλεία στη καρδιά του Ιλλυρικού σε λιγότερο από τέσσερις μήνες. Έμεινε δύο ημέρες στο Σίρμιο και γιόρτασε την παρουσία του με τη διεξαγωγή αρματοδρομιών. Τον Οκτώβριο του 361μ.Χ. προχωρεί από το Σίρμιο και καταλαμβάνει τα στενά Σούκεις, που του διανοίγουν την είσοδο της Θράκης, έπειτα επιστρέφει στη Ναϊσσό να διαχειμάσει. Από την άλλη πλευρά, ο Κωνστάντιος αφού έγινε φανερό ότι την άνοιξη του 361μ.Χ. οι Πέρσες δεν επρόκειτο να επιτεθούν αποφάσισε να επιστρέψει για να συγκρουστεί με τον Ιουλιανό. Στην Ταρσό της Κιλικίας όμως αρρώστησε και ύστερα από λίγες μέρες πέθανε στις 5 Νοεμβρίου του 361 στη πολίχνη Μοψουκρήνη, αφού πρώτα υπέδειξε ως διάδοχό του το τελευταίο επιζών μέλος της δυναστείας, τον Ιουλιανό.

Γύρω στις 1 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους έφθασε στη Ναϊσσό η είδηση του θανάτου του Κωνσταντίου και ο Ιουλιανός ξεκίνησε για την Κωνσταντινούπολη όπου στις 11 Δεκεμβρίου τον υποδέχτηκε η σύγκλητος και ο λαός. Ο Ιουλιανός έσπευσε να προσκυνήσει τον νεκρό προκάτοχό του, τον προέπεμψε στην τελευταία του κατοικία- τον ναό των Αγίων Αποστόλων- και φρόντισε να του αποδωθούν οι τιμές της αποθεώσεως. Αμέσως έπειτα διέταξε να συγκροτηθεί δικαστήριο στη Χαλκηδόνα, για να κρίνει τα εγκλήματα του προηγούμενου καθεστώτος. Για να υπογραμμίσει την αμεροληψία του ο ίδιος ο Ιουλιανός φρόντισε να μην είναι μέλος του στρατοδικείου και διόρισε ως δικαστές δύο από τους αφοσιωμένους συνεργάτες του Κωνστάντιου, ενώ τέσσερα από τα έξι μέλη του δικαστηρίου ήταν στρατιωτικοί. Οι πραγματικά δίκαιες ποινές ήταν λίγες. Ένας αθώος καταδικάσθηκε σε θάνατο (ο Ούρσουλος, υπουργός των Οικονομικών του Ιουλιανού στη Γαλατία), ενώ οι περισσότεροι από τους ενόχους εσχάτης προδοσίας έναντι του Ιουλιανού δεν προσάχθηκαν καν για να κριθούν.

1.5. ΤΟ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΤΙΚΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ

Η ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ. Η διοικητική μεταρρύθμιση αποσκοπούσε στην αναγέννηση των επαρχιακών κέντρων, την αναδιοργάνωση του δικαστικού συστήματος και του συγκοινωνιακού δικτύου, την αναδιαμόρφωση της φορολογίας και τέλος την ανασυγκρότηση του στρατού. Σ’ όλους αυτούς τους τομείς την κύρια έμπνευση της μεταρρύθμισης πρόσφερε η στροφή του Ιουλιανού στο παρελθόν, ενώ η βάση για την υλοποίησή της ήταν το δίδυμο οικονομία και εντιμότητα.

Η ΚΑΘΑΡΣΗ ΤΗΣ ΑΥΛΗΣ. Εφάρμοσε μια πολιτική κάθαρσης αρχίζοντας από το ίδιο το παλάτι. Η χαώδης οργάνωση, τα άτακτα ήθη και η προκλητική σπατάλη αντιμετωπίστηκαν με μαζικές απολύσεις, θύματα των οποίων υπήρξαν το σώμα των βασιλικών ευνούχων, οι μυστικοί αστυνομικοί και οι γραμματείς. Ακολούθησαν οι έμμισθοι βασιλικοί φρουροί, που περιορίστηκαν στους πενήντα. Ο Κ. Παπαρηγόπουλος συμβουλεύει όμως να μην εκλάβουμε κατά γράμμα τα όσα λέει ο Λιβάνιος για την αυλή του Κωνστάντιου που περιελάμβανε: “μαγείρους μ`εν χιλίους, κουρέας δ`ε ο[υκ [ελάττους, ο[ινοχόους δ`ε πλείους, σμήνη τραπεζοποι~ων, ε[υνούχους ]υπέρ τ`ας μυίας παρά το~ις ποιμέσιν [εν @ηρι”.

Η ΑΝΑΖΩΟΓΟΝΗΣΗ ΤΩΝ ΤΟΠΙΚΩΝ ΒΟΥΛΩΝ. Στο ζήτημα της αναζωογόνησης των πόλεων, ο Ιουλιανός, με τα πέντε διατάγματα περί βουλευτών, που εξέδωσε στις 13 Μαρτίου του 362μ.Χ., απάλλαξε τους βουλευτές από το “χρυσάργυρον”, απέδωσε στις πόλεις τα κτήματα που είχαν παραχωρηθεί από τους προκατόχους του στην Εκκλησία, το Κράτος ή την αυτοκρατορική περιουσία, καθώς και τις προσόδους τους. κατέστησε το

“στεφανικόν” προαιρετικό. Παρέγραψε όλα τα χρέη των πόλεων προς το δημόσιο και, τέλος, τον Οκτώβριο του 362μ.Χ., επέστρεψε σε αρκετές πόλεις σεβαστές ποσότητες χρυσού και αργύρου. Συγχρόνως, κατάργησε την απαλλαγή των κληρικών από τα βουλευτικά καθήκοντά τους και, με μια σειρά νομοθετικών διαταγμάτων, επανέφερε στις επαρχιακές τους έδρες όλα “τα παράσιτα του Θεού και του αυτοκράτορος” ενώ συγχρόνως άνοιξε τις πύλες των βουλών σε όλους όσους είχαν τα οικονομικά μέσα και τη διάθεση να υπηρετήσουν με αυτόν τον τρόπο τις ιδιαίτερες πατρίδες τους.

Η δικαιοσύνη. Ο Ιουλιανός ανέλαβε να αναδιοργανώσει το σύστημα της δημόσιας δικαιοσύνης. Τα δύο χαρακτηριστικά της σχετικής νομοθεσίας του- που κύριο στόχο είχε την αποκέντρωση της δικαιοσύνης- είναι η προσκόλληση στα πάτρια και η αποφυγή της αναβολής με κάθε θυσία. Στο λήμμα “Ιουλιανός” το Λεξικό της Σούδας (10ος αι.) παρατηρεί χαρακτηριστικά ότι επί της διακυβέρνησής του είχαν σταματήσει οι αναβολές δικών: “[επί τ`ον [ Ιουλιανόν πολλαί δίκαι [εχώρουν, χανδόν [εμφορουμένων τ~ων [ανθρώπων τ~ης δικαιοσύνης το~υ κρίνοντος. [αναβολαί τε ο[υκ @ησαν [επ[ α[υτα~ις |οσαι νόμιμον [εκ τ~ων συνήθων γραμμάτων τ`ο {αδικον {ισχουσιν ε[ις βοήθειαν τ~ων [αδικούντων κα`ι προειληφότων”. Σε όλο δε το σεβαστό εύρος της νομοθεσίας του η θανατική ποινή δεν επιβάλλεται παρά μία μόνο φορά.

Ο στρατός. Η αναδιάρθρωση του στρατού ήταν επίσης έ

νας από τους βασικότερους στόχους του. Κατά αυτοκρατορική διαταγή, οι στρατιώτες άρχισαν να επιδίδονται σε καθημερινά γυμνάσια υπό τις διαταγές των νέων ικανών διοικητών τους, που διόρισε ο ίδιος ο Ιουλιανός, ο οποίος τακτοποίησε το θέμα του κανονικού ανεφοδιασμού των φρουρών του συνόρου του Δούναβη, επιδιόρθωσε τα οχυρά της Θράκης και αύξησε αισθητά τους μισθούς των στρατιωτικών, από τις τάξεις των οποίων απέκλεισε έμμεσα τους από πεποίθηση χριστιανούς καθώς με νόμο του κάθε στρατιώτης όφειλε να προσφέρει θυσίες στους θεούς της παραδοσιακής θρησκείας.

Η συγκοινωνία. Σε μια προσπάθεια ανακουφίσεως του προϋπολογισμού των επαρχιακών κέντρων της αυτοκρατορίας ο Ιουλιανός ασχολήθηκε με το θέμα των συγκοινωνιών. Με μια σειρά αποτελεσματικών νόμων μείωσε στο ελάχιστο δυνατό τον αριθμό των προσώπων που τους επιτρεπόταν να ταξιδεύσουν με δημόσια οχήματα.

Η ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ. Στον τομέα της θρησκευτικής μεταρρύθμισης δημοσίευσε πάμπολλους, χαμένους σήμερα, νόμους που απέβλεπαν στην παλινόρθωση της παραδοσιακής θρησκείας. Με διάταγμά του προς όλους τους διοικητές επαρχιών, ο Ιουλιανός ανακοίνωσε ότι η αναστύλωση των ναών είχε απόλυτη προτεραιότητα επί οποιουδήποτε άλλου οικοδομικού έργου. Στα πλαίσια επίσης αυτής της μεταρρυθμίσεως ίδρυσε σε κάθε πόλη φιλανθρωπικά οικήματα. Το ευρύ πρόγραμμα κοινωνικής πρόνοιας που συνέλαβε, συμπληρωνόταν από τη θεολογική και ηθική διαπαιδαγώγηση των υπηκόων του, καθώς σε ολόκληρη την αυτοκρατορία εγκατέστησε “διδασκαλεία, βήματα, προεδρίας κα`ι ]υφεδρίας”, από όπου δημόσια κηρύσσονταν οι αξίες του “ελληνισμού” από φωτισμένους ιερείς, τους περισσότερους από τους οποίους είχε διορίσει ο ίδιος. Επιστρέφοντας στην Κωνσταντινούπολη, ο Ιουλιανός κήρυξε την ανεξιθρησκεία και ανακάλεσε από την εξορία όλους ανεξαιρέτως τους χριστιανούς κληρικούς- αιρετικούς και ορθοδόξους.

Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ. Στην εκπαιδευτική του μεταρρύθμιση αφαίρεσε από τους χριστιανούς το δικαίωμα να διδάσκουν- αλλά όχι και να διδάσκονται- τα κλασικά γράμματα με το περίφημο διάταγμα Περί Παιδείας, που δημοσιεύτηκε στις 17 Ιουνίου 362μ.Χ.. Ο Ιουλιανός πίστευε ότι έτσι θα πετύχαινε στο διάστημα μιας μόνο γενιάς να μη βρίσκεται πια κανείς μορφωμένος σε ολόκληρη την επικράτεια που να σκέπτεται και να αισθάνεται με τρόπο χριστιανικό. Οι εκπαιδευτικοί και συγχρόνως θρησκευτικοί θεσμοί των γυμνασίων και των αγώνων γνώρισαν, όπως παραδέχεται ο Κ. Παπαρηγόπουλος νέα άνθηση σε όλη την αυτοκρατορία (Δελφοί, Άργος, Ολυμπία, Άκτιο, Αντιόχεια, και αλλού).

1.6. Η ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΠΕΡΣΩΝ

Συγχρόνως με το μεταρρυθμιστικό του έργο ο Ιουλιανός

ενέτεινε τις προπαρασκευές του για να εκστρατεύσει εναντίον των Περσών. Οι επιχειρήσεις του Σαπώρ Β’ κατά της Αυτοκρατορίας μεταξύ του 353 και 358μ.Χ. και ιδιαίτερα οι σασσανιδικές εκστρατείες κατά των βυζαντινών συνόρων της Μεσοποταμίας το 359-360μ.Χ., είχαν δημιουργήσει τη ρήξη του ανατολικού συνόρου της Αυτοκρατορίας, που διατηρείτο με μικρο-αυξομειώσεις από τις νίκες του Γαλέριου κατά των Περσών, το 297-298μ.Χ. Το σύνορο αυτό ακριβώς ο Ιουλιανός θέλησε να σταθεροποιήσει ξεκινώντας τη μαζική του επιχείρηση. Έτσι, εγκαταλείπει την Κωνσταντινούπολη και στις 18 Ιουλίου του 362μ.Χ., φθάνει στην Αντιόχεια για να παρασκευάσει την εκστρατεία του επόμενου έτους κατά των Περσών. Η εκστρατεία του άρχισε από την Ανατολή μέσω Βεροίας το σημερινό Χαλέπι, στη βόρεια Συρία. Στην Ιερόπολη, στράφηκε βορειότερα και αφού διέσχισε τον Ευφράτη και τα σημερινά τουρκοσυριακά σύνορα, έφθασε στις Κάρρες -τη σημερινή Χαράν-. Εκεί ο αυτοκράτορας διαίρεσε τις δυνάμεις του (65.000 στρατιώτες). Τριάντα χιλιάδες τέθηκαν υπό τις διαταγές του κόμητος Σεβασιανού και του συγγενούς του Ιουλιανού, Προκοπίου, αφού ενώνονταν με τις δυνάμεις του συμμάχου βασιλέως της Αρμενίας Αρσάκη, θα χρονοτριβούσαν λίγο στην περιοχή, προσπαθώντας να δώσουν την εντύπωση ότι αποτελούσαν το κύριο σώμα του στρατού, έπειτα θα προχωρούσαν κατά μήκος του Τίγρη και, φθάνοντας στην Κτησιφώντα, θα συναντούσαν τον Ιουλιανό. Με το κύριο σώμα του στρατού, ο Ιουλιανός προχώρησε προς το Κιρκήσιο και αφού ενώθηκε με τις συμμαχικές δυνάμεις των Σαρακηνών διέπλευσε τον μικρό ποταμό Χαβώρα και εισήλθε στον Ευφράτη, λίγο πιο κάτω από τη Βαγδάτη, στο σημείο όπου πλησιάζει τον Τίγρη σε μια απόσταση τριάντα μιλίων. Μετά από μερικές ασήμαντες αψιμαχίες ο Ιουλιανός βρέθηκε στη δυτική όχθη του Τίγρη, έξω από τα τείχη της Κτησιφώντας, της πρωτεύουσας των Περσών. Στις 29 Μαίου 363μ.Χ., ο ρωμαϊκός στρατός επέτυχε να αποβιβαστεί στην αντιπέρα όχθη του Τίγρη και να επιτύχει μια μεγάλη νίκη. Την επόμενη όμως το πολεμικό συμβούλιο αποφάσισε να λύσει την πολιορκία της Κτησιφώντος, καθώς φαίνονταν απόρθητη και ο στρατός του Σαπώρ, πλησίαζε. Το δε ηθικό του ρωμαϊκού στρατού ήταν χαμηλό. Έτσι ο Ιουλιανός έδωσε τη διαταγή να καεί ολόκληρος ο στόλος και το στράτευμα να βαδίσει κατά μήκος της αριστερής όχθης του Τίγρη προς το συμμαχικό βασίλειο της Αρμενίας. Στις 16 Ιουνίου 363μ.Χ. άρχισε η υποχώρηση. Στις 26 Ιουνίου, σε μικρή απόσταση από τη Σαμάρα, δέχθηκε συντονισμένη επίθεση του περσικού στρατού που προσέβαλε την οπισθοφυλακή του. Ο Ιουλιανός που προσέτρεξε για βοήθεια δέχθηκε θανάσιμο πλήγμα από δόρυ στο πλευρό.

1.7. Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ

Πολλά έχουν γραφτεί σχετικά με τον θάνατο του Ιουλιανού, καθώς και για την πιθανή ταυτότητα του δολοφόνου του. Ο Αμμιανός Μαρκελίνος γράφει: “όταν ξαφνικά- κανείς δεν ξέρει από πού- το δόρυ ενός ιππέα καρφώθηκε στον κάτω λοβό του ήπατός του”. Αντίθετα, με τον αυτόπτη μάρτυρα Μαρκελίνο που εμφανίζει στη συνέχεια τον ετοιμοθάνατο Ιουλιανό βέβαιο ότι δεν έχει πέσει θύμα συνωμοσίας, ο ρήτορας Λιβάνιος θέλει να ταυτίσει υπαινικτικά τον φονέα με τους χριστιανούς αντιπάλους του Ιουλιανού και επιχειρηματολογεί ως εξής: “αλλά το ότι ο φονιάς του δεν ανήκε στον εχθρό αποδεικνύεται καθαρά από το γεγονός ότι κανείς δεν πήρε κανένα βραβείο για τον φόνο του”, και καταλήγει “παρ[ ]ημ~ιν α[υτο~ις τ`ον σφαγέα ζητε~ιν”. Σε άλλο του όμως λόγο κατηγορεί καθαρά τους χριστιανούς “]ο δ`ε προσπεσών @ην κα`ι τρώσας Ταϊηνός τις [εντολήν πληρ~ων τ~?ω σφ~ων α[υτ~ων {αρχοντι”, των οποίων ο σκοπός ήταν: “|όπως [εν [ατιμία τ`α τ~ων θε~ων #ων τιμωμένων [απεπνίγοντο”.

Ο Βυζαντινός χρονικογράφος του 6ου αιώνα, Ιωάννης Μαλάλας παραδίδει το θρύλο ότι την νύχτα του θανάτου του Ιουλιανού ο Μέγας Βασίλειος ο Καππαδόκης είδε όραμα κατά το οποίο ο Ιησούς έδωσε εντολή στον στρατιωτικό Άγιο Μερκούριο να σκοτώσει τον Ιουλιανό: “Μερκούριε, [απελθών φόνευσον [ Ιουλιανόν τ`ον βασιλέα τ`ον κατά τ~ων χριστιαν~ων, ]ο δ`ε |αγιος Μερκούριος ]εστώς {εμπροσθεν το~υ κυρίου [εφόρει θώρακα σιδηρο~υν [αποστίλβοντα . κα`ι [ακούσας τ`ην κέλευσιν [αφανής [εγένετο … κα`ι πάλιν ε]υρέθη ]εστώς {εμπροσθεν του κυρίου κα`ι {εκραξεν: [ Ιουλιανός ]ο βασιλεύς σφαγείς [απέθανεν, ]ως [εκέλευσας, κύριε κα`ι πτοηθείς [εκ τ~ης κραυγ~ης ]ο [επίσκοπος Βασίλειος διυπνίσθη τεταραγμένος. [ετίμα γ`αρ α[υτόν [ Ιουλιανός ]ο βασιλεύς κα`ι ]ως [ελλόγιμον κα`ι ]ως συμπράκτορα α]υτο~υ, κα`ι {εγραφεν α[υτ?~ω συχν~ως”. Άλλοι όμως χριστιανοί συγγραφείς δεν ταράζονται, όπως ο Μ. Βασίλειος, αλλά φθάνουν στο σημείο, όπως ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός, να επαινέσουν τον δολοφόνο του: “Όπως και αν έχει το πράγμα δέχεται πλήγμα πράγματι καίριο και σωτήριο για όλο τον κόσμο, και με μία τομή σφαγέως καταδικάζεται για πολλά σπλάγχνα που κακώς του εμπιστεύθηκαν”. Οι παραπάνω απόψεις και τοποθετήσεις είναι ενδεικτικές τόσο της συζήτησης που αναπτύχθηκε σχετικά με τον αιφνίδιο θάνατο του Ιουλιανού όσο και της θέσης που παίρνουν οι σύγχρονοι (Αμμιανός Μαρκελίνος, Λιβάνιος, Γρηγόριος Ναζιανζηνός) και οι κοντινοί συγγραφείς απέναντι στα γεγονότα της ζωής του Ιουλιανού, και που είναι επηρεασμένη από τη θρησκευτική τους πίστη και τις προσωπικές τους σχέσεις με τον αυτοκράτορα. Αυτό είναι και το κυριότερο πρόβλημα του ιστορικού έργου.

Ο Ιουλιανός πέθανε στις 26 Ιουνίου του 363μ.Χ. ανάμεσα στους φίλους και συνεργάτες του Οριβάσιο, Μάξιμο και Πρίσκο. Απέφυγε να ορίσει διάδοχο του και επέμεινε στην εκλογή του αξιοτέρου μετά το δικό του θάνατο. Ο εκλεγείς την 29η Ιουνίου 363μ.Χ., Ιοβιανός έκλεισε ταπεινωτική ειρήνη με τους Πέρσες, με την οποία παραχωρούσε στον Σαπώρ Β’ σημαντικές κτήσεις της αυτοκρατορίας. Το φθινόπωρο του 363μ.Χ. η σωρός του μεταφέρθηκε σε ένα προάστιο της πόλεως Ταρσού και τάφηκε σε πενιχρό μνήμα, στο οποίο αναγράφηκε κατά τους Κεδρηνό, Ζωναρά και Ζώσιμο, το παρακάτω επίγραμμα:

Κύδν?ω [επ[ [αργυρόεντι [απ[  Ε[υφρητάτο ]ροάων

Περσίδος [εκ γαίης [ατελευτήτ?ω [επί {εργ?ω

κινήσας στρατιήν τόδ[ [ Ιουλιανός λάχε σ~ημα.

[αμφότερον, βασιλεύς τ[ [αγαθός κρατερός τ[ α[ιχμητής.

Στην κλεισούρα του Ταύρου ο Ιουλιανός έμεινε ως τον 10ο αιώνα όταν η αραβική προέλαση έθεσε σε άμεσο κίνδυνο την περιοχή. Τότε οι βυζαντινοί του απόγονοι προέβησαν στην μετακομιδή του λειψάνου του στη βασιλεύουσα.

Πίνακας 1:

ΟΙ ΡΩΜΑΙΟΙ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΕΣΣ ΑΠΟ ΤΟΝ Μ. ΑΥΡΗΛΙΟ ΕΩΣ ΤΟΝ ΙΟΒΙΑΝΟ

ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑΣ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗ
Συναυτοκράτορες

Συναυτοκράτορες

Συναυτοκράτορες

Μ. ΑΥΡΗΛΙΟΣ

Λ. ΟΥΗΡΟΣ

ΚΟΜΜΟΔΟΣ

ΠΕΡΤΙΝΑΞ

ΔΙΔΙΟΣ ΙΟΥΛΙΑΝΟΣ

ΣΕΠΤΙΜΙΟΣ ΣΕΒΗΡΟΣ

ΚΑΡΑΚΑΛΛΑΣ

ΓΕΤΗΣ

ΜΑΚΡΙΝΟΣ

ΗΛΙΟΓΑΒΑΛΟΣ

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΣΕΒΗΡΟΣ

ΜΑΞΙΜΙΝΟΣ

ΓΟΡΔΙΑΝΟΣ Α’

ΓΟΡΔΙΑΝΟΣ Β’

ΒΑΛΒΙΝΟΣ

ΠΟΥΠΙΗΝΟΣ

ΓΟΡΔΙΑΝΟΣ Γ’

ΦΙΛΙΠΠΟΣ

ΔΕΚΙΟΣ

ΤΡΕΒΩΝΙΑΝΟΣ

ΑΙΜΙΛΙΑΝΟΣ

ΟΥΑΛΕΡΙΑΝΟΣ

ΓΑΛΛΙΗΝΟΣ

ΚΛΑΥΔΙΟΣ ΓΟΤΘΙΚΟΣ

ΑΥΡΗΛΙΑΝΟΣ

ΤΑΚΙΤΟΣ

ΦΛΩΡΙΑΝΟΣ

ΠΡΟΒΟΣ

ΚΑΡΟΣ

ΚΑΡΙΝΟΣ

ΝΟΥΜΕΡΙΑΝΟΣ

ΔΙΟΚΛΗΤΙΑΝΟΣ

ΜΑΞΙΜΙΑΝΟΣ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΟΣ ΧΛΩΡΟΣ

ΓΑΛΕΡΙΟΣ

ΜΑΞΕΝΤΙΟΣ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Α’ο Μέγας

ΛΙΚΙΝΙΟΣ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Α’Μονοκράτορας

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Β’

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΟΣ Β’

ΚΩΝΣΤΑΣ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΟΣ Β’Μονοκράτορας

ΙΟΥΛΙΑΝΟΣ

ΙΟΒΙΑΝΟΣ

161-180

161-169

180-192

193

193

193-211

211-217

211-212

217-218

218-222

222-235

238

238

238

238

238

238-244

244-249

249-251

251-253

253

253-260

253-168

268-270

270-275

275-276

276

276-282

282-283

283-285

283-284

284-305

286-305

292-306

293-311

306-324

312-324

324-337

337-340

337-350

337-350

350-361

361-363

363-364

Συναυτοκράτορες

ΠΙΝΑΚΑΣ 1: Οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες από τον Μ. Αυρήλιο έως τον Ιοβιανό (161-364μ.Χ.)

ΤΑ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ

Μάιος 332μ.Χ.

22 Μίου 337 μ.Χ.

9 Σεπτεμβρίου 337 μ.Χ.

338-340 μ.Χ.

341-349 μ.Χ.

350 μ.Χ.

351 μ.Χ.

352-354 μ.Χ.

354 μ.Χ.

355 μ.Χ.

355-359 μ.Χ.

360 μ.Χ.

361 μ.Χ.

3 Νοεμβρίου 361 μ.Χ.

11 Δεκεμβρίου 361 μ.Χ.

362 μ.Χ.

13 Μαρτίου 362 μ.Χ.

Ιούλιος 362μ.Χ.

Οκτώβριος 362μ.Χ.

Άνοιξη 363μ.Χ.

26 Ιουνίου 363 μ.Χ.

Γέννηση του Ιουλιανού στην Κωνσταντινούπολη

Θάνατος του Μέγα Κωνσταντίνου

Ανακήρυξη Κωνσταντίνου Β’, Κωνστάντιου Β’και Κώνσταντα σε Αυγούστους.

Σφαγή της οικογένειας του Ιουλιανού

Παραμονή του Ιουλιανού στη Νικομήδεια με δασκάλους τον επίσκοπο Ευσέβιο και τον Μαρδόνιο.

Εγκλεισμός του Ιουλιανού και του Γάλλου στο Μάκελλον της Καππαδοκίας.

Επιστροφή στην Κωνσταντινούπολη.

Ανακήρυξη του Γάλλου σε Καίσαρα.

Σπουδές του Ιουλιανού σε Πέργαμο και Έφεσο.

Περιορισμός του Ιουλιανού στο Μιλάνο.

Εκτέλεση του Γάλλου.

Σπουδές του Ιουλιανού στην Αθήνα (καλοκαίρι).

Ανακήρυξή του σε Καίσαρα στο Μιλάνο (Νοέμβριος).

Επιτυχείς εκστρατείες του Ιουλιανού κατά των Φράγκων και των Αλαμαννών.

Αντιπροσωπεία Κωνστάντιου στο Παρίσι (Ιανουάριος).

Ανακήρυξη σε Αύγουστο του Ιουλιανού (Φεβρουάριος).

Εκστρατεία του Ιουλιανού κατά του Κωνστάντιου.

Θάνατος του Κωνστάντιου στις Μοψουκρήνες Κιλικίας.

Είσοδος του Ιουλιανού στην Κωνσταντινούπολη. Κηδεία Κωνστάντιου.

Διατάγματα περί ανεξιθρησκείας.

Επιστροφή περιουσιών και ανάκληση από εξορία ορθοδόξων.

Κατάργηση κρατικών χορηγήσεων στην εκκλησία.

Διατάγματα για τις πόλεις.

Νόμος περί παιδείας.

Εγκατάσταση στην Αντιόχεια, προετοιμασία εκστρατείας κατά Περσών.

Εμπρησμός του ναού του Απόλλωνα στη Δάφνη της Αντιόχειας.

Εισβολή στην Περσία.

Θάνατος του Ιουλιανού.

Ταφή του στην Ταρσό της Κιλικίας.

Πίνακας 2: Τα σημαντικότερα γεγονότα της ζωής του Ιουλιανού.

ΙΙ. ΥΣΤΕΡΗ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ: ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ
Γιατί τα σπάσαμε τ’ αγάλματά των,
γιατί τους διώξαμεν απ’ τους ναούς των,
διόλου δεν πέθαναν γι’ αυτό οι θεοί.

Κ. Καβάφης, Ιωνικόν

ΓΕΝΙΚΑ

Το ιστορικό πλαίσιο της ζωής του Ιουλιανού είναι η περίοδος που ονομάζεται από τους ιστορικούς “Ύστερη Αρχαιότητα”. Όπως πολύ σωστά λέει ο E. Dodds: “δεν υπάρχουν περίοδοι στην ιστορία, αλλά μόνο στους ιστορικούς. η πραγματική ιστορία είναι μια συνέχεια που ρέει ήρεμα μέρα με τη μέρα. Ακόμη και όταν η εκ των υστέρων γνώση μας παρέχει τη δυνατότητα της τομής σε κομβικά σημεία, υπάρχει πάντα μια χρονική καθυστέρηση, καθώς και μία χρονική σύμπτωση ανάμεσα στο γεγονός και στο αποτέλεσμα. Αυτά είναι κάποια από τα μειονεκτήματα της πρακτικής του τεμαχισμού της ιστορίας σε βολικά μεγέθη που τα ονομάζουμε “περιόδους” ή “εποχές”. Με βάση την υλική και ηθική ανασφάλεια που χαρακτηρίζει την εποχή από την ανάρρηση του Μάρκου Αυρήλιου το 161μ.Χ. έως και τη θρησκευτική μεταστροφή του Κωνσταντίνου (312μ.Χ.), ο E.Dodds την ονομάζει και “Εποχή Αγωνίας”. Την περίοδο αυτή η υλική παρακμή ήταν πιο απότομη και η ζύμωση των νέων θρησκευτικών αισθημάτων πιο έντονη.

Ένας άλλος ερευνητής, ο P. Brown, οριοθετεί την εποχή από το 200μ.Χ. έως και το 700μ.Χ. περίπου. Η εποχή αυτή έφθασε να διακριθεί από τον “κλασικό” πολιτισμό καθώς και οι κοσμογονικές αλλαγές που συνέβησαν αυτή την περίοδο καθόρισαν με τη σειρά τους τη διαφορετική εξέλιξη της δυτικής Ευρώπης, της ανατολικής Ευρώπης και της Εγγύς Ανατολής. Ο P. Brown αναφέρει στον πρόλογό του δύο σημαντικά χαρακτηριστικά της περιόδου: από τη μία την εξαφάνιση ορισμένων αρχαίων θεσμών, που η απουσία τους θα φαινόταν αδιανόητη σε έναν άνθρωπο του 250μ.Χ. Για παράδειγμα, το 476μ.Χ., η ρωμαϊκή αυτοκρατορία είχε εξαφανισθεί από την Εγγύς Ανατολή. Από την άλλη, την εμφάνιση πολλών νέων επαρχιών που σχετίζονται με αυτή την περίοδο. Οι αλλαγές που υπέστη η ρωμαϊκή αυτοκρατορία την περίοδο αυτή ήταν πολύπλευρες και ποικίλες. Αρχίζουν από εμφανείς και τεκμηριωμένες εξελίξεις, όπως οι επιπτώσεις του πολέμου και της υψηλής φορολογίας στην κοινωνία του 3ου και 4ου αιώνα, και φτάνουν ως τις ανεπαίσθητες και μυστηριώδεις εκείνες μετατοπίσεις που επηρέασαν τις σχέσεις των ανθρώπων με το ίδιο τους το σώμα και με τους κοντινούς γείτονές τους. Αν και ο P. Brown ορίζει την εποχή από το 200 έως και το 700μ.Χ., εντούτοις εξετάζει στο έργο του την περίοδο από το 150 έως το 750μ.Χ., συμπεριλαμβάνοντας, τον Μάρκο Αυρήλιο αφού ήταν ο πρώτος φιλόσοφος, και πολιτικός ηγέτης συγχρόνως, που κατέγραψε στο έργο του τα πρώτα μηνύματα της εποχής αυτής στο ηθικό και θρησκευτικό επίπεδο. Όμως το σημαντικότερο ήταν ότι από το 240μ.Χ. και μετά η αυτοκρατορία αναγκάστηκε να αντιμετωπίσει επιδρομές βαρβαρικών φυλών και πολιτική αστάθεια σε μία κλίμακα για την οποία ήταν εντελώς απροετοίμαστη και οι όροι με τους οποίους αντιμετώπισε την κρίση της περιόδου 240-300μ.Χ., έθεσαν τη βάση για τη μελλοντική εξέλιξη της κοινωνίας της ύστερης αρχαιότητας.

Όπως καταλαβαίνουμε, μέσα σε αυτήν την πολύ ξεχωριστή εποχή, γεννιέται και γίνεται αποδέκτης των μηνυμάτων της ο Ιουλιανός. Για την περιγραφή των πολιτικών και οικονομικών συνθηκών της εποχής έως την ίδρυση της νέας πρωτεύουσας της Κωνσταντινούπολης το 330μ.Χ., δύο μόλις χρόνια δηλαδή πριν τη γέννηση του Ιουλιανού, πολύ σημαντικό είναι το έργο του M. Cary “Ρωμαϊκή Ιστορία”. Κυρίως για τις κοινωνικές συνθήκες της εποχής 150-170μ.Χ. το έργο του P. Brown “Ο κόσμος της Ύστερης Αρχαιότητας”, ενώ για τις θρησκευτικές και φιλοσοφικές ζυμώσεις από τον Μάρκο Αυρήλιο ως τον Μέγα Κωνσταντίνο, το έργο του E. Dodds “Εθνικοί και Χριστιανοί σε μία εποχή αγωνίας”. Τέλος, η μετεξέλιξη του όρου και του περιεχόμενου “Ελληνισμός” την εποχή αυτή παρουσιάζονται και ερμηνεύονται στο έργο του G. Bowersock “Ο Ελληνισμός στην Ύστερη Αρχαιότητα”.

Η αναλυτική περιγραφή του πολιτικού, κοινωνικού, οικονομικού, φιλοσοφικού και θρησκευτικού πλαισίου της ζωής και δράσης του Ιουλιανού ερμηνεύει και τη στάση του απέναντι στην άθληση και τους αγώνες.

2.1. ΤΟ ΡΩΜΑΪΚΟ ΚΡΑΤΟΣ

2.1.1. ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΕΩΣ ΤΟ 330μ.Χ.

Ο ΣΤΡΑΤΟΣ. Κατά τον ιστορικό M. Cary η εποχή πριν το 330μ.Χ. ήταν για το ρωμαϊκό κράτος μια εποχή ισχύος και ασφάλειας, στην οποία ο στρατός εγγυόνταν την ειρήνη. Κατά τη βασιλεία του Διοκλητιανού (284-305μ.Χ.) η αυτοκρατορία ανέκτησε το χαμένο (από τις εισβολές του τρίτου αιώνα) έδαφος της. Οι αμυντικές της δε δυνάμεις δεν ήταν ποτέ τελειότερες απ’ ότι το 330μ.Χ. Τα οχυρωματικά έργα, με το πλήθος και την ποιότητά τους, συνέβαλλαν στην ασφάλειά της, ενώ το δίκτυο των δρόμων επιδιορθώθηκε και επεκτάθηκε από τους αυτοκράτορες του τρίτου αιώνα. Οι ρωμαϊκές μαχητικές δυνάμεις αυξήθηκαν στα τελευταία χρόνια του τρίτου αιώνα και επί Κωνσταντίνου και ο αριθμός τους έφθασε επί Διοκλητιανού τουλάχιστον στις 500.000. Από την εποχή του Γαλλιηνού (253-268μ.Χ.), το δικαίωμα έκδοσης ανωτάτων στρατιωτικών διαταγών αφαιρέθηκε από τους επαρχιακούς διοικητές και παραχωρήθηκε σε έμπιστους άνδρες που είχαν πάρει τέλεια στρατιωτική εκπαίδευση. Κατά τη διακυβέρνησή του, γύρω στο 260μ.Χ. η συγκλητική αριστοκρατία αποκλείστηκε από τη στρατιωτική διοίκηση και η ηγεσία του στρατού πέρασε στα χέρια επαγγελματιών στρατιωτών οι οποίοι και τον αναδιοργάνωσαν πλήρως. Αποτέλεσμα: ένας στρατός “Νέου Τύπου”, με τον οποίο ο Γαλλιηνός αναχαίτισε τους βαρβάρους στη Γιουγκοσλαβία και βόρεια Ιταλία το 258μ.Χ.. Ο Κλαύδιος Β’ (268-270μ.Χ.) επέβαλε την ειρήνη στο σύνορο του Δούναβη το 269μ.Χ.. Ο Αυρηλιανός (270-275μ.Χ.) προήλασε στις ανατολικές επαρχίες το 273μ.Χ. και ο Γαλέριος (293-311μ.Χ.) τσάκισε την περσική απειλή το 296μ.Χ.. Κατά τον Peter Brown την εποχή αυτή “η ρωμαϊκή αυτοκρατορία σώθηκε χάρη σε μία στρατιωτική επανάσταση”.

ΤΟ ΠΟΛΙΤΕΥΜΑ. Οι μεταβολές που επήλθαν κατά τον 3ο αιώνα στο ρωμαϊκό πολίτευμα δεν ήταν απότομες, όμως η ρωμαϊκή μοναρχία του Κωνσταντίνου (306-307μ.Χ.) έχει σαφώς μια πολύ διαφορετική όψη από εκείνη του Αυγούστου (27π.χ.-14μ.Χ.). Κι αυτό γιατί η ταχύτητα των μεταβολών που συντελέστηκαν την εποχή αυτή αυξήθηκε από τους εμφύλιους πολέμους και τις ξενικές επιδρομές. Η Σύγκλητος διατήρησε και σχεδόν αύξησε το γόητρό της. Έγινε κυρίως αντιπροσωπευτικό σώμα των ευποροτέρων τάξεων όλης της αυτοκρατορίας και στα μάτια του ευρύτερου κοινού αποτελούσε την αντίθεση του ρωμαϊκού

πολιτισμού προς την αυξανόμενη βαρβαρότητα των στρατιωτικών στοιχείων του πληθυσμού. Από την άλλη μεριά, οι διάφοροι δημοκρατικοί θεσμοί είχαν είτε εξαλειφθεί από αχρηστία πριν από το 300μ.Χ. ή είχαν καταλήξει σε τιμητικά απλώς αξιώματα. Η εξάλειψη του ατροφικού συστήματος της λειτουργίας των αξιωματούχων της εκτελεστικής εξουσίας, που η επιτήρησή τους υπήρξε προηγουμένως το κύριο διοικητικό λειτούργημα της Συγκλήτου, την απογύμνωσε από τα κανονικά της καθήκοντα. Η απομάκρυνση των επαρχιών από τον έλεγχό της σήμαινε την απώλεια της κυριότερης εισοδηματικής πηγής της. Κατά το 300μ.Χ., έπαψε επίσης να ασκεί τις εξουσίες της ποινικής δικονομίας και το σημαντικότερο απ’ όλα, ίσως ήταν το γεγονός ότι δεν χρειαζόταν πια η επικύρωση της Συγκλήτου για τη νομιμοποίηση των αυτοκρατόρων, που πλέον έγιναν κατ’ ουσία μονοκράτορες – υποκείμενοι μόνο στην ανακήρυξή τους από τους στρατιώτες. Έτσι οι πραγματικές λειτουργίες της Συγκλήτου περιορίστηκαν μόνο στη διακυβέρνηση της Ρώμης, σε συνδυασμό με τα καθήκοντα του νέου άρχοντα, και στις συνεδριάσεις της συμμετείχαν μόνο τα ελάχιστα μέλη της που διέμεναν στη Ρώμη.

Όπως και στη Σύγκλητο της Ρώμης έτσι και στις τοπικές Συγκλήτους η παραίτηση από τα αξιώματα κατέληξε σε μια γενική φυγή και οι αυτοκράτορες αναγκάσθηκαν να μετατρέψουν τη συμμετοχή σ’ αυτές από προαιρετικό λειτούργημα σε κληρονομικό καθήκον. Στην τάση αυτή συντέλεσαν η οικονομική ύφεση και αυξανόμενη αυτοκρατορική φορολογία. Υπ’ αυτές τις συνθήκες η τοπική διοίκηση περιήλθε σε γενική παρακμή.

Το 282μ.Χ. οι αυτοκράτορες έπαψαν να εκλέγονται κι έγιναν μονοκράτορες τόσο από το νόμο όσο και στην πραγματικότητα, και εγκαταλείφθηκε κάθε πρόσχημα συμμετοχής στην κυβέρνηση. Η μεταβολή αυτή εκφράσθηκε με την τιτλοφορία τους και την αλλαγή των εξωτερικών τρόπων ζωής τους. Τον τέταρτο αιώνα όλη η διοίκηση συγκεντρώθηκε στα χέρια του αυτοκράτορα και κάθε αξιωματούχος ήταν διορισμένος του. Η αυτοκρατορική εκτελεστική εξουσία επεκτάθηκε και αναδιοργανώθηκε τελείως από τον Διοκλητιανό και τον Κωνσταντίνο. Η αύξηση των αυτοκρατορικών αξιωματούχων οφειλόταν κυρίως στο συστηματικό κατακερματισμό των επαρχιών σε μικρότερες ενότητες. Κατά τον P. Brown στα χρόνια του Κωνσταντίνου, και ιδιαίτερα από το 324μ.Χ. έως το 337μ.Χ., εδραιώθηκε η “νέα αριστοκρατία των υπηρεσιών” στην κορυφή της ρωμαϊκής κοινωνίας.

Η ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ. Οι μεταρρυθμιστικές δραστηριότητες του Διοκλητιανού και του Κωνσταντίνου περιελάμβαναν επίσης μεταβολές στο ρωμαϊκό ποινικό κώδικα. Ο Διοκλητιανός καθόρισε τις δραστικότερες ποινές για τη φοροδιαφυγή και ο Κωνσταντίνος επέβαλε τις αυστηρότερες τιμωρίες για την ανηθικότητα. Και οι δύο συνέχισαν την παράδοση των ηγεμόνων του δεύτερου αιώνα και του Σέπτιμου Σεβήρου (193-211μ.Χ.) στην έκδοση νέων νόμων για την κατάργηση βαρβαρισμών που επιβίωναν ακόμα στον αστικό κώδικα.

Ο M.Cary    αξιολογώντας το έργο των δύο αυτοκρατόρων που προηγήθηκαν στη διακυβέρνηση του ρωμαϊκού κράτους από τον Ιουλιανό, τον Διοκλητιανό και τον Μ. Κωνσταντίνο, το θεωρεί επιτυχές αφού παρότι δεν συγκράτησε την πορεία της διάλυσης στο δυτικό τμήμα, εντούτοις έδωσε νέα σταθερότητα στο ανατολικό της τμήμα. “Το θαύμα δεν έγκειται στο ότι η ρωμαϊκή ιστορία πήρε ένα καινούργιο ξεκίνημα στον τέταρτο και πέμπτο αιώνα, αλλά στο ότι δε σταμάτησε απότομα στον τρίτο ή στις αρχές του τετάρτου” και χαρακτηρίζει αυτό το “θαύμα” ως “τελευταίο θρίαμβο της ρωμαϊκής ζωτικότητας” και τους δύο ηγεμόνες ως “restitutor orbis”.

2.1.2. ΟΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ

Το οξύτερο πρόβλημα της πολιτικής διοικήσεως στα τέλη του τρίτου και του τετάρτου αιώνα ήταν το οικονομικό.Τα δημόσια έξοδα αυξάνονταν συνεχώς. Το σύστημα “άρτος και θεάματα” είχε εξελιχθεί σ’ έναν αδυσώπητο νόμο, έτσι ώστε όταν ο Κωνσταντίνος μετέφερε την πρωτεύουσα στην Κωνσταντινούπολη, τη συνοίκησε μ’ έναν πληθυσμό 80.000, πρόσφορο στις δωρεάν διανομές, οι οποίες θεωρούνταν ως απαραίτητο συνακόλουθο του αυτοκρατορικού εισοδήματος. Στα μέσα του τρίτου αιώνα οι αυτοκράτορες προσπάθησαν ν’ αντιμετωπίσουν τα αυξανόμενα κυβερνητικά έξοδα με μία δραστική υποτίμηση του νομίσματος και μ’ ένα εκτεταμένο σύστημα οικονομικών απαιτήσεων και καταναγκαστικής εργασίας. Η βαθμιαία ανανέωση των αποθεμάτων χρυσού και αργύρου από τον καιρό του Αυρηλιανού και η μερική βελτίωση του νομίσματος από τον Διοκλητιανό και Κωνσταντίνο οδήγησαν στην αργή αναβίωση της εμπιστοσύνης και την παγίωση σταθερής νομισματικής πολιτικής τον τέταρτο αιώνα. Ο Διοκλητιανός έκανε μια προσπάθεια καταργήσεως ή περιορισμού των αυθαίρετων ενεργειών, της κατάσχεσης εμπορευμάτων και της επιβολής καταναγκαστικής εργασίας από τους στρατιώτες στον πληθυσμό, και επιστροφής σ’ ένα δίκαιο φορολογικό σύστημα. Η κυριότερη εισοδηματική πηγή παρέμεινε, μία είσπραξη επί του προϊόντος του εδάφους.

Τη φορολογία, θεωρεί ο P. Brown τον κυριότερο παράγοντα που προκάλεσε τη σημαντικότερη αλλαγή στην κοινωνία της εποχής αυτής: τη διεύρυνση του χάσματος μεταξύ πλουσίων και φτωχών και τη συνακόλουθη συγκέντρωση του πλούτου της Μεσογείου στην κορυφή της κοινωνικής πυραμίδας. Το 350μ.Χ., κατά τη διάρκεια του βίου του ίδιου ανθρώπου, ο φόρος της έγγειας ιδιοκτησίας είχε τριπλασιαστεί και ξεπερνούσε το ένα τρίτο του ακαθάριστου προϊόντος ενός αγρότη. Ήταν ανελαστικός και κάκιστα κατανεμημένος. Ο P. Brown αποδίδει την αιτία για αυτόν τον χαρακτήρα της φορολογίας στους “δύο αθέατους εχθρούς της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, το χρόνο και την απόσταση”. Θεωρεί ότι οι εκτιμήσεις των φόρων γίνονταν σωστά αλλά λόγω της έκτασης της επικράτειας δεν μπορούσαν να είναι ούτε πλήρεις ούτε τακτικές. Έτσι, ο μόνος τρόπος να ελαφρύνει κανείς τα βάρη του ήταν να τα αποφύγει, αφήνοντας τους λιγότερο προνομιούχους να πληρώσουν. Στον 3ο και 4ο αιώνα προχώρησε η συγκέντρωση της εγγείου ιδιοκτησίας σε λίγα χέρια. Πολλοί μικροϊδιοκτήτες για να προστατευτούν από τις εξωτερικές εισβολές και τους καταπιεστικούς διοικητικούς υπαλλήλους παρέδωσαν τα κτήματά τους σε ευπορότερους γείτονές τους για να τους προφυλάξουν κι αυτοί με τη σειρά τους. Μ’ αυτή την ολοκληρωτική μεταβίβαση της ιδιοκτησίας, το latifundium έγινε ο κυρίαρχος τύπος κτήματος στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία, και η καλλιέργεια του εδάφους ασκούνταν ουσιαστικά και κυρίως από ενοικιαστές. Αλλά στο εξής οι coloni υποχρεούνταν να μένουν προσκολλημένοι στο latifundium. Ο θεσμός της δουλοπαροικίας απέκτησε με την απρόσκοπτη χρήση τους νόμιμους τίτλους και την εποχή του Κωνσταντίνου αναγνωριζόταν πλήρως στην αυτοκρατορική νομοθεσία.

Η οικονομική οπισθοδρόμηση της μεταγενέστερης ρωμαϊκής δημοκρατίας οφείλονταν κυρίως στους συνεχείς εμφυλίους πολέμους και τις ξενικές εισβολές των μέσων του τρίτου αιώνα. Η επιβλαβέστερη συνέπεια τους βρίσκονταν, κατά τον M. Cary

σ’ ένα διάχυτο συναίσθημα ανασφάλειας που κυριαρχούσε στον πληθυσμό της αυτοκρατορίας γύρω στο 250μ.Χ. και το οποίο δεν έφυγε ποτέ πια. Η ελευθερία του εμπορίου διακόπηκε απότομα και όλες οι αγορές εξαρθρώθηκαν λίγο ή πολύ. Όση βιοτεχνία και εμπόριο επιζούσε περιοριζόταν κατά τόπους και τα αντικείμενα του ήταν περισσότερο είδη πολυτελείας. Η παρακμή των βιοτεχνιών και του εμπορίου αντανακλώνταν στη σμίκρυνση του χώρου των πόλεων. Η υποτίμηση του νομίσματος, η αύξηση της φορολογίας και η μείωση της καλλιεργήσιμης γης αποτέλεσαν πρόσθετα εμπόδια στην οικονομική δραστηριότητα.

2.1.3. ΟΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ

Η κοινωνία των αρχών του 4ου αιώνα χαρακτηρίζεται από τον P. Brown ως “κοινωνία υπό πίεση” που όμως δεν ήταν κατ’ ανάγκη κλειστή ή δύσκαμπτη. Αντιθέτως, ήταν ανοιχτή σε ρεύματα από τη βάση- σε ανθρώπους, επαγγέλματα, ιδέες- που ο σταθερότερος κόσμος του 200μ.Χ. θα είχε απορρίψει ως “πληβεία”, “βάρβαρα” ή “επαρχιωτικά”. Οι νέοι αριστοκράτες προέρχονταν, στο μεγαλύτερο μέρος τους, από οικογένειες με βαθιές τοπικές ρίζες. Τον 4ο αιώνα οι περισσότεροι συγκλητικοί δεν είχαν δει ποτέ τους τη Ρώμη. Αντίθετα, ήταν οι ηγέτες της δικής τους κοινωνίας. Διορίζονταν ως διοικητές σε εκείνες τις περιοχές όπου είχαν ήδη σημαντική γαιοκτησία. Αυτό το σύστημα παρήγε ανθρώπους με στενότερους ορίζοντες αλλά διασφάλιζε την επιρροή των κυβερνώντων ως την τελευταία βαθμίδα της επαρχιακής κοινωνίας. Αυτοί οι κάθετοι δεσμοί δεν ήταν πάντα καταπιεστικοί.

Αυτή η διεύρυνση της νέας αριστοκρατίας, της οποίας τα μέλη διακρίνονται από τους υπόλοιπους πολίτες χάρη στα αξιώματα που τους απέδιδε ο αυτοκράτορας, είχε αποφασιστική σημασία στον τρόπο με τον οποίο αυτά τα μέλη έβλεπαν πλέον την ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Οι παλαιές εστίες αφοσίωσης φάνταζαν είτε πολύ αόριστες είτε πολύ μακρινές. Έξω από έναν περιορισμένο κύκλο, η νοσταλγία για τη Σύγκλητο σήμαινε λίγα πράγματα και έξω από τον λατινικό κόσμο δεν υπήρχε σεβασμός για τη Ρώμη. Ο Διοκλητιανός επισκέφθηκε τη Ρώμη μονάχα μια φορά στη ζωή του. Στην ελληνική Ανατολή πάλι όπου αυτοκρατορία σήμαινε αυτοκράτορας, η αφοσίωση σ’ αυτόν των επαρχιωτών δεν εκφραζόταν με το σεβασμό ενός εύθραυστου πρωτοκόλλου συγκλητικών ή πολιτειακών θεσμών, αλλά πιο άμεσα με γονυκλυσίες, μπροστά σε αγάλματα και εικόνες του αυτοκράτορα.

Αυτή η διαφορετική μορφή αφοσίωσης προδίδει μια σημαντική διαφορά ανάμεσα στο δυτικό και στο ανατολικό τμήμα της αυτοκρατορίας. Στην ανατολή, οι μετέχοντες, στην αυτοκρατορία ήταν περισσότεροι και πλουσιότεροι από εκείνους στη Δύση. Γι’ αυτό, στο ανατολικό τμήμα, η πίστη στον αυτοκράτορα ρίζωσε βαθύτερα και πήρε αυτή την ανεπιτήδευτα λαϊκή μορφή.

Στην ύστερη αυτοκρατορία, οι απεικονίσεις του αριστοκρά-

τη- που διοργανώνει αγώνες, εμφανίζεται δημόσια ως διοικητής ή περνάει τον ελεύθερο χρόνο του στα κτήματά του- περιλαμβάνουν τώρα και ένα πολυπληθές κοινό το οποίο παρακολουθεί με θαυμασμό. Στο σύνολό της, η κοινωνία τον 4ο αιώνα παρουσιάζει μια διπλή κίνηση. Στην κορυφή ο πλούτος συγκεντρώνεται σε λιγότερα χέρια και η κοινωνική πυραμίδα μεγαλώνει και αυτό εξηγεί την πιο οφθαλμοφανή διαφορά ανάμεσα στην ύστερη ρωμαϊκή και την κοινωνία των κλασικών χρόνων- τη διαφορά στην ποιότητα ζωής των πόλεων. Την εποχή αυτή οι νέοι αξιωματούχοι δεν αναλαμβάνουν πλέον πρωτοβουλίες για κοινωφελή δημόσια έργα αφού διακρίνονται χάρη στους τίτλους που τους αποδίδει ο αυτοκράτορας.

Στη Ρώμη, την Κωνσταντινούπολη και στις λίγες πόλεις της αυτοκρατορίας που εξακολουθούσαν και αυτή την εποχή να κατέχουν την προηγούμενη ευημερία τους, ο αυτοκράτορας ή οι τοπικές αριστοκρατίες διατήρησαν αμετάβλητο τον κύκλο της λαϊκής ψυχαγωγίας. Οι χριστιανοί αυτοκράτορες του 4ου αιώνα δεν έδωσαν προσοχή στις επικρίσεις της Εκκλησίας εναντίον της σκληρότητας των μονομαχικών αγώνων και των θηριομαχιών και κατά της ακολασίας των μίμων. Μετέφεραν στην Κωνσταντινούπολη τα αγωνίσματα του ιπποδρομίου, που έγιναν το καταλυτικό πάθος της νέας πρωτεύουσας.

Τέλος, η ρωμαϊκή κοινωνία εμπλουτίστηκε με στοιχεία από τις πολλές νέες επαρχίες που ενσωματώθηκαν πλήρως στην αυτοκρατορία για πρώτη φορά μετά τον 3ο αιώνα. Οι παραδουνάβιες επαρχίες, οι οποίες προσέφεραν τους στρατιώτες και τους αυτοκράτορες στην “Εποχή της Αποκατάστασης” έκαναν δυναμικά την είσοδό τους στον ρωμαϊκό κόσμο: ανέδειξαν φανατικούς οπαδούς της ρωμαϊκής παράδοσης, ικανότατους διοικητές και θαρραλέους αιρετικούς επισκόπους.

2.1.4. Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

Η ΠΑΙΔΕΙΑ. O M. Cary εντοπίζει το παράδοξο της ρωμαϊκής ιστορίας της εποχής ότι ανάμεσα στους συνεχείς πολέμους και την ουσιαστική χρεωκοπία του κράτους, οι εκπαιδευτικοί θεσμοί είχαν την ειδική προστασία της κυβέρνησης. Ο Διοκλητιανός και ο Κωνσταντίνος κατοχύρωσαν τη θέση των δασκάλων και υποστήριξαν τα οικονομικά προνόμια που είχαν παραχωρηθεί προηγουμένως στην τάξη τους. Στη Ρώμη και στην Κωνσταντινούπολη ο Κωνσταντίνος ανέθεσε την εκπαίδευση στην εποπτεία του praefectus urbi και της Συγκλήτου κάθε πόλης, αλλά δεν επενέβη στο σχηματισμό του προγράμματος. Το κλασικό σύστημα εκπαίδευσης εξακολουθούσε να διαπλάθει νεαρούς κατά το συντηρητικό πρότυπο. Ο P. Brown περιγράφει πώς η “νέα” κοινωνία των αυτοκρατορικών υπαλλήλων που εδραιώθηκε αυτά τα χρόνια βρήκε στήριγμα στην πιο συντηρητική κοινωνία των μορφωμένων ανώτερων τάξεων και οι τελευταίες επέδειξαν

εντυπωσιακή αφομοιωτική δύναμη και δημιουργικότητα. Η γέφυρα μεταξύ τους υπήρξε η κλασική παιδεία που “αφομοιωμένη επιμελώς, δημιουργούσε μια οφθαλμαπάτη που επέτρεπε την άνοδο των νέων ανδρών”. Ο ερευνητής εντοπίζει δύο χαρακτηριστικά αυτής της νέας ανώτερης τάξης. Πρώτον, μια γνήσια, σε αρκετές περιπτώσεις, προσπάθεια για τη δημιουργία μια ελίτ του πνεύματος. Τα μέλη της τάξης αυτής αφομοιώνοντας τα κλασικά πρότυπα της φιλολογίας και με μέτρο συμπεριφοράς τους αρχαίους ήρωες αναζητούσαν μια σταθερότητα και ελπίζαν σε κάποια σωτηρία. Ως παράδειγμα, φέρνει τον Ιουλιανό που πίστευε πως, αντίθετα από τον Γάλλο που “είχε γίνει άγριος”, αυτός είχε σωθεί χάρη στους θεούς που τον αξίωσαν να αποκτήσει πανεπιστημιακή παιδεία. Δεύτερον, ήταν το γεγονός ότι η βάση της πυραμίδας της κουλτούρας παρέμεινε πάντα ανοιχτή. Σε όλη τη διάρκεια του 4ου αιώνα, το επάγγελμα του δασκάλου διακρινόταν από ρευστότητα. Έτσι το ιδεώδες της κλασικής εκπαίδευσης τροφοδοτούνταν συνεχώς από τον ενθουσιασμό των νεοφερμένων.

Έτσι λοιπόν, δεν πρέπει να απορεί κανείς γιατί κατά τη διάρκεια του 4ου αιώνα εθνικοί και χριστιανοί αντιπάλεψαν με πάθος για τον καθορισμό της αληθινής παιδείας: ήταν η κλασική φιλολογία ή ο χριστιανισμός; Και αυτό γιατί και οι δύο πλευρές ανέμεναν τη σωτηρία από τη παιδεία. Οι Έλληνες Πατέρες, με επικεφαλής τον Ωριγένη και τον Κλήμεντα, παρέμειναν πιστοί στις ελληνιστικές παραδόσεις της παιδείας. Οι Λατίνοι Πατέρες διχάστηκαν. Οι πρώτοι από αυτούς, ο Τερτυλλιανός και ο Λακτάντιος, καταδίκασαν την ειδωλολατρική φιλολογία, οι μεταγενέστεροι όμως, ο Αυγουστίνος και ο Ιερώνυμος, “δεν μπόρεσαν να κλείσουν ολωσδιόλου τ’ αυτιά τους στις ειδωλολατρικές σειρήνες”.

Αποτέλεσμα αυτής της σύγκρουσης ήταν και οι πολλές ανακατατάξεις και “αποστασίες”. Εκτός από την επαναστατική “μεταστροφή” του Κωνσταντίνου, στο χριστιανισμό, υπήρξαν πολλές άλλες πιο σιωπηλές: ο αυτοκράτορας Διοκλητιανός υποστήριξε με ζήλο τη ρωμαϊκή παράδοση και φυσικά η “αποστασία” του Ιουλιανού, που ο P. Brown χαρακτηρίζει ως “εκπληκτικό νεόπλουτο της ελληνικής κουλτούρας”.

Στον χώρο της παιδείας, σε αυτά τα χρόνια της ύστερης ρωμαϊκής περιόδου παρατηρούμε μια αιφνίδια έξαρση ταλέντου και δημιουργικότητας από ένα ρεύμα ικανών ανθρώπων απαλλαγμένων από τις προκαταλήψεις της αριστοκρατίας και διψασμένων για μάθηση. Το πνευματικό κλίμα της ύστερης αρχαιότητας διακρίνεται από οποιαδήποτε άλλη εποχή της αρχαίας ιστορίας από αυτή τη ρώμη και την ανησυχία αυτών των ανθρώπων.

          Η ΤΕΧΝΗ. Η εξαθλίωση του ρωμαϊκού κόσμου επέφερε και την παρακμή στην καλλιτεχνική παραγωγή. Στις σμικρυμένες πόλεις της περιόδου αυτής δεν υπήρχε χώρος για μνημειακές επιδείξεις, ούτε δημοτικός πλούτος ή πνεύμα κοινωνικότητας πρόθυμο να παράσχει τα κεφάλαια για την ανέγερση ιδιωτικών ή δημόσιων κτισμάτων. Από τα μέσα του 3ου αιώνα τα δημοτικά κτίσματα περιορίστηκαν σχεδόν μόνο στην ανέγερση οχυρωματικών έργων. Ο Μ. Κωνσταντίνος λεηλάτησε τους Δελφούς και άλλα κέντρα κλασικής τέχνης προκειμένου να εξωραϊσει τη νέα του πρωτεύουσα.

2.2. Η ΘΡΗΣΚΕΙΑ

ΓΕΝΙΚΑ

Οι θρησκείες στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία ήταν πολλές και οι οδυνηρές εμπειρίες του τρίτου αιώνα τους προσπόριζαν συνεχώς νέους πιστούς, που έσπευδαν σε αυτές για να απελευθερωθούν από τις γήινες συμφορές. Επικρατούσε ένα πνεύμα ευσέβειας και μια προθυμία αποδοχής και των πιο φαντασιωδών δογμάτων υπερφυσικής επεμβάσεως. Ο M. Cary καταγράφει τις πιο διαδεδομένες: Τη “θρησκεία του χωρικού” που ήταν βαθιά ριζωμένη στους ανθρώπους της υπαίθρου, την κρατική θρησκεία της Ρώμης, η οποία ανέκτησε πολλή από την αρχική της επίδραση ανάμεσα στους στοχαστές τον 4ο αιώνα. Μεταξύ των ανατολικών θρησκειών διατηρούνταν ακόμα η ιουδαϊκή θρησκεία, η οποία είχε πάψει να δρα προσηλυτιστικά. Η λατρεία της Ίσιδας που κρατούσε τις θέσεις της μετά την περίοδο των Σεβήρων. Η απόπειρα του Ηλιογάβαλου να συγχωνεύσει όλες τις άλλες θρη-

σκείες στη θρησκεία του ηλιακού θεού της Έμεσας, που αποδείχτηκε τουλάχιστον αστεία. Ο Βαβυλώνιος “Ανίκητος Ήλιος”, που ο Αυρηλιανός προσέθεσε στο επίσημο ρωμαϊκό πάνθεο, χωρίς όμως λαϊκή ανταπόκριση. Η λατρεία του ηλιακού θεού Μίθρα, που επεξέτεινε την επιρροή της στο ρωμαϊκό κόσμο, ωσότου έγινε ο κύριος αντίπαλος του Χριστιανισμού. Υποστηρίχθηκε πολύ από τους Σεβήρους και στον 4ο αιώνα αποτέλεσε το συνεκτικό στοιχείο για όσους αντιστέκονταν στις επιθέσεις της θρησκείας του Γαλιλαίου. Τέλος, ο χριστιανισμός που κέρδιζε συνεχώς έδαφος, την περίοδο αυτή, εις βάρος των άλλων λατρειών.

2.2.1. ΟΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΕΣ ΑΝΑΖΗΤΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ (170-300μ.χ.)

Ποιες ήταν οι τάσεις της θρησκευτικής σκέψης της εποχής και προς ποια θρησκευτικά ρεύματα και κινήσεις συνέκλιναν; Η θρησκευτική ζωή της Μεσογείου, την εποχή αυτή εγκατέλειψε αιφνιδίως τις παραδοσιακές της φόρμες, και ακολούθησε δύο τάσεις. Κάποιοι αποπειράθηκαν να επανερμηνεύσουν την πατρογονική θρησκεία τους, ενώ άλλοι ήρθαν σε οριστική ρήξη μ’ αυτήν και βαπτίστηκαν χριστιανοί. Έτσι, η περίοδος από το 170μ.Χ. έως τον ασπασμό του χριστιανισμού το 312μ.Χ. από τον Κωνσταντίνο είναι περίοδος έντονων θρησκευτικών ζυμώσεων. Τότε εμφανίζονται οι πρώτες φιλολογικές μονομαχίες ανάμεσα σε χριστιανούς και μορφωμένους εθνικούς: γύρω στο 178μ.Χ., ο εθνικός Κέλσος έγραψε το έργο του Αληθής Λόγος στο οποίο υποστήριξε με ασυνήθιστο δυναμισμό ότι ο ελληνισμός είναι μια πνευματική δύναμη, όπου παιδεία και θρησκεία αποτελούσαν αδιάσπαστα στοιχεία. Στον Κέλσο απάντησε αναλυτικά ο Ωριγένης από την Αλεξάνδρεια το 248μ.Χ., που κατόρθωσε να αντικρούσει τα επιχειρήματά του για το αδιαίρετο της ελληνικής παιδείας και θρησκείας. Ο Ωριγένης, κατά την Π. Αθανασιάδη, ήταν “ο άνθρωπος που προχώρησε όσο πιο μακριά ήταν δυνατόν να φτάσει κανείς προς τη μείξη της χριστιανικής θρησκείας με την ελληνική παιδεία”. Στην προσπάθεια του αυτή σημείωσε εξαιρετική επιτυχία ώστε προκάλεσε την οργή του Πορφυρίου, ο οποίος τον κατήγγειλε ως αποστάτη και βεβηλωτή του ελληνισμού: “παρ’ ότι Έλληνας διαπαιδαγωγημένος με τις αρχές της ελληνικής παιδείας, εξώκειλε στο βαρβαρικό επιχείρημα . και στηρίζοντάς το ξεπούλησε και τον εαυτό του και το ταλέντο του”. Αυτές ήταν μερικές μόνο από τις πολλές αντιπαραθέσεις εθνικών και χριστιανών την εποχή αυτή.

Από τη μια πλευρά οι εθνικοί διοχέτευσαν τις ανησυχίες τους σε μικρές διδακτικές μελέτες, όπως οι αποκαλύψεις του Αιγυπτίου Ερμή του Τρισμέγιστου, τα γραπτά αυτά εξυπηρετούσαν τη διάχυτη και δραστική δεισιδαιμονία της άρχουσας τάξης πως ζει στον καλύτερο δυνατό κόσμο, έναν κόσμο με τον οποίο ήταν συμφιλιωμένοι οι καλλιεργημένοι εθνικοί. Σύμφωνα με τους φιλοσόφους, το σύμπαν το κυβερνούσε Ένας Ύψιστος Θεός άφατος και ανέκφραστος που εκπροσωπούνταν πάνω στη γη με τη μεσίτευση πλήθους παραδοσιακών θεών. Και ο μέσος άνθρωπος ήταν απόλυτα ευχαριστημένος με αυτές τις οικίες μορφές, “σε καμία άλλη περίοδο της αρχαιότητας δεν ήταν τόσο σίγουρος για την όψη των κλασικών θεών”. Οι θεοί αυτοί μεριμνούσαν για την ανθρωπότητα, και ειδικότερα για συγκεκριμένες πόλεις και ανθρώπους. Απόδειξη αποτελεί η εντυπωσιακή αναβίωση των παραδοσιακών μαντείων του ελληνικού κόσμου κατά τον 2ο αιώνα. Η φροντίδα δε αυτή των θεών εξασφαλίζονταν με την τήρηση ορισμένων τελετών, των οποίων η εγκατάλειψη προκαλούσε ανησυχία και μίσος. Οι χριστιανοί που τις παραμελούσαν γίνονταν στόχος επιθέσεων σε περιόδους λιμού ή επιδρομών. Η παραδοσιακή αυτή πίστη στις ενέργειες των θεών στον κόσμο παρουσίαζε μια ενιαία και αρραγή επιφάνεια, όμως οι αναζητήσεις της “νέας διάθεσης”, μετά το 170μ.Χ.., της δημιούργησε ρωγμές. Η πνευματική αυτή επανάσταση μπορεί να γίνει καλύτερα κατανοητή εάν εξετάσουμε τα νέα ζητήματα που ευαισθητοποιούσαν τους ανθρώπους της εποχής.

Πρώτα απ’ όλα, το άτομο άρχισε να αισθάνεται πως υπήρχε κάτι μέσα του, που είχε απεριόριστη αξία, αλλά είχε αποκοπεί οδυνηρά από τον έξω κόσμο. Αυτή η “αιφνίδια ανακάλυψη αποθεμάτων τελειότητας” συμβάδιζε με την ανάγκη για έναν θεό με αποστολή επικεντρωμένη και προσωπική και όχι διασπασμένη σε απρόσωπες φροντίδες για όλο το σύμπαν. Αυτή η εξέλιξη ερχόταν σε αντίθεση με τον παραδοσιακό παγανισμό που εκφράζονταν μέσα από απρόσωπες φόρμες: κινητοποιούσε αισθήματα για ιερά πράγματα- για αρχαίες τελετές, αγάλματα, μαντεία, ναούς. Αντιθέτως, η “νέα διάθεση” κινητοποιούσε ανθρώπους, που πίστευαν ότι ήταν φορείς τεράστιων δυνάμεων. Απόδειξη αυτής της τάσεως αποτελεί το γεγονός ότι όλοι εκείνοι που σημάδεψαν τον ρωμαϊκό κόσμο κατά τη διάρκεια του 3ου και 4ου αιώνα πίστευαν πως δρούσαν ως “υπηρέτες” του θεού ή των θεών: εκκλησιαστικοί οργανωτές όπως ο Κυπριανός, επίσκοπος Καρχηδόνας (248-258μ.Χ.), μεταρρυθμιστές αυτοκράτορες- όπως ο Αυρηλιανός ο εθνικός (270-275μ.Χ.), ο Κωνσταντίνος ο χριστιανός, ο Ιουλιανός ο Αποστάτης. Μεγαλοφυείς άνδρες όπως ο άγιος Αθανάσιος (περ. 296-373μ.Χ.) και ο άγιος Αυγουστίνος.

Η ιδέα της “μεταστροφής” ήταν στενά συνδεδεμένη με την ιδέα της “αποκάλυψης”. Από κοινού, αυτές οι δύο ιδέες προκάλεσαν ρωγμές στο υψηλό τείχος της κλασικής κουλτούρας. Για ανθρώπους που ανακάλυψαν μέσα τους μια ορισμένη τελειότητα, που τους έφερε σε μια προσωπική επαφή με τον Ένα Θεό, το πρόβλημα του κακού έπαιρνε τώρα έναν προσωπικό χαρακτήρα. Ο P. Brown ανάγει αυτή την εξέλιξη στη σημαντικότερη αυτών των αιώνων: την οριστική αναγόρευση των “δαιμόνων” σε ενεργούς δυνάμεις του κακού, και προσθέτει την επιτυχή καταπολέμησή τους από τους χριστιανούς ιεραπόστολους στους λόγους της εξάπλωσης της χριστιανικής εκκλησίας. Αποτέλεσμα αυτής της τάσης για απόδοση κάθε περίπτωσης αρρώστιας και δυστυχίας σε παρείσακτα κακοποιά στοιχεία, που μπορούσαν όμως να “απομονωθούν” και να εκδιωχθούν, ήταν η παρουσία τόσων ανθηρών φιλάσθενων την εποχή αυτή που αντίθετα από τις παραδοσιακές απόψεις της ελληνικής ιατρικής, αρνούνταν ότι η αρρώστια προέρχονταν από τους ίδιους: η άμυνα απέναντι στις επιθέσεις των δαιμόνων τους απασχολούσε πολύ περισσότερο από τις διαταραχές της σωματικής τους υγείας.

Τέλος, το πιο κρίσιμο όριο στον κόσμο της ύστερης αρχαιότητας ήταν εκείνο που ετίθετο μετά το θάνατο. Το αόρατο χάσμα ανάμεσα στους “λυτρωμένους” και τους “καταραμένους” έστεκε σαν βαθιά τάφρος γύρω από τις μικρές ομάδες παγανιστών και χριστιανών που κατάφεραν να δημιουργήσουν μια θέση για τον εαυτό τους εις βάρος της καθιερωμένης δημόσιας λατρείας.

2.2.2. Ο ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ

          Η ΑΝΤΙΘΕΣΗ ΣΤΟΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟ.

Οι θρησκευτικές αναζητήσεις των ανθρώπων της εποχής, που περιγράφηκαν στο προηγούμενο κεφάλαιο, τους οδηγούσαν προς τα δύο θρησκευτικά συστήματα, το χριστιανισμό και τον παγανισμό. Η χριστιανική θρησκεία, αντίθετα από τους πολυθεϊστές, δεν αρκούνταν να μοιράζεται τον κόσμο μαζί με τις άλλες λατρείες, αλλ’ απέβλεπε στην ολοκληρωτική τους υποκατάσταση. Το γεγονός αυτό μαζί με την ανησυχία και το μίσος που προκαλούσε η άρνηση των χριστιανών να τηρήσουν τις τελετές που αποσκοπούσαν στην εύνοια των θεών, οδηγούσε συχνά τον μέσο άνθρωπο του ελληνικού και του ρωμαϊκού κόσμου σε βίαιες εκδηλώσεις οργής εναντίον των χριστιανών και τους Ρωμαίους αυτοκράτορες σε συστηματικούς διωγμούς τους. Η λαϊκή αγανάκτηση κατά των χριστιανών υποχώρησε στον 3ο αιώνα . τον καιρό του Κωνσταντίνου χριστιανοί και ειδωλολάτρες δεν δυσκολεύονταν να συνάπτουν σταθερές φιλίες.

Εκτός από τους διωγμούς των αυτοκρατόρων και τα ξεσπάσματα τις λαϊκής οργής, μια πιο συγκρατημένη εκστρατεία εναντίον των Χριστιανών, ασκούνταν από ανθρώπους των γραμμάτων, που είχαν εντρυφήσει στη φιλοσοφία και στη ρητορική και γνώριζαν πως να κατευθύνουν την επίθεσή τους. Οι επιθέσεις αυτές διατυπώνονταν παρόμοια στα ελληνικά και στα λατινικά, και ο πόλεμος των λέξεων εξακολούθησε ως το τέλος του 4ου αιώνα.

Το 312μ.Χ. η Εκκλησία μπήκε σε μία νέα εποχή με την προσχώρηση του Κωνσταντίνου στον Χριστιανισμό. Με την Έδικτο του Μιλάνου που εκδόθηκε στο όνομα των Κωνσταντίνου και Λικινίου, παραχωρήθηκε στους χριστιανούς τελεία ελευθερία ασκήσεως της λατρείας τους και εξαίρεση από όλες τις ειδωλολατρικές τελετουργίες. Το διάταγμα αυτό παραβιάσθηκε αργότερα από τον Λικίνιο, αλλά επικυρώθηκε πάλι το 323μ.Χ. όταν ο Κωνσταντίνος έγινε μονοκράτορας. Δύο χρόνια αργότερα ο ίδιος πήρε μέρος στη σύνοδο της Νίκαιας ως διαιτητής και ειρηνοποιός. Στη νέα του δε πρωτεύουσα απαγόρευσε την κατασκευή ειδωλολατρικών ναών. Η θρησκευτική του όμως πολιτική παρέμεινε στο σύνολό της πολιτική γενικής ανεξιθρησκείας, και στις μέρες του ο χριστιανισμός απείχε πολύ από το να είναι η γενική θρησκεία του ρωμαϊκού κράτους. Αν και δεν συμφωνούμε με τη θέση του M. Cary ότι στα μέσα του 4ου αιώνα ο Ιουλιανός παραδέχτηκε ότι “η τελική νίκη του Χριστιανισμού στο ρωμαϊκό κόσμο είχε εξασφαλιστεί”, αφού τέτοια δήλωσή του δεν υπάρχει στα έργα του αλλά και οι άοκνες προσπάθειες του για την ανόρθωση της λατρείας των θεών έως τον θάνατό του δεν δείχνουν κάτι τέτοιο, γεγονός είναι όμως ότι ο χριστιανισμός είναι σε μια συνεχή πορεία ενίσχυσης της θέσης του που θα οδηγήσει, μετά τον Ιουλιανό, και στην τελική επικράτησή του.

ΟΙ ΛΟΓΟΙ ΤΗΣ ΑΝΟΔΟΥ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ (200-300μ.χ.).

Η τελική επικράτηση του Χριστιανισμού ως της κυρίαρχης θρησκείας στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία οφειλόταν στη συγκυρία πολλών πλεονεκτημάτων που είχε έναντι των αντιπάλων λατρειών και ήταν συνδεδεμένη με τις κοινωνικές αλλαγές της εποχής. Όπως τονίζει ο P. Brown η εξάπλωσή του δεν ήταν μια σταδιακή, αναπότρεπτη διαδικασία που άρχισε με τον Άγιο Παύλο και τερματίστηκε με την μεταστροφή του Κωνσταντίνου το 312μ.Χ.. Η εξάπλωση του Χριστιανισμού κατά τον 3ο αιώνα “ήταν εντυπωσιακή επειδή ήταν εντελώς αναπάντεχη”. Η σοβαρότητα των μέτρων που ελήφθησαν εναντίον της εκκλησίας ως σώματος το 257μ.Χ. και μετά το 303μ.Χ., δείχνει πως κάτι έλειπε από τη ζωή της ρωμαϊκής πόλης και το κενό αυτό απειλούσε να το καλύψει ο Χριστιανισμός.

Κατ’ αρχήν, ο Χριστιανισμός απευθύνονταν στους ταπεινότερους εκείνους Ρωμαίους πολίτες που με την ευκαιρία της επικρατούσας ειρήνης στην αυτοκρατορία υπερέβησαν τις τοπικές τους ιδιαιτερότητες μέσα από το εμπόριο, τη μετανάστευση και την εξασθένιση των παλαιών διαχωριστικών γραμμών, μπροστά στο νέο πλούτο και τα νέα κριτήρια κοινωνικής διάκρισης. Σ’ αυτούς τους αποκομμένους από τις ρίζες τους ανθρώπους βρήκε ανταπόκριση το χριστιανικό κήρυγμα του 2ου αιώνα. Το 200μ.Χ. οι χριστιανικές κοινότητες στρατολογούσαν από τα μικρομεσαία στρώματα και από τους ευυπόληπτους τεχνίτες των αστικών κέντρων. Κοντά σ’ αυτούς βεβαίως συστρατεύονταν και κάθε άλλος πολίτης, πλούσιος ή φτωχός, ελεύθερος ή εξαρτημένος, αφού η χριστιανική πίστη δεν ήταν “προσωποληπτική” και αγνοούσε τη διάκριση. Σε αυτή την εποχή που οι παραδοσιακοί

φραγμοί κατέρρεαν οι χριστιανοί είχαν ήδη φθάσει να αυτοαποκαλούνται “μη έθνος”, στους κόλπους του οποίου κυριαρχούσε η ισότητα. “Η Χριστιανική εκκλησία προσέφερε ένα δραστικό πείραμα κοινωνικής συμβίωσης που αντιστάθμισε την ανασφάλεια και τους κινδύνους της αποκοπής από το παρελθόν και τους γειτονικούς δεσμούς”.

Όλος αυτός ο κόσμος των πιστών διοικούνταν από ένα επαρκώς οργανωμένο σώμα κληρικών, με περίπλοκη ιεραρχική διάρθρωση, που κατείχαν ευρύτατες πειθαρχικές αρμοδιότητες πάνω στους λαϊκούς. Ως τον καιρό του Μ. Αυρηλίου η κληρική ιεραρχία τελειώθηκε σ’ όλα τα ουσιώδη στοιχεία της. Ακόμη σπουδαιότερη υπήρξε η δημιουργία ενός μοναδικού συστήματος επικοινωνίας μεταξύ των χριστιανικών κοινοτήτων. Τέλος, η άγρυπνη χριστιανική κοινωνική συνείδηση της Εκκλησίας που προέβαινε σε εντυπωσιακές δημόσιες χειρονομίες έβρισκε μεγάλη απήχηση στους πληθυσμούς. Ο C. Rutilio όμως προσθέτει ότι για να ερμηνευτεί η προνοητικότητα της Εκκλησίας πρέπει να εξετάσουμε και τη φυσική εξάλειψη των παγανιστών, που διήρκεσε πλέον της μίας χιλιετίας.

Ένας δεύτερος λόγος, μετά την προέλευση των προσηλύτων και την ποιότητα του κλήρου, ήταν το προσιτό και ελκυστικό περιεχόμενο και η μορφή της χριστιανικής πίστης. Το τελετουργικό της ήταν απλό και δεν προκαλούσε παρόμοια οπτική και ακουστική εντύπωση όπως εκείνη των επίσημων ειδωλολατρικών λατρειών. Από την άλλη οι ελληνικές ανώτερες τάξεις που υιοθετούσαν αυτές τις λατρείες εγκατέλειπαν μια ευέλικτη, ζωντανή γλώσσα, την κοινή, που υπήρξε η lingua franca ολόκληρης της Ανατολής, για χάρη ενός αττικού ιδιώματος που μπορούσε να μιληθεί μόνο από μια υποδειγματικά μορφωμένη ελίτ, την ίδια ώρα που στους χριστιανικούς ναούς χρησιμοποιούνταν η αττική γλώσσα.

Τη διάδοση του Χριστιανισμού επιβοήθησε και η ειδική φιλολογία που δημιουργήθηκε σε τέτοιο βαθμό που ανάλογο δε γνώρισε καμία άλλη αρχαία εκκλησία. Την εποχή του Κωνσταντίνου τα τέσσερα Ευαγγέλια, μαζί με άλλα πρώιμα κείμενα και επιστολές, κωδικοποιήθηκαν έτσι ώστε να σχηματίσουν την “Καινή Διαθήκη”, ενώ οι εκκλησιαστικοί Πατέρες ανέλαβαν την αποστολή της αναθεωρήσεως και ευρύνσεως της χριστιανικής πίστεως στο φως άλλων συστημάτων σκέψεως και κυρίως της στωϊκής και πλατωνικής φιλοσοφίας. Τέλος, ένας άλλος κλάδος της χριστιανικής λογοτεχνίας, η απολογητική, απευθύνθηκε στους μη χριστιανούς για να τους ερμηνεύσει την χριστιανική θρησκεία και να την υπερασπιστεί εναντίον επιθέσεων απ’ όλες τις κατευθύνσεις. Ο M. Cary κλείνει την καταγραφή αυτών των τριών μερών της ειδικής χριστιανικής φιλολογίας καταλήγοντας: “Καμία άλλη αρχαία θρησκεία δεν υπήρξε τόσο τυχερή όσο ο Χριστιανισμός στον τρόπο παρουσιάσεώς της”.

Ο P. Brown, ισχυρίζεται ότι αυτό που έκανε πράγματι την εκκλησία να ξεχωρίσει, και αύξησε τη δημοτικότητά της, ήταν “η αυστηρή εσωστρέφεια του βίου της”. Η χριστιανική προπαγάνδα δεν απευθυνόταν σε όλους αδιακρίτως. Οι χριστιανοί δεν υιοθέτησαν την αγορά για το κήρυγμά τους όπως οι κυνικοί φιλόσοφοι. Αντίθετα, τα υποψήφια μέλη εξετάζονταν εξονυχιστικά. Προετοιμάζονταν σιγά-σιγά για τη μύηση και μετά τη μύηση ένα τρομερό σύστημα ποινών τους θύμιζε συνεχώς το φοβερό χάσμα που χώριζε τους ανήκοντες από τους μη ανήκοντες στη θρησκευτική ομάδα. Η εσωστρέφεια αυτή μαζί με την έλλειψη ανοχής για τον έξω κόσμο καταγράφονται ως οι σημαντικότεροι λόγοι της επικράτησης του Χριστιανισμού.

Στους παραπάνω λόγους, ο E. Dodds προσθέτει δύο ακόμη: Πρώτον, την αδυναμία και την κόπωση του παγανισμού του 4ου αιώνα, που χαρακτηρίζει ως “ζωντανό πτώμα”. Ο παγανισμός της εποχής αυτής είχε χάσει την πίστη του τόσο στην επιστήμη όσο και στον εαυτό του. “Ο Χριστιανισμός, από την άλλη, κρίθηκε άξιος να ζήσει επειδή θεωρήθηκε άξιος να πεθάνει κανείς γι’ αυτόν”. Και δεύτερον, την υποθετική υπόσχεση που πρόσφερε ο χριστιανισμός στους απόκληρους, της καλύτερης κληρονομιάς σε άλλον κόσμο. Το ίδιο έκαναν και ορισμένοι από τους εθνικούς αντίπαλους του. “Όμως, ο Χριστιανισμός είχε πιο βαρύ χέρι και πιο γλυκά δώρα”. Ήταν θρησκεία ζωντανής ελπίδας.

Τέλος, ο E. Dodds συμφωνεί με τον Μ. Cary στο ότι “η χριστιανική κοινωνική συνείδηση” (όπως την ονομάζει ο M. Cary) ή η πρακτική του “ο ένας για τον άλλο” των χριστιανών (όπως τη χαρακτηρίζει ο E. Dodds), ήταν από τις σπουδαιότερες αιτίες, ίσως η ισχυρότερη κατά τον E. Dodds, για τη διάδοση του Χριστιανισμού. Και οι δύο συγγραφείς, προκειμένου να θεμελιώσουν την άποψή τους παραθέτουν την θέση του αυτοκράτορα Ιουλιανού που αποδίδει την επιτυχία των χριστιανών “στη φιλανθρωπία τους απέναντι στους ξένους, τη φροντίδα τους για την ταφή των νεκρών και την υποτιθέμενη αυστηρότητα του τρόπου ζωής τους”.

Η ΜΕΤΑΣΤΡΟΦΗ ΚΑΙ Η ΕΠΙΚΡΑΤΗΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ (300-361μ.Χ.)

Η ανάπτυξη των χριστιανικών κοινοτήτων δεν ήταν όμως η μοναδική και κυρίως δεν ήταν η πιο καθοριστική αλλαγή εκείνου του καιρού. Ο “σημαντικότερος εκσυγχρονισμός στην ιστορία της Εκκλησίας και αναμφίβολα το πιο αποφασιστικό γεγονός στην πολιτιστική ζωή του 3ου αιώνα”, όπως τον χαρακτηρίζει ο P. Brown ήταν η επιτυχία των ηγετών της χριστιανικής εκκλησίας, ειδικά στον ελληνικό κόσμο, να ταυτιστούν με την κουλτούρα, τις βλέψεις και τις ανάγκες του μέσου εύπορου πολίτη. Τον 3ο αιώνα ο Χριστιανισμός αντιπροσωπεύονταν σε όλες τις κοινωνικές τάξεις και δεν ήταν πια η θρησκεία των απόκληρων, ταίριαξε ακόμη και με τον μέσο πολίτη και την αριστοκρατία που αντιτίθετο στην αυτοκρατορική αυταρχία. Μέχρι να φθάσουμε στον ασπασμό του Χριστιανισμού από τον Κωνσταντίνο το 312μ.Χ. είχε προηγηθεί επί δύο γενεές ο ασπασμός της κουλτούρας και των ιδανικών του ρωμαϊκού κόσμου από το χριστιανισμό. Ο τελευταίος “είχε εξελιχθεί σε μια εκκλησία έτοιμη να απορροφήσει μια ολόκληρη κοινωνία”.

Η μεταστροφή αυτή άρχισε στα χρόνια της ειρήνης, μετά την άνοδο του Διοκλητιανού, όταν άρχισε να κλείνει η πληγή ανάμεσα στη νέα, στρατιωτική άρχουσα τάξη και τον αστικό πολιτισμό της Μεσογείου. Δύο νέες τώρα ομάδες διεκδικούσαν την εκπροσώπηση αυτού του πολιτισμού: η παραδοσιακή παγανιστική άρχουσα τάξη, της οποίας η ανθεκτικότητα και η υψηλή πνευματική στάθμη είχε εκδηλωθεί με την αναβίωση και τη διάδοση της πλατωνικής φιλοσοφίας στα τέλη του 3ου αιώνα και η νέα τάξη των χριστιανών επισκόπων με τη “χαμηλότερη” κουλτούρα αλλά με τις εξαιρετικές οργανωτικές ικανότητες και τη μεγάλη ευκολία προσαρμογής. Οι αυτοκράτορες όμως αυτής της περιόδου είχαν ως πρώτο μέλημα την επιβίωση και όχι την κουλτούρα. Έτσι η αδιάκοπη έκθεση στη χριστιανική προπαγάνδα ήταν η αληθινή “μεταστροφή” του Κωνσταντίνου, ο οποίος αν και υποστήριξε τον Χριστιανισμό, εντούτοις η πολιτική του στο θέμα της θρησκείας ήταν περισσότερο μια πολιτική ανεξιθρησκείας. Ο Κωνσταντίνος και οι διάδοχοί του “έκαναν την είσοδό τους στον πολιτισμό της Μεσογείου μέσα από τη φαρδιά γέφυρα της ταύτισης του Χριστιανισμού με τον χαμηλότερο κοινό παρονομαστή της κλασικής παιδείας”.

Η βασιλεία του Κωνσταντίου Β’, από το 337μ.Χ. έως το 361μ.Χ., σφράγισε τον νέο τρόπο ζωής, και την “ταχυδακτυλουργία” του πατέρα του τη μετέτρεψε σε μακροχρόνια πραγματικότητα. Η νέα κυβερνητική τάξη, με κέντρο την αυλή του αυτοκράτορα, είχε μέλη της επισκόπους που συνδέθηκαν με τους γραφειοκράτες. Η θρησκευτική πολιτική του Κωνσταντίου Β’ υιοθέτησε μια μέση οδό, υποστήριξε τον αρειανισμό ως την πιο αποδεκτή φιλοσοφικά έκφραση της σχέσης μεταξύ του Χριστού και του Πατρός Θεού. Στην πολιτική του αυτή είχε την υποστήριξη των μορφωμένων και στραμμένων στην παράδοση επισκόπων της Μικράς Ασίας και των παραδουνάβιων επαρχιών. Αντίστοιχης καλλιέργειας λαϊκοί συνέρρευσαν στην Κωνσταντινούπολη φέρνοντας μαζί τους τη γλώσσα και την αρχιτεκτονική της ελληνικής Μικράς Ασίας. Λαϊκοί και κληρικοί είχαν μια στοιχειώδη ελληνική μόρφωση, όμως “ο κλασικισμός τους ήταν η παστεριωμένη κουλτούρα της επιτυχίας του 4ου αιώνα: διάβαζαν ελληνική λογοτεχνία για να αποκτήσουν αρχοντικούς τρόπους, όχι για να μάθουν για τους θεούς”. Ο P. Brown διαπιστώνει ότι ο αιφνίδιος τρόμος που προκάλεσε σε αυτούς τους ανθρώπους η παγανιστική διακυβέρνηση του Ιουλιανού τους άξιζε με το παραπάνω.

2.2.3. Ο ΠΑΓΑΝΙΣΜΟΣ

ΓΕΝΙΚΑ

Απέναντι από τον Χριστιανισμό βρίσκονταν ο πολυθεϊσμός ή ειδωλολατρία ή παγανισμός στη μορφή που είχε την εποχή αυτή. Όπως θα δούμε η λατρεία των αρχαίων θεών κατά τους φιλοσόφους της εποχής δεν διέφερε και πολύ με τον μονοθεϊσμό, αφού και αυτοί δέχονταν την ύπαρξη ενός υπέρτατου όντος, έτσι ο όρος πολυθεϊσμός για τις απόψεις των λογίων της περιόδου δεν είναι ο καταλληλότερος. Επίσης, ο όρος ειδωλολατρία είναι ακόμη λιγότερο κατάλληλος αφού ο ίδιος ο Ιουλιανός, απηχώντας φυσικά και τις απόψεις της φιλοσοφίας της εποχής του, λέει για τη λατρεία των ειδώλων: “Όταν αντικρίζουμε τα αγάλματα των θεών ας μην τα βλέπουμε σαν σκέτες πέτρες ή ξύλα αλλά ούτε να θεωρούμε πως είναι οι ίδιοι οι θεοί. Όποιος αγαπάει τους θεούς αντικρίζει μια ευχαρίστηση τα αγάλματα και τις εικόνες των θεών, νιώθοντας την ίδια στιγμή σεβασμό και ρίγος καθώς τον βλέπουν, αόρατοι οι θεοί. Αν τώρα κάποιος νομίζει πως αυτά τα αγάλματα δεν μπορούν να καταστραφούν επειδή κάποτε ονομάστηκαν εικόνες των θεών, θα τον θεωρήσω τελείως άμυαλο, γιατί θα ‘πρεπε να μην είχαν φτιαχτεί από ανθρώπινα χέρια”. Ο καλύτερος όρος για την εναλλακτική θρησκευτική πρόταση που βρίσκονταν απέναντι από τον Χριστιανισμό, είναι ο παγανισμός.

Ο όρος “παγανιστικός” προέρχεται από το pagus, το κυρίως αγροτικό χωριό και paganalia (28 Ιανουαρίου) ήταν οι λατρείες που γιορτάζονταν στα χωριά προς τιμήν θεών που συνδέονται με το έδαφος, το υπέδαφος και τη βλάστηση. Χρησιμοποιήθηκε από τους χριστιανούς σαν περιφρονητική σημασία εκείνων που αυτοί είχαν αρχικά αποκαλέσει “εθνικούς”. Είναι πασίγνωστο ότι οι παγανιστές δεν χρησιμοποιούσαν αυτή τη λέξη για να αναγνωρίζονται: ήταν το “έθνος” (γένος) το κοινό σημείο αναφοράς τους και ποτέ η θρησκεία, ή ακόμη περισσότερο, η πόλη.

Οι παγανιστικές θρησκείες δεν ήσαν “λατρευτικές”. Αυτές θεμελιώθηκαν στην πράξη από το έθιμο που τις χαρακτήριζε: υπήρξαν θρησκευτικές εν τη ασκήσει των λατρευτικών τους πρακτικών. Πέρα απ’ αυτές δεν υπήρχε θρησκεία. Επίσης, σε αυτές απουσιάζει εντελώς το “πνεύμα της σωτηρίας” που, απεναντίας, χαρακτηρίζει εντόνως τον Χριστιανισμό. Στις παγανιστικές θρησκείες, ιδιωτικού ή δημόσιου χαρακτήρα, κανείς δεν έπαιρνε μέρος χάριν καταξίωσης ή λόγω εξαναγκασμού, ούτε γινόταν προσηλυτισμός ως “καθήκον”. Ο C. Rutilio, στο σημείο αυτό, έρχεται να προσθέσει αυτή τη χριστιανική “κλήση” στον αδιάκριτο προσηλυτισμό στη μεγάλη “δύναμη διείσδυσης” του Χριστιανισμού και στους λόγους της επικράτησής του στον κόσμο της ύστερης αρχαιότητας.

Ο όρος παγανισμός που έφθασε την εποχή αυτή να ταυτιστεί μέσα από κάποιες διαδικασίες που θα δούμε παρακάτω, με τον όρο ελληνισμός είναι ο πιο κατάλληλος για την αναφορά στο θρησκευτικό σύστημα που δέχονταν τόσο ο απλός λαός όσο και οι εκπρόσωποι της φιλοσοφικής σκέψης που δεν επέλεγαν να βαπτιστούν χριστιανοί.

2.2.3.1. ΠΑΓΑΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ
Ο ΝΕΟΠΛΑΤΩΝΙΣΜΟΣ

Την περίοδο αυτή οι ριζοσπαστικές αλλαγές, που έχουν σχέση με τις θρησκευτικές τάσεις και την προσχώρηση στον Χριστιανισμό, είναι εξίσου σημαντικές με την εκ νέου ανακάλυψη του παρελθόντος, την επιβίωση παλαιών στοιχείων και την ανασύνταξη παραδοσιακών δυνάμεων. Ως τα τέλη του 6ου αιώνα, ένας ευρύς κύκλος “Ελλήνων” πρόβαλε αντίσταση στον Χριστιανισμό. Ενδεικτικό του γοήτρου αυτού του κύκλου είναι πως, στον ελληνικό κόσμο, “Έλληνας” σήμαινε “παγανιστής”. Αυτοί οι “Έλληνες” ήταν ανοιχτοί στις πνευματικές ζυμώσεις των καιρών τους και στρέφονταν στις αρχαίες μεθόδους για να αντιμετωπίσουν σύγχρονα προβλήματα. Η ήρεμη πίστη τους σε μια διαρκώς εξελισσόμενη παράδοση που ξεκινούσε από τον Πλάτωνα αποτελούσε πιθανόν την πιο καθησυχαστική όψη του πολιτισμού της ύστερης αρχαιότητας. Αυτοί άρχισαν την εποχή αυτή έναν διάλογο με τη νέα πνευματική ηγεσία των χριστιανών.

Ο Πλωτίνος, κατά τον P. Brown, είναι ένα τυπικό δείγμα αυτών των “Ελλήνων”. Ο  M. Cary τον χαρακτηρίζει ως εξαιρε-τική φυσιογνωμία και θεωρεί ότι μαζί του τελείωσε η ιστορία της αρχαίας φιλοσοφίας. Η Π. Αθανασιάδη λέει ότι σ’ αυτόν ο ελληνισμός βρήκε τον άνθρωπο που όρισε εκ νέου τον θρησκευτικό του πυρήνα. Αιγύπτιος, (ή Έλληνας από την Αίγυπτο, κατά τον M. Cary), γεννημένος σε μια μικρή επαρχιακή πόλη γύρω στο 205μ.Χ., είχε ασχοληθεί σοβαρά με το γνωστικισμό. Είχε τον ίδιο δάσκαλο με τον Ωριγένη. Επιχείρησε να εξιχνιάσει την εξωτική φιλοσοφία των Περσών και των Ινδών. Μόνο αργότερα βυθίστηκε στην αρχαία διαλεκτική του Πλάτωνα. Ο M. Cary λέει πως “ενεφύσησε προς στιγμή νέα ζωή στο πλατωνικό δόγμα”, ενώ η Π. Αθανασιάδη χαρακτηρίζει τη συμβολή του “επανάσταση στην ιστορία του Πλατωνισμού”, διότι ενώ βάσισε τη διδασκαλία του στην ελληνική έννοια του λόγου, συνεισέφερε την ενόραση της μυστικής εμπειρίας ως του ύπατου φιλοσοφικού σκοπού: “]η σπουδή ο[υκ {εξω ]αμαρτίας ε@ιναι, [αλλά Θεόν ε@ιναι”, ήταν η ομολογία πίστεώς του. Η φιλοσοφία του εκτίθεται σε έξι “Εννεάδες” από εννέα βιβλία η κάθε μία και αποτελούσε τη μεθοδικότερη απόπειρα ερμηνείας του σύμπαντος, από τις ημέρες του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη. Οι πιο δυνατές σελίδες των

Εννεάδων περιγράφουν πως, στο τέρμα μιας ενσυνείδητης πορείας ηθικού και πνευματικού μόχθου, ο ανθρώπινος νους κερδίζει ένα όραμα όπου υποκείμενο και αντικείμενο γίνονται ένα. Για να πραγματωθεί όμως η μυστική ένωση πρέπει να εξαντλήσουμε τον τραχύ δρόμο της νοητικής ανάβασης κι όχι να καταφύγουμε στο παράλογο, αφού “τ`ο δ[ ]υπέρ νο~υν {ηδη [εστίν {εξω νο~υ πεσε~ιν”.

Η υπηρεσία που προσέφερε ο Πλωτίνος στους συγχρόνους του και στους διαδόχους του ήταν ότι υπογράμμισε το σύνδεσμο ανάμεσα στο ορατό και το αόρατο, καθώς επίσης και τη δυνατότητα των φυσικών πραγμάτων να φορτιστούν με νόημα από την ψυχή. Για έναν πλατωνιστή, η σχέση ανάμεσα στο σώμα και την ψυχή ήταν μια μικρογραφία του δύσκολου προβλήματος της σχέσης του Θεού με το σύμπαν. Η απάντηση του Πλωτίνου είναι χαρακτηριστική. Αποφάνθηκε πως το να έχει κανείς σώμα δεν ήταν μεγαλύτερη “αμαρτία” από το να δημιουργεί σκιά. Το σώμα ήταν ένα όμορφο όργανο μέσα από το οποίο αναζητούσε έκφραση η ψυχή: ο άνθρωπος πρέπει να φροντίζει και να γυμνάζει το σώμα του, όπως ο μουσικός κρατάει τη λύρα του κουρδισμένη. Πρόκειται για ένα λεπτό, ευαίσθητο ιδεώδες κάθε άλλο παρά ασκητικό.

Στην επόμενη κιόλας γενιά το σύστημα του Πλωτίνου επρόκειτο να συσχετιστεί με τη θεολογία των Χαλδαϊκών Λογίων και βαθμιαία να απομακρυνθεί από το λόγο. Ανεπαισθήτως ο λόγος, αντικαταστάθηκε από τη θέρμη της πίστης, της ελπίδας και της αγάπης, ενώ σ’ ένα άλλο επίπεδο υποχώρησε μπρος το μύθο, αφήνοντας όλο τον πλούτο της ελληνικής αποκαλυπτικής παράδοσης να κατακλύσει τον Νεοπλατωνισμό. Και ενώ η Π. Αθανασιάδη χαρακτηρίζει την εξέλιξη αυτή ως “το ύστατο δημιουργικό επίτευγμα του ελληνισμού”, ο M. Cary θεωρεί ότι “ο Νεοπλατωνισμός, στα χέρια των μεταγενέστερων μελών της σχολής, διαλύθηκε σε μιαν ομίχλη άϋλων ‘αληθειών’ που χρησίμευαν ως ευπρεπής μανδύας των λαϊκών προκαταλήψεων, και το δόγμα του Πλωτίνου της απαλλαγής της ψυχής από το σώμα με τη δύναμη της διανοητικής προσπάθειας, μετατράπηκε στην απάτη της κοινής μαγείας”.

Όπως και να την χαρακτηρίσουμε αυτή τη διαδικασία, αυτή ξεκίνησε με τον μαθητή του Πλωτίνου, τον Πορφύριο (περ. 232-303μ.Χ.). Η έμμονη αναζήτηση του θείου είχε καταστήσει άχρηστη για τον Πορφύριο κάθε θρησκευτική πρακτική, όμως αισθανόταν ότι φύσεις λιγότερο ένθερμες ή φιλοσοφικές από τη δική του μπορούσαν και όφειλαν να στηριχθούν κατά τον αγώνα για πνευματική τελείωση από μια ιστορικά καθιερωμένη ρουτίνα ευσεβείας: “ο#υτος γάρ μέγιστος καρπός ε[υσεβείας . τιμ~αν τ`ο θε~ιον κατά τά πάτρια”. Ξεκινώντας από αυτή τη νέα αρχή, ο Πορφύριος συνέταξε “τη δριμύτερη και πιο ολοκληρωμένη επίθεση που δέχθηκε ποτέ ο χριστιανισμός”, και έθεσε σε τελείως νέα βάση την παιδευτική και θρησκευτική διαμάχη με αυτόν.

Η καθοριστική πρωτοβουλία ανήκει στον νεότερο συνάδελφο του Πορφυρίου τον Σύρο Ιάμβλιχο (πέθανε γύρω στο 330), που εμπνευσμένος από τη θεολογία των  Χαλδαϊκών Λογίων, προίκισε τον Νεοπλατωνισμό με δόγμα και τελετουργικό τυπικό. Η τέλεση αρρήκτων πράξεων που διενεργούνται όπως αρμόζει στο θείο, πέρα από κάθε νόηση, και η δύναμη των αφάτων συμβόλων, τα οποία συλλαμβάνουν μόνον οι θεοί, επιφέρουν τη θεουργική ένωση” ήταν η επίσημη ετυμηγορία του ιεροφάντη που πλούτισε τη φιλοσοφία με στοιχεία που απευθύνονταν στη συγκινησιακή λειτουργία του ανθρώπου. Γι’ αυτή του τη καινοτομία ο Ιάμβλιχος δέχτηκε την επίθεση του Πορφύριου, που κι αυτός όμως είχε υπερβεί τα θεσμοθετημένα από το δάσκαλό του όρια της ορθοδοξίας. Ο Ιάμβλιχος ήταν ο πρώτος Νεοπλατωνικός που συνένωσε σ’ ένα οργανικό σύνολο τελετουργική πράξη και θεωρία από ολόκληρη την ελληνική οικουμένη, υιοθετώντας τις θεοσοφίες των Νεοπυθαγόρειων και των Ερμητιστών, αλλά προπαντός προικίζοντας τον ελληνισμό με ένα ιερό εξ’ αποκαλύψεως κείμενο- τα Χαλδαϊκά Λόγια. Ο καθηγητής αυτός, όπως λέει ο P. Brown, “με την εξοργιστική ευφράδεια του δημοφιλούς δασκάλου που σκορπάει αντιθρησκευτικούς αφορισμούς”, διαβεβαίωσε μια γενιά Ελλήνων αριστοκρατών πως οι παραδοσιακές τους πεποιθήσεις ήταν απολύτως συμβατές με τον πιο υψηλό πλατωνισμό. Μέσα σε αυτούς ήταν και ο Ιουλιανός που μετεστράφη από το Χριστιανισμό στον “ελληνισμό” από τους μαθητές του Ιάμβλιχου, και κατ’ αυτόν τον τρόπο ο Ιάμβλιχος “κατάφερε να εκδικηθεί τον Κωνσταντίνο”. Μια σειρά επιστολών που για καιρό αποδίδονταν στον αυτοκράτορα Ιουλιανό, είναι όμως του μαθητή του Ιάμβλιχου, επίσης Ιουλιανού, ο δάσκαλος περιγράφεται ως το “κοινόν τ~ων ] Ελλήνων [αγαθόν, τ`ο μέγα τ~ης Ο[ικουμένης {οφελος” ή ακόμη “]ως παντός το~υ [ελληνικο~υ (]ο) σωτήρ”. Όμως και πολύ αργότερα από τη διακυβέρνηση του Ιουλιανού (361-363μ.Χ.), ενάμιση αιώνα μετά την επικράτηση του Χριστιανισμού ως επίσημης θρησκείας της αυτοκρατορίας, ο φιλόσοφος Πρόκλος έγραφε προσωπικούς ύμνους προς τους αρχαίους Θεούς και ένα έργο (“Στοιχείωσις θεολογική”) ολωσδιόλου παγανιστικό.

Με δύο λόγια, οι “Έλληνες” πίστευαν πως μέσα από τον Πλάτωνα και την πνευματική πειθαρχία των ελληνικών πανεπιστημίων είχαν βρει έναν τρόπο να αποφεύγουν τις εντάσεις. Υπογράμμιζαν πως ήταν δυνατόν, μέσω της λογικής σκέψης, να αντιληφθεί κανείς τον εσώτερο σύνδεσμο ανάμεσα στα επίπεδα του ορατού κόσμου και την πηγή τους στον Ένα Θεό. Μπορούσε, δηλαδή, να “αγγίξει” κανείς με τη σκέψη το περιεκτικό κέντρο το οποίο γινόταν αισθητό μέσα από την ομορφιά όλων των ορατών πραγμάτων. Στα γραπτά των “Ελλήνων”, οι άνθρωποι ξανάβρισκαν τη χαμένη αίσθηση οικειότητας με τον κόσμο που τους περιέβαλλε. Για τους φιλοσόφους της εποχής αυτής ο κόσμος ήταν, ομολογουμένως, μυστηριώδης, αλλά γεμάτος νόημα: ήταν ένα σημάδι από τον Θεό. Τους κληρονομημένους μύθους μπορούσαν οι φιλόσοφοι να τους δεχτούν σαν σημάδια. Απέναντι στην κενότητα της “πνευματικής λατρείας” των χριστιανών, οι παγανιστές φιλόσοφοι αντιπαρέθεταν την “ψυχική φόρτιση” της παραδοσιακής θυσίας. Έτσι αυτή η αίσθηση της προσωπικής και άυλης παρουσίας του αόρατου παρηγορούσε τους τελευταίους εθνικούς.

ΟΙ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΕΣ ΑΠΟΨΕΙΣ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΘΕΙΟ ΚΟΣΜΟ

Ποιες ήταν όμως οι απόψεις των μορφωμένων παγανιστών της εποχής της ύστερης αρχαιότητας, Νεοπλατωνικών και μη, αλλά και των εκπροσώπων της χριστιανικής πίστης για την αξία της ανθρώπινης ζωής και τον προορισμό της για τη θέση του ανθρωπίνου σώματος, και τη σχέση του ανθρώπου με τον θείο κόσμο; Ο E. Dodds στο έργο του “Εθνικοί και Χριστιανοί σε μια εποχή αγωνίας” καταγράφει τους σταθμούς της φιλοσοφικής σκέψης επάνω σε αυτά τα θέματα από την εποχή της βασιλείας του Μάρκου Αυρηλίου (161-180μ.Χ.) έως και τη διακυβέρνηση του Μ. Κωνσταντίνου (306-337μ.Χ.) ξεδιπλώνοντας την πορεία αυτή ως τη γέννηση δηλαδή του Ιουλιανού και από αυτή την άποψη της συνέχειας έχει ιδιαίτερη σημασία, αφού ο τελευταίος αποτελεί μέσα από την παιδεία τον κρίκο της αλυσίδας αυτής της φιλοσοφικής σκέψης.

Ο Μάρκος Αυρήλιος, ο φιλόσοφος αυτοκράτορας, που αποτελεί και ένα από τα πρότυπα του Ιουλιανού, όπως θα καταδείξουμε στο κεφάλαιο για τα πρότυπα του, θεωρεί την ζωή του ανθρώπου μια στιγμή μέσα στον άπειρο χρόνο, την κόψη του ξυραφιού ανάμεσα σε δύο αιωνιότητες, όπως στιγμή μέσα στο άπειρο διάστημα είναι και η ίδια η γη. Ως εκ τούτου οι δραστηριότητες του ανθρώπου είναι “καπνός και μηδαμινότητα”. Τα βραβεία του είναι “σαν πουλάκι που πετάει και χάνεται πριν κανείς προλάβει να το αγαπήσει”. Η σύγκρουση των στρατιών είναι “ο καυγάς των κουταβιών πάνω σ’ ένα κόκαλο”. Η μεγαλοπρέπεια του ίδιου του σαρματικού θριάμβου του Μάρκου είναι η αυταρέσκεια “αράχνης που έπιασε μια μύγα”.

Συνδεδεμένη με την άποψη αυτή είναι η αίσθηση ότι η δραστηριότητα του ανθρώπου δεν είναι μόνο ασήμαντη. Είναι επίσης, κατά μία έννοια, όχι εντελώς αληθινή. Η ιστορία αυτής της άποψης αρχίζει με δύο χωρία από τους Νόμους του Πλάτωνα, όπου διαβάζουμε ότι “οι άνδρες και οι γυναίκες είναι σε γενικές γραμμές κούκλες, κι ελάχιστα μετέχουν στην αλήθεια”. παραμένει αμφίβολο αν ο Θεός τους όρισε να είναι μόνο “παιχνίδια” ή είχε κάποιο σοβαρότερο σκοπό”.

Στον Μάρκο Αυρήλιο, επίσης, επανεμφανίζεται μόνο η υπόθεση της ψευδαισθήσεως, για παράδειγμα εκεί που σημειώνει σειρά από εικόνες της ανθρώπινης ζωής, αρχίζοντας με “τα επί σκηνής δράματα και τη μεγαλοπρέπεια των πομπών” και τελειώνοντας με “κούκλες που κινούνται σπασμωδικά πάνω σ’ ένα σπάγκο”. Αλλού μιλάει για το σύνολο της αισθητής ζωής σαν να πρόκειται για “όνειρο και ψευδαίσθηση”.

Με αυτές τις απόψεις για την ανθρώπινη ζωή, κατάσταση και δραστηριότητα, ο Μάρκος Αυρήλιος αν και ο ίδιος δεν αμελεί το δικό του σώμα ούτε και προτείνει την παραμέλησή του, εντούτοις με τους χαρακτηρισμούς του το μειώνει σε κάθε ευκαιρία. Σκοπός του όμως είναι να τονίσει την αντίθεση και την υπερέχουσα θέση που πρέπει να έχει στον άνθρωπο η ψυχή. Έτσι, το ανθρώπινο σώμα χαρακτηρίζεται ως αγγείο, αποτελούμενο από χώμα και αίματα, ως σωματάκι, που του είναι όλα αδιάφορα, αφού ούτε να διακρίνει μπορεί, ως σαρκίδιο που του είναι αδιάφορο όπως και η αναπνοϊτσα του, ως αγγείο πάλι, πάνω στο οποίο τα όργανα είναι κολλημένα σαν εργαλεία. Αφού υποβιβάζει με τους χαρακτηρισμούς αυτούς το σώμα στη θέση που κρίνει ότι του αξίζει σε σχέση με την πνοή και το νου, επανέρχεται πολλές φορές στο θέμα της αταραξίας της ψυχής από τα μηνύματα, τις συγκινήσεις και τις εντυπώσεις του σώματος η οποία δεν πρέπει να ενδίδει σ’ αυτές αλλά να τις κυβερνά. Ο ίδιος, σκληραγωγημένος μαχητής, και αφού με τον παραπάνω τρόπο καθόρισε την ιεραρχία των ανθρωπίνων στοιχείων, αποδεικνύει την εκτίμησή του στο σώμα, με συμβουλές όπως: “εφρόντιζε το σώμα του (για τον πατέρα του) όσο πρέπει, ούτε σαν να ήταν

φιλόζωος ή για στολισμό, ούτε απρόσεκτα, αλλά τόσο ώστε, με την προσοχή που έδινε, να χρειάζεται όσο το δυνατό λιγότερο γιατρούς και γιατρικά και καταπλάσματα”. Αλλά δίνει οδηγίες ξεκάθαρες για τη φροντίδα του: “Πρέπει και το σώμα σου να στέκει ίσιο, χωρίς τσακίσματα, μήτε στην κίνηση μήτε στη στάση. Γιατί, όπως στο πρόσωπο εκδηλώνεται η ψυχή και το κρατεί πάντα συμμαζεμένο κι ευγενικό, το ίδιο πρέπει ν’ απαιτείς κι από όλο σου το σώμα. Όλα όμως αυτά να τα προσέχεις χωρίς προσποίηση. Τέλος, σε πολλά άλλα σημεία, αναφέρεται στις αξίες της καρτερίας στις κακουχίες και στις ανάγκες του σώματος αλλά και χρησιμοποιεί αθλητικές εικόνες με μεταφορική έννοια.

Το ίδιο αίσθημα αποτελεί τη βάση του μεγάλου και λαμπρού χωρίου, όπου ο Πλωτίνος ερμηνεύει τα μεγαλεία και τις αθλιότητες της ανθρώπινης ζωής με όρους θεατρικής παράστασης. Γι’ αυτόν οι ανθρώπινες υποθέσεις είναι παιχνίδι του Θεού, που παρουσιάζεται στον κόσμο- θέατρο από όμορφες και αξιαγάπητες ζωντανές κούκλες”- κούκλες που περνούν τους εαυτούς των για ανθρώπους και γι’ αυτό υποφέρουν, ενώ στη πραγματικότητα είναι μονάχα εξωτερικές σκιές του εσωτερικού ανθρώπου, του μόνου προσώπου που είναι πράγματι υπαρκτό. Είναι συνδεδεμένη με το γενικό δόγμα του Πλωτίνου ότι η δράση είναι πάντα “σκιά του στοχασμού και κατώτερο υποκατάστατό του”.

Αυτή η στάση περιφρονητικής παραιτήσεως μεταδόθηκε από τον Πλωτίνο στην ύστερη νεοπλατωνική σχολή, τόσο τη χριστιανική όσο και την παγανιστική. Ο Γρηγόριος Νύσσης, για παράδειγμα, λέει ότι οι ανθρώπινες υποθέσεις δεν είναι παρά παιχνίδι παιδιών τα οποία φτιάχνουν στην άμμο, κάστρα που το νερό γρήγορα θα παρασύρει. Ονομάζει δε αυτήν την μη πραγματικότητα του κόσμου γοητεία, μαγική ψευδαίσθηση, επαναλαμβάνοντας μια έκφραση του Πορφυρίου. Και ο Αυγουστίνος διακηρύσσει ότι “η ζωή δεν είναι παρά η κωμωδία του ανθρωπίνου γένους”. Οι απόψεις αυτές εκφράζονται από το επίγραμμα του εθνικού ποιητή Παλλαδά (4ος αι.) στο γνωστό επίγραμμα:

“σκηνή π~ας ]ο βίος κα`ι παίγνιον . {η μάθε παίζειν

τ`ην σπουδήν μεταθείς, {η φέρε τ`ας [οδύνας”

Ο Μάρκος Αυρήλιος, ο Πλωτίνος και ο Παλλαδάς ήταν άνθρωποι μεγαλωμένοι μέσα στην ελληνική παράδοση και αισθανόταν ότι η ανθρώπινη δραστηριότητα είναι κάτι που ανήκει σε υποδεέστερη τάξη, ούτε καν σοβαρή, ούτε καν πραγματική. Όμως κανείς στωικός ή αριστοτελικός, και κανείς ορθόδοξος πλατωνικός, δεν μπορούσε να καταδικάσει τον κόσμο στο σύνολό του. Ο Πλωτίνος μπορεί να αποδεχθεί την εξίσωση της Ύλης με το κακό μόνο υποβιβάζοντας και τα δύο στην κατάσταση των περιθωριακών προϊόντων, στο οριακό σημείο όσων έχουν βγει έξω από το Απόλυτο. Οι υπόλοιπες αντιλήψεις που καταδικάζουν την ύλη ως πηγή του κακού είναι κατά τα φαινόμενα ανατολικής καταγωγής.

Ο Ε. Dodds θέτει το ερώτημα: “αν αυτοί είναι οι τρόποι με τους οποίους οι άνθρωποι έχουν την τάση να σκέπτονται αυτή την περίοδο, ποια ήταν η άποψή τους για την κατάσταση του ανθρώπου;”. Σ’ αυτόν τον κόσμο ο “εσωτερικός άνθρωπος” όπως τον ονόμασε ο Πλωτίνος αισθανόταν ξένος και εξόριστος. Οι χριστιανοί, περιμένοντας τη Δευτέρα Παρουσία, ήταν φυσικό να θεωρήσουν τους εαυτούς των από νωρίς “ξένους και οδοιπόρους”, το ίδιο αίσθημα αποξενώσεως ένοιωθαν και οι χριστιανοί γνωστικοί. Εκτός όμως από τους χριστιανούς κύκλους το αίσθημα αυτό ήταν κοινός τόπος στην πλατωνική σχολή. Ακόμη και ο Μάρκος Αυρήλιος εξέφραζε την αίσθηση αυτή της μη ένταξης: “Όλη η ζωή του σώματος είναι ποτάμι που περνά, η ζωή της ψυχής όνειρο και ψευδαίσθηση. η ύπαρξη του πόλεμος και παραμονή σε ξένη χώρα. η υστεροφημία του λήθη”.

Αυτοί οι συλλογισμοί θέτουν αναπόφευκτα το ερώτημα “Για ποιο σκοπό είμαστε εδώ;”. Την εποχή αυτή τόσο οι φιλόσοφοι όσο και άλλοι άνθρωποι θεώρησαν μείζον το ζήτημα της ευτυχισμένης ζωής. Ο Ιάμβλιχος στο δοκίμιό του “Περί ψυχής” διαιρεί τις απαντήσεις σε δύο κύριες ομάδες, την αισιόδοξη και την απαισιόδοξη. Ο Πλάτωνας στον “Τίμαιο” προσέφερε μια εύκολη απάντηση: χωρίς την ανθρωπότητα η τελείωση του κόσμου δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί: “(Ο Δημιουργός προς τους άλλους Θεούς) Έχουν μείνει ακόμη τρία θνητά είδη αγέννητα. η απουσία τους καθιστά τον ουρανό ατελή, γιατί δεν έχει συμπεριλάβει όλα τα γένη των εμβίων όντων- όπως θα έπρεπε να έχει κάνει αφού επιδιώκει την πληρότητα… Για να γίνουν λοιπόν αυτά θνητά και το σύμπαν πραγματικά πλήρες, ζητώ από σας να ακολουθήσετε τη φύση σας και να αφιερωθείτε στη δημιουργία τους”. Άλλοι αρχίζοντας από την πλατωνική ρήση “π~ασα ψυχή παντός [επιμελε~ιται το~υ [αψύχου”, βλέπουν τον άνθρωπο ως διαχειριστή του Θεού και τη γήινη ύπαρξη ως μορφή υπηρεσίας (λειτουργία). “Υπηρεσία στη ζωή” το ονομάζει ο Κέλσος. Ο Μάρκος Αυρήλιος “υπηρεσία στη σάρκα”. Τέτοιου είδους υπηρεσία μπορεί να είναι επικίνδυνη για την ψυχή, την οποία ο Πλωτίνος συγκρίνει με την τιμονιέρη που αποφασισμένος να σώσει το καράβι του διακινδυνεύει να χάσει τη ζωή του. Εμμένει πάντως στην άποψη ότι σε τελικό απολογισμό η ψυχή μπορεί να κερδίσει από την εμπειρία του κακού. Για τον Πρόκλο μια τέτοια εμπειρία είναι αναγκαίο τμήμα της παιδείας μας. και σε ορισμένους χριστιανούς πλατωνικούς συναντούμε μια συγγενική σύλληψη του κόσμου ως “σχολείου των ψυχών”.

Τέλος, για τους πιο ριζοσπάστες δυϊστές οι παραπάνω εξηγήσεις φαίνονταν ανεπαρκείς. Η έκπτωτη κατάσταση του ανθρώπου μπορεί να εξηγηθεί με έναν από τους παρακάτω τρόπους: ως τιμωρία για μια προγενέστερη αμαρτία που διαπράχθηκε στον παράδεισο ή ως αποτέλεσμα λανθασμένης επιλογής που έκανε η ίδια η ψυχή. Η πιο ενδιαφέρουσα άποψη είναι πάνω στο ζήτημα αυτού του προορισμού της ανθρώπινης ζωής, του Πλωτίνου, ο οποίος στο δοκίμιο του “Τ`ι τ`ο ζ~ωον κα`ι τ`ι ]ο {ανθρωπος” λέει ότι ο φωτισμός του σώματος από την ψυχή δεν είναι μεγαλύτερη αμαρτία από την αθέλητη εμφάνιση μιας σκιάς: “Όσο για το πώς επέρχεται η γένεση, έχουμε πει ότι γίνεται με την κάθοδο, όταν κάτι άλλο που προκύπτει από την ψυχή κατεβαίνει κατά τη ροπή της προς τα κάτω- Λοιπόν, εγκαταλείπει το είδωλό της; Και τότε πώς δεν είναι αμαρτία η ροπή της; – Μα αν η ροπή είναι μια λάμψη προς τα κάτω, δεν αποτελεί αμαρτία- όπως ούτε η σκιά, αλλά υπαίτιο είναι αυτό που δέχεται τη λάμψη. Διότι αν δεν υπήρχε, εκείνη δεν θα είχε πού να φωτίσει”. Επίσης, σε άλλη πραγματεία του με τίτλο “Τίνα και πόθεν τα κακά”, σημειώνει ότι ο σύνδεσμος ψυχής και σώματος είναι φυσικός και ότι η “αδυναμία” της ψυχής δεν είναι έμφυτη σ’ αυτήν αλλά οφείλεται στην παρουσία της Ύλης, η οποία είναι από μόνη της αναγκαία συνέπεια της δυναμικής εξαπλώσεως που ξεκίνησε από το Ένα: “Η ύλη είναι αιτία και της αδυναμίας στην ψυχή και της κακίας”. Τέλος, όπως είπαμε και στο προηγούμενο κεφάλαιο, ο Πλωτίνος συνοψίζει με μια παρομοίωση την στάση που πρέπει να λαμβάνει απέναντι στο σώμα του ο σοφός άνθρωπος, πρέπει να το φροντίζει όπως ο μουσικός τη λύρα του: “Έτσι, άλλες ενέργειες του θα συντείνουν στην ευδαιμονία, άλλες όμως δεν γίνονται για χάρη του σκοπού και δεν είναι καν δικές του, αλλά αυτού που είναι δεμένος μαζί του (το σώμα), τον οποίο θα φροντίζει και θα ανέχεται, όσο είναι δυνατόν, όπως ο μουσικός τη λύρα του, όσο μπορεί και την χρησιμοποιεί. Αν όχι, θα την αλλάξει με άλλην, ή αλλιώς θα εγκαταλείψει τη χρήση της λύρας, θα πάψει να ενεργεί πάνω σ’ αυτήν και θα έχει να κάνει κάτι άλλο χωρίς λύρα: να τραγουδήσει χωρίς συνοδεία οργάνων, περιφρονώντας τη λύρα, έστω και αν βρίσκεται πλάι του! Όμως, το όργανο δεν του δόθηκε μάταια στην αρχή. διότι, θα το έχει χρησιμοποιήσει πολλές φορές μέχρι τότε”. Αυτές οι τοποθετήσεις των ανθρώπων της ύστερης αρχαιότητας για τον προορισμό της ανθρώπινης ζωής και τη θέση του σώματος έχουν μεγάλη σημασία για τους πεπαιδευμένους ηγέτες της εποχής, όπως ο Ιουλιανός που ποτίστηκαν με τις αρχές του Νεοπλατωνισμού και κλήθηκαν να διοικήσουν με βάση τις αξίες που διαμόρφωσαν.

Όπως λέει ο E. Dodds οι παραπάνω απόψεις που επικεντρώνουν το ενδιαφέρον των ανθρώπων της εποχής σε έναν άλλο κόσμο δεν πρέπει να εξισώνονται με την αδιαφορία γι’ αυτόν. Και παραθέτει τρία παραδείγματα: τις άοκνες προσπάθειες του Μάρκου Αυρήλιου για την ανθρώπινη ευημερία ως αυτοκράτορα, το παράδειγμα του Πλωτίνου που μετέτρεψε το σπίτι του σε οργανοτροφείο και τέλος το “διπλό” παράδειγμα της φιλανθρωπικής δραστηριότητας των χριστιανών εκκλησιών και τις προτροπές (και συγχρόνως μαρτυρίες για τη δράση αυτή των χριστιανών) του αυτοκράτορα Ιουλιανού προς τους ομοθρήσκους του εθνικούς: “αυτοί οι άθεοι Γαλιλαίοι, τρέφουν όχι μόνο τους δικούς τους φτωχούς, αλλά και άλλους, ενώ εμείς αμελούμε ακόμη και τους δικούς μας”.

Δεν ήταν όμως μόνο αυτή η κατεύθυνση, της “υπηρεσίας” δηλαδή στην ανθρωπότητα, που πήρε η έμπρακτη εφαρμογή των παραπάνω απόψεων για τον άνθρωπο και τον προορισμό του σε αυτή τη ζωή. Μια άλλη πολύ σημαντική στάση που βρίσκουμε είναι “μια ενδοβολή του αισθήματος εχθρότητας”, δηλαδή δυσαρέσκεια έναντι του Εγώ που εκφράζονταν με δύο τρόπους: με το καθαρά νοητικό μαρτύριο ή με φυσικές πράξεις αυτοτιμωρίας (σε ακραίες περιπτώσεις με αυτοακρωτηριασμό ή αυτοκτονία). Η μορφή εναντίον του εαυτού είναι συχνή στους χριστιανούς συγγραφείς όλων των περιόδων, σπάνια όμως μεταξύ των εθνικών. Τα πυθαγόρεια Χρυσά Έπη συνιστούν την αυτοεξέταση. Ο Επίκτητος επιδοκιμάζει τη συμβολή της ενώ ο Σενέκας την εφαρμόζει. Τα πιο έντονα παραδείγματα ηθικής αυτοκατηγορίας βρίσκονται στον Μάρκο Αυρήλιο: “Είναι δύσκολο, για έναν άνθρωπο να αντέξει τον εαυτό του”. Άλλοι όμως μπορούσαν να υπομείνουν τους εαυτούς τους μόνον όταν πραγματοποιούσαν μια οξεία τομή ανάμεσα στον εαυτό και το σώμα, στρέφοντας τη δυσφορία τους προς το τελευταίο. Τη διχοτόμηση αυτή ο Ε. Dodds τη χαρακτηρίζει ως “το πιο σπουδαίο και ίσως το πιο αμφισβητήσιμο από τα δώρα της κλασικής Ελλάδας προς τον ανθρώπινο πολιτισμό”. Εθνικοί και χριστιανοί συναγωνίζονταν ποιος θα σωρεύσει περισσότερες προσβολές προς το σώμα. Ο Πλωτίνος, φαίνεται να ντρέπεται που έχει σώμα: “Πλωτίνος ]ο καθ[ ]ημ~ας γεγονώς φιλόσοφος [ε?ώκει μ`εν ο[ισχυνομέν?ω }ότι [εν σώματι ε{ιη”. ο άγιος Αντώνιος κοκκινίζει από ντροπή κάθε φορά που πρέπει να φάει και να ικανοποιήσει κάποια άλλη σωματική λειτουργία. Επειδή η ζωή του σώματος είναι ο θάνατος της ψυχής, η σωτηρία βρίσκεται στην τιμωρία του. Όπως λέει ένας Πατέρας της Ερήμου, “το σκοτώνω γιατί με σκοτώνει”. Το σώμα είναι στα “Ερμητικά”: “η σκοτεινή φυλακή, ο ζωντανός θάνατος, το πτώμα που αποκαλύφθηκε, ο τάφος που κουβαλάμε μαζί μας”. Το “Ευαγγέλιο του Θωμά” τονίζει την ανάγκη για πλήρη αποξένωση από αυτό: “Αλίμονο στη σάρκα που κρέμεται από την ψυχή! Αλίμονο στην ψυχή που κρέμεται από τη σάρκα!”. Ο Τερτυλλιανός στο “De Anima” λέει ότι το σώμα παρεμποδίζει, συγχέει και κηλιδώνει την ψυχή. Η ψυχοσωματική ενότητα χωρίζεται στα δύο όχι μόνο στη θεωρία αλλά και στην πράξη: το ένα μισό βρίσκει την ικανοποίηση βασανίζοντας το άλλο μισό.

Βεβαίως, αυτό το μίσος για το σώμα πρέπει να διαχωριστεί από την παγκόσμια πρακτική της ασκήσεως που αποσκοπούσε: α) στην τελετουργική αγνότητα, β) ως μέσο για την ενδυνάμωση του μάνα ενός ανθρώπου και γ) στην άσκηση της θελήσεως. Στον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη “{ασκησις” σήμαινε απλώς εξάσκηση. Ένας μετριοπαθής ασκητισμός εφαρμόζονταν από αδιάλλακτους χριστιανούς και γνωστικούς, και βρίσκονταν συχνά στους διάφορους παγανιστικούς αφορισμούς: ο έλεγχος του εαυτού είναι θεμέλιο της ευλάβειας. Πρέπει να τρώμε μόνο όταν πεινάμε, να κοιμόμαστε μόνο όταν χρειαζόμαστε ύπνο, να αποφεύγουμε τη μέθη και να έχουμε σεξουαλικές επαφές μόνο για τεκνοποίηση.

Ο E. Dodds αναφωνεί: “Από πού προήλθε όλη αυτή η παραφροσύνη” αναφερόμενος κυρίως στην περιφρόνηση της ανθρώπινης κατάστασης και την έχθρα προς το σώμα που δεικνύουν οι άνθρωποι, εθνικοί και χριστιανοί, της εποχής. Δεν πιστεύει πως έχουν ρίζες στην ελληνική παράδοση. Οι εθνικοί όπως ο Πλούταρχος και ο Επίκτητος τις καταδίκαζαν, οι χριστιανοί με ελληνική παιδεία, όπως ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς αντιστέκονταν με πάθος απέναντί τους. Δεν έχουν επίσης ρίζες ούτε στην Παλαιά ούτε στην Καινή Διαθήκη”. Και καταλήγει με τη γνωμάτευση για τα συμπτώματα αυτά της σκέψης των ανθρώπων της εποχής: “Τείνω να θεωρήσω την όλη εξέλιξη λιγότερο ως μόλυνση από εξωτερική αιτία και περισσότερο ως ενδογενή νεύρωση, ένδειξη έντονων και ευρέως διαδεδομένων αισθημάτων ενοχής”.

Η ΣΤΡΟΦΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΜΥΣΤΙΚΙΣΜΟ

O Lalande στο Vocabulaire de la Philosophie ορίζει τον μυστικισμό ως “πίστη στη δυνατότητα μιας προσωπικής κατευθείαν ενώσεως του ανθρωπίνου πνεύματος με τη θεμελιώδη αρχή της υπάρξεως, ένωση η οποία αποτελεί ταυτοχρόνως τρόπο υπάρξεως και τρόπο γνώσεως διαφορετικό και ανώτερο από την κανονική ύπαρξη και γνώση”. Ο E. Dodds χωρίζει τους μυστικιστές στους “θεωρητικούς”, τα πρόσωπα που έχουν την άποψη ότι τέτοια ένωση είναι δυνατή και στους “εν ενεργεία”, πρόσωπα που πιστεύουν ότι είχαν οι ίδιοι τέτοια εμπειρία. Η πρώτη κατηγορία προσώπων περιλαμβάνει βεβαίως τη δεύτερη, αλλά δεν ισχύει το αντίστροφο.

Κατά την περίοδο που εξετάζει ο συγγραφέας μόνο ο Πλωτίνος και ο Πορφύριος είναι γνωστό πως είχαν κάποια μυστική εμπειρία υπό τη στενότερη έννοια. Όμως, η μυστική εμπειρία επιδέχεται διαβαθμίσεις και ο μυστικισμός του Πλωτίνου δεν είναι μεμονωμένο φαινόμενο. Και αν παραδεχθούμε ως “μυστική” υπό την ευρεία έννοια κάθε προσπάθεια να κατασκευαστεί μια ψυχολογική γέφυρα ανάμεσα στον άνθρωπο και στη Θεότητα, τότε μπορούμε να πούμε ότι ο μυστικισμός είναι ενδημικός σε όλη σχεδόν τη θρησκευτική σκέψη της περιόδου, με ισχύ που αυξάνεται καθώς προχωρούμε από τον Μάρκο Αυρήλιο προς τον Πλωτίνο και από τον Ιουστίνο προς τον Ωριγένη. Ο Festugiere τονίζει ότι “η εξαθλίωση και ο μυστικισμός είναι συγγενή γεγονότα”. Ο κόσμος της ύστερης αρχαιότητας έχει φτωχύνει εξαιρετικά στο ιδεολογικό επίπεδο, είναι ανασφαλής στο υλικό επίπεδο και γεμάτος φόβο και μίσος, έτσι ώστε κάθε μονοπάτι που υπόσχεται διαφυγή προσέλκυσε κάθε αξιόλογο πνεύμα του 3ου αιώνα. Ο Πλωτίνος δίνει μια συμβουλή προς αυτά τα πνεύματα: “Ας φύγουμε για την αγαπημένη μας πατρίδα!”, να η πιο σωστή συμβουλή- Ποιος είναι λοιπόν ο δρόμος της φυγής και πώς θα τον ακολουθήσουμε; – Θα ξανοιχτούμε, όπως – καθώς, αλληγορικά μου φαίνεται, λέει ο ποιητής- ο Οδυσσέας από τη μάγισσα Κίρκη ή την Καλυψώ, ο οποίος δεν αρκέστηκε να παραμείνει εκεί, παρ’ όλο που είχε ηδονές των ματιών και βρισκόταν ανάμεσα σε πολλή αισθητή ομορφιά. Η πατρίδα μας, απ’ όπου ήρθαμε, κι ο πατέρας μας είναι Εκεί. -Ποια είναι λοιπόν η ρότα μας κι ο τρόπος να φύγουμε; -Δεν χρειάζεται να περπατήσουμε. Γιατί τα πόδια μας πάνε μόνο στα διάφορα μέρη της γης, από χώρα σε χώρα. Ούτε χρειάζεται να φτιάξεις κανένα αμάξι με άλογα ή κάποιο θαλάσσιο μέσο, αλλά πρέπει να τα εγκαταλείψεις όλα αυτά και να μην τα βλέπεις. Και “κλείνοντας τα μάτια” άλλαξε την όρασή σου και ξύπνα μιαν άλλη, που ενώ την έχουν όλοι, λίγοι τη χρησιμοποιούν”. Αυτή η συμβουλή μπορεί να θεωρηθεί ως η φράση που χαρακτηρίζει όλη την περίοδο. Ο πολιτισμός στο σύνολό του, τόσο ο παγανιστικός όσο και ο χριστιανικός, όδευε προς μία περίοδο όπου η θρησκεία επρόκειτο να έχει την ίδια σημασία με τη ζωή και η αναζήτηση του Θεού επρόκειτο να ρίξει τη σκιά της σε κάθε άλλη ανθρώπινη δραστηριότητα.

Ο ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΠΑΓΑΝΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ

Η διαμάχη και ο διάλογος του Παγανισμού με τον Χριστιανισμό έχει ορισμένα χαρακτηριστικά: Πρώτον, εμφανίζεται σε πολλά και διαφορετικά πνευματικά και κοινωνικά επίπεδα. Δεύτερον, δεν είναι καθόλου στατική. Η ανάπτυξη δε των σχέσεών τους μπορεί να χωριστεί σε τρεις φάσεις. Στην πρώτη φάση, στην αρχή της περιόδου, ούτε η παγανιστική ούτε η χριστιανική σκέψη έχουν διαμορφωθεί ως κλειστό ή ομογενές σύστημα. Η ελληνική φιλοσοφία, από τη μια μεριά, αναζητούσε τη σύνθεση την οποία επρόκειτο να ολοκληρώσει ο Πλωτίνος έναν αιώνα αργότερα, όμως μέχρι τότε υπήρχε ελάχιστη ομοφωνία ακόμη και ανάμεσα στους υποστηρικτές του πλατωνισμού, που είχε γίνει ευρέως διαδεδομένη μόδα. Από την άλλη, οι χριστιανοί ήταν διαιρεμένοι σε πολλές αντιμαχόμενες αιρέσεις που είχαν κοινό μόνο, ίσως, το όνομα χριστιανός:”]ενός ]ως ε[ιπε~ιν {ετι κοινωνο~υντες, ε{ι γε κοινωνο~υσι, το~υ [ονόματος κα`ι το~υτο μόνον [εγκαταλειπε~ιν }όμως α[ισχύνονται τ`α λοιπά δ[ {αλλοι [αλλαχ?~ητετάχαται;” Και στο σημείο αυτό αρχίζει ο διάλογος με τον παγανισμό. Τα όπλα του ιδεολογικού οπλοστασίου της κάθε παράταξης είναι για την μεν πλευρά των χριστιανών τα έργα των “Απολογητών” τα οποία εξηγούν τον Χριστιανισμό στον κόσμο των μορφωμένων εθνικών κυρίως για να τους πείσουν να εμποδίσουν τους περιοδικούς τοπικούς διωγμούς από τους οποίους υπέφερε η Εκκλησία κατά την εποχή αυτή. Από τη δε πλευρά των εθνικών, στα τέλη του 2ου αιώνα εμφανίζεται ο Κέλσος, ένας διανοούμενος που προβλέπει την εξέλιξη της Εκκλησίας ως δυ-

νάμει κράτους εν κράτει, που μεγαλώνοντας συνεχώς απειλούσε να αποδιοργανώσει τους κοινωνικούς θεσμούς και να επιτρέψει την είσοδο στους βαρβάρους: “]ως {αν το~υτο λύσ?ης τ`ο δόγμα, ε[ικότως [αμυνε~ιται σε ]ο βασιλεύς. ε[ι γάρ τ`ο α[υτό σοι ποιήσειαν |απαντες, ο[υδέν κωλύσει τ`ον μέν καταλειφθ~ηναι μόνον κα`ι {ερημον, τα δ’ [επί γ~ης [επί το~ις [ανομωτάτοις τε κα`ι [αγριωτάτοις βαρβάροις γενέσθαι κα`ι μήτε τ~ης σ~ης θρησκείας μήτε τ~ης [αληθιν~ης σοφίας [εν [ανθρώποις {ετι καταλείπεισθαι κλέος”.  Το έργο του Κέλσου “Αληθής Λόγος” δημοσιεύθηκε επί Μάρκου Αυρηλίου, γύρω στο 178μ.Χ..

Η δεύτερη φάση της διαμάχης εκτείνεται από το 203μ.Χ., τη χρονιά που ο Ωριγένης άρχισε να διδάσκει στην Αλεξάνδρεια, ως το 248μ.Χ. όταν και δημοσίευσε το έργο του “Κατά Κέλσου”. Η εποχή αυτή, αν και για τους ανθρώπους της αυτοκρατορίας εποχή ανασφάλειας και αθλιότητας, για την Εκκλησία ήταν εποχή σχετικής ελευθερίας από διωγμούς, σταθερής αριθμητικής ανάπτυξης και γρήγορης ιδεολογικής ανάπτυξης. Ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς είχε καταλάβει ότι αν ο Χριστιανισμός είχε σκοπό να γίνει κάτι περισσότερο από θρησκεία για απαίδευτους, έπρεπε να συμβιβαστεί με την ελληνική φιλοσοφία και την ελληνική επιστήμη και ο Ωριγένης, μαθητής του παγανιστή φιλοσόφου Αμμωνίου Σακκά, ο οποίος αργότερα έγινε δάσκαλος του Πλωτίνου, επέτυχε αυτόν τον συμβιβασμό. Το εκπαιδευτικό πρόγραμμα των μαθητών του Ωριγένη, περιελάμβανε φιλοσοφία, μαθηματικά και φυσικές επιστήμες, στηριζόταν στο πρόγραμμα του Πλάτωνα και δεν διέφερε από αυτό του συμμαθητή του, εθνικού φιλοσόφου Πλωτίνου, ο οποίος όπως λέει ο Πορφύριος: “Δεν διέλαθε την προσοχή του ούτε γεωμετρικό, ούτε αριθμητικό θεώρημα, ούτε μηχανικό, ούτε οπτικό, ούτε μουσικό, αλλά δεν είχε την τάση να πραγματεύεται τα θέματα αυτά σε βάθος. Στις συγκεντρώσεις του διαβάζονταν σχόλια είτε του Σεβήρου, είτε του Κρόνου ή του Νουμηνίου, του Γαίου, του Αττικού από τους Περιπατητικούς του Ασπασίου, του Αλεξάνδρου, του Αδράσιου και όσων βρίσκονταν κατά τύχη εκεί (οι παραπάνω είναι σχολιαστές του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη του δεύτερου μισού του 2ου αιώνα)”, σε άλλο σημείο αναφέρει ότι στις παραδόσεις του Πλωτίνου έρχονταν και ο Ωριγένης, τον οποίο και εκτιμούσε ιδιαιτέρως. Από την εποχή λοιπόν αυτή ο διάλογος παγανιστών και χριστιανών επρόκειτο να είναι διάλογος πνευματικώς ίσων. Από την παγανιστική δε πλευρά υπάρχουν σημάδια για έντονη διάθεση απορρόφησης του Χριστιανισμού μέσα στο Καθεστώς ή τέλος πάντων, υπάρχει διάθεση να διατυπωθούν οι όροι με τους οποίους θα μπορούσε να γίνει σεβαστή μια ειρηνική συνύπαρξη.

Η τρίτη φάση είναι πολύ διαφορετική. Αρχίζει με τον διωγμό του Δεκίου το 249 και τελειώνει με τον Μεγάλο Διωγμό του Διοκλητιανού και Γαλερίου. Σε αυτό το διάστημα, πιθανώς γύρω στο 270μ.Χ., ο Πορφύριος συνέταξε το βιβλίο του “Κατά Χριστιανών” και προκάλεσε πολλές απαντήσεις από τη χριστιανική πλευρά. Σ’ αυτό εκφράζει την ανησυχία που διακατείχε πια όλους τους θρησκευόμενους εθνικούς. Μιλάει για τη διάδοση του Χριστιανισμού και την εγκατάσταση του στη θέση της λατρείας των εθνικών θεών με το κτίσιμο μεγάλων εκκλησιών: “[αλλά κα`ι ο]ι Χριστιανοί μιμούμενοι τ`ας κατασκευάς τ~ων να~ων μεγίστους ο{ικους ο[ικοδομο~υσιν, ε[ις ο|υς συνιόντες ε{υχονται, καίτοι μηδενός κωλύοντος [εν τα~ις ο[ικίαις το~υτο πράττειν, το~υ κυρίου δηλονότι πανταχόθεν [ακούντος”. Δεν καλεί όμως σε διωγμούς αλλά μιλάει μάλιστα με συμπόνια για τους χριστιανούς που η διδασκαλία της Εκκλησίας τους έγινε αιτία “να τιμωρηθούν απάνθρωπα”. Ο Ιεροκλής, συγγραφέας μιας πραγματείας με τίτλο “Ο]ι [εραστές τ~ης [ Αλήθειας” επισημαίνει τη συμμαχία των παγανιστών με το καθεστώς και τη μεταμόρφωση του Νεοπλατωνισμού σε θρησκεία, και τα δύο ήταν αμυντικές ενέργειες εναντίον της προωθήσεως του Χριστιανισμού που εμφανίστηκαν σε μεγαλύτερη κλίμακα και επί της βασιλείας του Ιουλιανού.

Ο διάλογος αυτός Εθνικών και Χριστιανών έχει ορισμένα χαρακτηριστικά, που ξεχωρίζει και εξετάζει ο E. Dodds: Πρώτα απ’ όλα δεν είναι διαμάχη ανάμεσα στον μονοθεϊσμό και στον πολυθεϊσμό. Έχει ειπωθεί ότι ο Κέλσος ήταν αυστηρότερα μονοθεϊστής από τον Ωριγένη. Έκρινε τους χριστιανούς βλάσφημους επειδή έθεταν κάποιον άλλον στο ίδιο επίπεδο με τον υπέρτατο Θεό, θεωρούσε όμως ότι πρέπει να σεβόμαστε τους υποδεέστερους θεούς ή δαίμονες οι οποίοι είναι πληρεξούσιοι του υπέρτατου Θεού:” Και πραγματικά όποιος ισχυρίζεται ότι μόνον ένας μπορεί να λέγεται “κύριος”, μιλώντας για το Θεό, διαπράττει ασέβεια” και “τιμώντας και λατρεύοντας όλους όσους ανήκουν στο Θεό δεν τον δυσαρεστείς, αφού όλοι δικοί του είναι”. Αργότερα ο Ιουλιανός κατηγόρησε τους χριστιανούς για λατρεία “όχι ενός ανθρώπου μόνον, αλλά πολλών αθλίων κακομοίρηδων”, αναφερόμενος στη λατρεία των μαρτύρων. Ο Ωριγένης, όπως σχεδόν όλοι οι χριστιανοί, πίστευε επίσης στην ύπαρξη και στην ισχύ των παγανιστικών θεών, όχι όμως ως θεών αλλά ως δαιμόνων ή έκπτωτων αγγέλων: “πάντες ο]ι Θεοί τ~ων [εθν~ων δαιμόνια”.

Δεύτερον, δεν υπάρχει ουσιαστική διαφορά μεταξύ εθνικών και χριστιανών, για τη φύση του υπέρτατου Θεού: είναι κοινός τόπος τόσο στον Κέλσο όσο και στον Ωριγένη ότι ο Θεός είναι ασώματος, απαθής, αμετάβλητος και πέρα από το ύψιστο όριο της ανθρώπινης αντιλήψεως. Και οι δύο αντιτίθενται στις ανθρωπομορφικές αντιλήψεις των πολλών.

Τρίτον, η διαμάχη δεν ήταν ανάμεσα στη χριστιανική ακαμψία και την παγανιστική ηθική χαλαρότητα. Την περίοδο αυτή η χριστιανική ηθική δεν διακρίνεται εύκολα από τη Νεοπλατωνική. Και για τις δύο, ο ιδανικός στόχος είναι η “ομοίωση με το Θεό”. Και οι δύο ενδιαφέρονται για τη σωτηρία της ψυχής του ατόμου και όχι για τη βελτίωση της ζωής σ’ αυτόν τον κόσμο. Ο Ιουλιανός έλεγε για τις Δέκα Εντολές ότι αν εξαιρέσουμε τους κανόνες περί μονοθεϊσμού και Σαββάτου, οι υπόλοιπες περιλαμβάνονται στους ηθικούς κώδικες όλων των λαών. Ο Κέλσος βρίσκει την χριστιανική ηθική κοινότυπη: “δεν περιέχει καμία νέα ή εντυπωσιακή διδασκαλία”. Και ο Ωριγένης χωρίς να το αρνείται λέει ότι η διαφορά είναι ότι οι χριστιανοί κήρυκες “μαγειρεύουν για το πλήθος”, ενώ ο Πλάτων καρυκεύει το ίδιο πιάτο για να ευχαριστήσει την καλή κοινωνία: “{ Εστι γο~υν [ιδε~ιν τ`ον μέν Πλάτωνα [εν χερσί τ~ων δοκούντων ειναι φιλολόγων μόνον, τ`ον δ`ε [ Επίκτητον κα`ι ]υπό τ~ων τυχόντων κα`ι ]ροπήν πρ`ος τ`ο [ωφελε~ισθαι [εχόντων θαυμαζόμενον, α[ισθομένων τ~ης [από τ~ων λόγων α[υτο~υ βελτιώσεως”.

Ποια ήταν τότε η διαφορά ανάμεσα στις δύο απόψεις για τη ζωή. Ένας μορφωμένος εθνικός του δευτέρου αιώνα θα απαντούσε κατά τον E. Dodds ότι αυτή βρίσκεται ανάμεσα στο λογισμό και την πίστη. Η τελευταία σήμαινε για τους μορφωμένους με την ελληνική παιδεία, τη χαμηλότερη βαθμίδα της γνωστικής λειτουργίας. Από την άλλη, ο απόστολος Παύλος είχε παρουσιάσει την πίστη ως το πραγματικό θεμέλιο της χριστιανικής ζωής. Για τον Κέλσο οι χριστιανοί είναι οι εχθροί της επιστήμης: μοιάζουν με τους κομπογιαννίτες που φωνάζουν εναντίον των γιατρών, αφού λένε ότι η γνώση είναι κακή για την υγεία της ψυχής. Ο δε Ωριγένης, του απαντά: “Φεύγετε τους [ιατρούς. ο[υδέ λέγομεν, “[ Ορ~ατε μ`η ποτέ τις ]υμ~ων [επιστήμης [επιλάβηται ο[υδέ φάσκομεν, |ότι κακόν [εστίν [επιστήμη. ο[υδέ μεμήναμεν, |ιν’ ε{ιπωμεν, |ότι γν~ωσις σφάλλει το`υς [ανθρώπους [από τ~ης κατά ψυχήν ]υγείας . [αλλ’ ο[υδ[ [απόλλυσθαι [από σοφίας ε{ιποιμεν {αν τινα πώποτε. ο|ιτινες ο[υδέ τ`ο, “]]εμοί προσέχετε” κ{αν διδάσκωμεν, φαμέν. [αλλά, Τ?~ω Θε?~ω τ~ων |ολων προσέχετε κα`ι διδασκάλ?ω τ~ων περί α[ιτο~υ μαθημάτων, τ~?ω [ Ιησο~υ”. Αργότερα, ο Πορφύριος κατηγορεί τους χριστιανούς για “άλογη και αβασάνιστη πίστη” και ο Ιουλιανός αναφωνεί “Δεν υπάρχει τίποτε στη φιλοσοφία σας εκτός από μία λέξη: “Πίστευε”. Όμως, ήδη από την εποχή του Πορφυρίου η κατάσταση είχε αλλάξει με δύο τρόπους.

Κατ’ αρχάς οι χριστιανοί ήταν πια προετοιμασμένοι να υπερασπιστούν τη θρησκεία τους στηριγμένοι σε λογικά επιχειρήματα. Ο Ωριγένης, ήταν ικανός να ανασκευάσει κάθε άποψη των εθνικών και συγχρόνως επισημαίνει ότι και οι εθνικοί δεν επιλέγουν πάντα τη φιλοσοφία τους σε πλήρη λογική βάση. Πράγματι, η παγανιστική φιλοσοφία έτεινε να αντικαταστήσει τη λογική με την αυθεντία, όχι μόνο του Πλάτωνα, αλλά και της Ορφικής ποίησης, της Ερμητικής θεοσοφίας και κάποιων σκοτεινών αποκαλύψεων, όπως τα Χαλδαϊκά Λόγια. Και ενώ ο Πλωτίνος αντιστάθηκε σε αποκαλύψεις αυτού του τύπου και είχε ορίσει στους μα

θητές του το ξεσκέπασμα τους όπως μας λέει στον βίο του ο Πορφύριος: “Ο Πλωτίνος τις ανασκεύασε (τις αποκαλύψεις του Ζωροάστρου και άλλων) στις παραδόσεις του και έγραψε πραγματεία, στην οποία δώσαμε τον τίτλο Προς τους Γνωστικούς, αλλ’ άφησε τις υπόλοιπες να τις κρίνουμε εμείς οι ίδιοι”, οι οπαδοί του ασχολήθηκαν με την ερμηνεία των ιερών κειμένων και την άρση των αντιφάσεων τους. Ο ίδιος ο Πορφύριος στα τέλη της ζωής του θεώρησε την πίστιν ως την πρώτη συνθήκη για να προσεγγίσει η ψυχή το Θεό.

Ο Νεοπλατωνισμός αν επρόκειτο να πολεμήσει το Χριστιανισμό με τους ίδιους όρους, έπρεπε να γίνει θρησκεία. Άρα χρειαζόταν την πίστιν- αυτό ήταν ήδη απαίτηση στα Χαλδαϊκά Λόγια και σε ορισμένα Ερμητικά. Τη μετατροπή του Νεοπλατωνισμού σε θρησκεία ανέλαβε ο Ιουλιανός.

2.2.4. ΠΑΓΑΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ

Η αποτίμηση της σημασίας του ελληνικού πολιτισμού για τον τοπικό παγανισμό σε όλες τις χώρες της ανατολικής Μεσογείου δεν υπήρξε ποτέ εύκολη. Μέρος του προβλήματος αυτού βρίσκεται στην έμφαση που τα κείμενα από την εποχή της Αναγέννησης ως σήμερα αποδίδουν κατά παράδοση στο ρόλο που διαδραμάτισε η ελληνική γλώσσα και φιλοσοφία στον πρώιμο χριστιανισμό. Σήμερα, έχουν σχολαστικά επισημανθεί και ερμηνευθεί οι νεοπλατωνικές νύξεις στους Πατέρες της Εκκλησίας και τα ίχνη παγανιστικών τελετουργιών στη χριστιανική λατρεία. Όπως λέει η Π. Αθανασιάδη, ο ελληνισμός, ως επίκτητος τρόπος σκέψης και ζωής, είχε κυλήσει από την πρώτη κιόλας στιγμή μέσα στο ρεύμα του Χριστιανισμού αθώα και αθόρυβα, ως το κατεξοχήν “θύραθεν” δώρο στη νέα θρησκεία η οποία βέβαια έχοντας γεννηθεί σε ελληνιστικό έδαφος, ήταν ιδιαίτερα δεκτική στην επιρροή του. Οι Απολογητές έγιναν ενθουσιώδεις συνήγοροι του ρόλου της ελληνικής φιλοσοφικής παιδείας ως του ιδεώδους παιδαγωγού εις Χριστόν. Ο Ιουστίνος ο Μάρτυς, ο Κλήμης Αλεξανδρείας και προπαντός ο Ωριγένης ανέλαβαν να διδάξουν στην οικουμένη πως να υλοποιήσει αυτό το όραμα, και με την εμπιστοσύνη που είχαν στην ανωτερότητα της εξ’ αποκαλύψεως θρησκείας τους παρουσίαζαν τον Χριστιανισμό ως καταλύτη του ελληνισμού.

Ο ίδιος όμως ο Παγανισμός, ιδωμένος καθαυτόν, όχι ως αντίπαλος του Χριστιανισμού, αλλά μάλλον ως παράλληλη εναλλακτική έκφραση θρησκευτικής πίστης, παραμένει σχετικά σκοτεινός. Και ο G. Bowersock διαπιστώνει ότι ο Παγανισμός ως αντίπαλος του Χριστιανισμού αποτελεί ουσιαστικά χριστιανική αντίληψη, και ως απόδειξη γι’ αυτό φέρνει την περίπτωση του Ιουλιανού που μόνος αυτός σε μια περίοδο τριών αιώνων από τη

μεταστροφή του Κωνσταντίνου ως την ισλαμική κατάκτηση, θεώρησε την ειδωλολατρία αντίθετη προς τον Χριστιανισμό, και αυτό γιατί είχε χριστιανική ανατροφή. Έτσι, οι απόψεις του για την ειδωλολατρία καθορίστηκαν από την ανατροφή του. Ο Ιουλιανός ήταν ο μοναδικός επιφανής ειδωλολάτρης της εποχής που ήθελε να μετατρέψει την ειδωλολατρία σ’ εκείνο ακριβώς που οι χριστιανοί φοβόταν και μάχονταν περισσότερο. Αν είχε γεννηθεί ειδωλολάτρης θα ήταν απίθανο να είχε νιώσει αυτή την επιθυμία.

Ο λόγος για τις διαφορετικές αντιλήψεις των χριστιανών αλλά και των ίδιων των ειδωλολατρών για την ειδωλολατρία, ήταν ότι η τελευταία δεν ήταν ποτέ μία εκκλησία, κι αυτό γιατί πολυθεϊσμός είναι εξ ορισμού ανεκτικός και “ανοιχτός”. Μόνο ο Ιουλιανός συνέλαβε την παράλογη ιδέα να επιχειρήσει την καθιέρωση μιας πολυθεϊστικής εκκλησίας.

Έφθασε, λοιπόν, ο παγανισμός στην ύστερη αρχαιότητα και μέχρι την εποχή του Ιουλιανού να θεωρηθεί αντίθετος του χριστιανισμού, αν και τον επηρέασε πολύ, αλλά και να ταυτιστεί με τον ελληνισμό. Πώς έγινε αυτή η εξέλιξη; Ο ελληνισμός είναι λέξη γνήσια ελληνική που αποδίδει τον ελληνικό πολιτισμό, δηλώνει γλώσσα, σκέψη, μυθολογία και εικόνες που συγκροτούν ένα εξαιρετικά ευέλικτο μέσο πολιτιστικής και θρησκευτικής έκφρασης. Το μέσο αυτό δεν είναι αναγκαστικά αντίθετο στις τοπικές ή αυτόχθονες παραδόσεις αλλά τους παρέχει κιόλας έναν νέο, πιο καλλιεργημένο τρόπο για να εκφραστούν. Έτσι, διαπιστώνουμε την εποχή αυτή στις μεγάλες πόλεις μια μορφή εξελληνισμού που την μαρτυρούν τα στοιχεία της ελληνικής οργάνωσης, δηλαδή η αγορά και τα θέατρα και οι ελληνικοί θεσμοί, όπως οι αθλητικοί, μουσικοί ή ποιητικοί αγώνες. Ο G. Bowersock όμως ξεχωρίζει τους αγώνες που διεξάγονταν αυτή την εποχή και τονίζει ότι σε καμιά περίπτωση δεν δηλώνουν βαθύτερη ή ουσιαστικότερη έκφραση ελληνισμού. Κι αυτό διότι είχαν πλέον χάσει, την εποχή αυτή τον ηθικοπλαστικό τους χαρακτήρα και δήλωναν μόνο το γόητρο, τόσο σε επαρχιακό όσο και σε αυτοκρατορικό επίπεδο.

Όπως είπαμε, ο ελληνικός πολιτισμός για τον ειδωλολατρικό κόσμο στην ανατολική Μεσόγειο, παρείχε σε επίπεδο γλώσσας, μύθου και εικόνων τα μέσα για μια καλύτερα διαμορφωμένη και ευρύτερα κατανοητή έκφραση των τοπικών παραδόσεων και αυτή ακριβώς ήταν η πολύτιμη αποστολή και ο ιδιαίτερος χαρακτήρας του ελληνισμού στη χριστιανική αυτοκρατορία της ύστερης αρχαιότητας. Γι’ αυτόν τον λόγο η λέξη “ελληνισμός” αποκτά νέα σημασία που προβάλλει εύγλωττα τη σχέση ελληνισμού και παγανισμού: Καταλήγει να σημαίνει παγανισμός. Πολλές φορές όμως, όπως αναγνωρίζουν και τα λεξικά η λέξη “ελληνισμός” την εποχή αυτή σημαίνει άλλοτε παγανισμός και άλλοτε ελληνικός πολιτισμός, και “Έλληνες” είναι άλλοτε οι ειδωλολάτρες και άλλοτε απλώς οι Έλληνες, και “ελληνικός” άλλοτε σημαίνει “ειδωλολατρικός” κι άλλοτε απλώς ελληνικός. Γιατί ο όρος έχει την εποχή αυτή, αυτήν την διττή σημασία; Αφού οι όροι παγανισμός και ελληνικός πολιτισμός δεν ταυτίζονται απόλυτα, οι συνέπειες της χρήσης μιας και μόνο λέξης για να δηλωθούν και οι δύο έννοιες, ήταν ιστορικής σημασίας. Και κυρίως για τους εκείνους τους χριστιανούς που έγραφαν και προσεύχονταν στα ελληνικά.

Η χρήση της λέξης “ελληνικός” με τη σημασία “ειδωλολατρικός”, συμπίπτει χρονικά με τις αρχές της ύστερης αρχαιότητας. Και οι πρώτοι που χρησιμοποίησαν τη λέξη “ελληνικός” με τη θρησκευτική έννοια ήταν οι ίδιοι οι ειδωλολάτρες ως αντίδραση στην αυξανόμενη παρουσία και δύναμη των χριστιανών. Ο G. Bowersock παραθέτει αποδείξεις της χρήσης του όρου με τη θρησκευτική σημασία, από τα κείμενα ειδωλολατρών και των χριστιανών της εποχής: οι παλαιότερες μαρτυρίες είναι από επιστολές που απευθύνονταν στον Ιάμβλιχο στις αρχές του 4ου αιώνα. Οι χριστιανοί συγγραφείς αρχίζουν να κάνουν χρήση της λέξης και των παραγώγων της πολύ σύντομα: Ο Ευσέβιος στον “Βίο του Κωνσταντίνου” χρησιμοποιεί το “ελληνίζειν” με τη σημασία του “είμαι ειδωλολάτρης, ασπάζομαι την ειδωλολατρία”. Ο Αθανάσιος ονομάζει τους Αρειανούς “Έλληνες” με τη σημασία του “ειδωλολάτρες”. Ο Λιβάνιος πάλι, δάσκαλος και συνεργάτης του Ιουλιανού, δεν ξέφυγε από την έννοια του “ζω ως Έλληνας” ή “έχω ελληνική παιδεία” ή “μιλάω ελληνικά” όταν αναφέρεται στους Έλληνες και ο Ευνάπιος στους “Βίους φιλοσόφων και σοφιστών” γράφει για έναν “υπερβολικά Έλληνα” ευνοώντας ότι ήταν υπερβολικά ειδωλολάτρης. Ο συγγραφέας επεξηγεί την παρατήρησή του τονίζοντας ότι την εποχή του η γενικότερη τάση του θρησκευτικού συναισθήματος στρέφονταν κατά της ειδωλολατρίας.

Ποια όμως ήταν η λέξη που χρησιμοποιούσαν οι χριστιανοί για τους ειδωλολάτρες πριν την καθιέρωση της λέξης “ελληνικός”, δηλαδή πριν τον 4ο αιώνα μ.Χ. Τόσο τα λεξικά όσο και τα κείμενα του Ερμά, στον “Ποιμένα”, του Ιππόλυτου, του Κλήμεντα, του Ωριγένη και άλλων, η λέξη που χρησιμοποιείται πάγια για τον “ειδωλολάτρη” είναι “εθνικός” και το αντίστοιχο της λέξης “ελληνισμός” στην πρώιμη φάση της ύστερης αρχαιότητας είναι “έθνος”. Η χρήση αυτών των όρων ορίζει σαφώς τις τοπικές και φυλετικές διασυνδέσεις της ειδωλολατρίας. Ο G. Bowersock λέει: “Το ότι η λέξη ‘εθνικός’ επρόκειτο να αντικατασταθεί αργότερα από τη λέξη “ελληνικός” για να δηλώσει την ειδωλολατρία υπαινίσσεται τον τοπικό χαρακτήρα των ειδωλολατρικών πρακτικών (δηλαδή την έλλειψη συγκροτημένης εκκλησίας) και ταυτόχρονα τη συμβολή του ελληνικού πολιτισμού στη διατήρηση αυτών των λατρευτικών πρακτικών”. Ακόμη, αυτή την πρώιμη περίοδο της χριστιανικής εκκλησίας, οι λέξεις “εθνικός” και “ελληνικός” χρησιμοποιήθηκαν για να διακρίνουν τους Ιουδαίους από τους μη (gentiles).

Οι ελληνόφωνοι χριστιανοί δοκίμασαν δυσφορία για τη σύνδεση παγανισμού και ελληνισμού. Ο Ιουλιανός αποπειράθηκε να εμποδίσει τους χριστιανούς να διδάσκουν τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς, με το Διάταγμά του Περί Παιδείας”. Ήξερε, ότι οι μεγάλοι χριστιανοί διανοούμενοι της εποχής του, όπως και οι παλαιότεροι, ήταν διαποτισμένοι από τον ελληνικό πολιτισμό και τον λάτρευαν και προσπάθησε να τους αναγκάσει να παραδεχθούν πως αν αποκήρυσσαν τον ελληνισμό ως “παγανισμό” θα έπρεπε ταυτόχρονα να τον αποκηρύξουν και ως ελληνικό πολιτισμό. Τους έθεσε δηλαδή το δίλημμα: “Ο ελληνισμός είναι ένας ή πολλοί;” και με το Διάταγμά τους απάντησε: “ένας”. Ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός, σκανδαλίστηκε σε τέτοιο βαθμό από το “Περί Παιδείας Διάταγμα” που επιχείρησε, μετά το θάνατο του Ιουλιανού, να αντικρούσει τις βασικές αρχές του. Το ερώτημά του ήταν: “Είναι δικό σου προνόμιο να μιλάς ελληνικά; Πες μου, αλλά τι, δεν είναι εφεύρεση των Φοινίκων τα γράμματα ή όπως λένε μερικοί των Αιγυπτίων, ή των ακόμη σοφωτέρων από αυτούς Εβραίων, οι οποίοι και πιστεύουν ότι στις θεοχάρακτες πλάκες γράφτηκε από τον Θεό ο Νόμος; Είναι δικό σου προνόμιο να αττικίζεις;” Η Π. Αθανασιάδη σημειώνει ότι ο Γρηγόριος διέπραξε ένα σοβαρό λογικό σφάλμα, επιτρέποντας στον εαυτό σου να ταυτίσει τον ελληνισμό με τον αττικισμό: αγνόησε τη σημασιολογική εξέλιξη του όρου “ελληνισμός” από τον καιρό της δημιουργίας του, τον 4ο αιώνα π.Χ. ως τις μέρες του. Ο Γρηγόριος στην αρχή του Στηλιτευτικού του λόγου διαμαρτύρεται: “Πρώτον μεν (πρέπει να τιμωρηθεί με λόγο) διότι κατά τρόπο κακούργο άλλαξε τον όρο (“ελληνισμός”) κατά το δοκούν, σαν ο ελληνικός λόγος να ήταν συνάρτηση της θρησκείας και όχι της γλώσσας, και εξαιτίας αυτού, σαν να είμαστε κλέφτες ξένου αγαθού, μας απάλλαξε από τους λόγους, όπως θα μπορούσε να μας εμποδίσει και από τις  τέχνες, όσες έχουν εφευρεθεί από τους Έλληνες, εαν θεωρούσε ότι και το συγκεκριμένο θέμα τον αφορά λόγω της χρήσης του ίδιου όρου (διά την [ομωνυμίαν)”.

Ο Γρηγόριος αντιλαμβανόταν πως ο Ιουλιανός προσπαθούσε να δημιουργήσει κάτι εντελώς καινούργιο: μια ειδωλολατρική εκκλησία. Γνώριζε ακόμη ότι η λογοτεχνία, η ρητορική και η φιλοσοφία των Ελλήνων ήταν άρρηκτα δεμένες με τη σκέψη και τη δομή του χριστιανικού λόγου. Η πραγματική διάκριση που ο Γρηγόριος και οι άλλοι χριστιανοί όφειλαν να κάνουν ανάμεσα στις εκφάνσεις του ελληνισμού ήταν η διάκριση ανάμεσα σε λογοτεχνία και φιλοσοφικό στοχασμό από τη μια, και μυθολογία με τις λατρευτικές παραδόσεις που τη συνόδευαν από την άλλη. Η Π. Αθανασιάδη, κρίνει πως ο Ναζιανζηνός δεν πίστευε με όλη του την καρδιά στα επιχειρήματα που πρόβαλλε κατά του Ιουλιανού στους στηλιτευτικούς του λόγους. Η στάση του απέναντι στην ελληνική παιδεία ήταν στάση ημιαπόρριψης και έντονης ενοχής. Όπως ομολογεί ο ίδιος, όταν κατάλαβε πως όφειλε να διαλέξει ανάμεσα στον χριστιανισμό και τα ελληνικά γράμματα, βρέθηκε στις αρπάγες ενός οδυνηρού διλήμματος. Ο Π. Χρήστου, όμως, συμπεραίνει ότι “στο τέλος συνεβίβαζε τις δύο παιδείες, και σε πολλές περιπτώσεις διετύπωνε ρητώς την άποψη του αυτή. Όλοι οι εχέφρονες, έλεγε, ομολογούν ότι η παίδευσις είναι το πρώτο αγαθό στον κόσμο, κι όχι μόνο αυτή η δική μας παιδεία, η μόνη ευγενής, που περιφρονεί την κομψότητα των λόγων και διατηρεί μόνο το κάλλος των νοημάτων, αλλά και η εξωτερική, την οποία πολλοί Χριστιανοί απορρίπτουν ως επίβουλη και εσφαλμένη, ως στοχεύουσαν μακριά από τον Θεό από κακή αντίληψη”.

Την ίδια εποχή, ένας άλλος Καππαδόκης χριστιανός, ο Βασίλειος Καισαρείας, αναφέρθηκε ευθέως στο πρόβλημα αυτό, όταν ανέλαβε να διδάξει στους ανεψιούς του την αξία των ελληνικών γραμμάτων. Γνωρίζοντας πως η ελληνική θρησκεία της Ύστερης Αρχαιότητας ήταν μια ζωντανή δύναμη τόσο νέα για την οικουμένη όσο και ο χριστιανισμός και σε διαρκή διαμάχη μαζί του, ο Βασίλειος αναγκάστηκε να αποκλείσει από τον κατάλογο των βιβλίων που μπορούσαν να διαβάζουν τα χριστιανόπουλα ένα σημαντικό μέρος της ελληνικής πνευματικής κληρονιμάς. “Κλασικοί”, σύμφωνα με τον ορισμό του, ήταν οι σχετικά αβλαβείς συγγραφείς που επιβίωσαν στα βυζαντινά σχολικά προγράμματα και επηρέασαν μέσα από αυτό το πρίσμα μιας χριστιανικής ερμηνείας την πνευματική πορεία του βυζαντινού και του νεότερου ελληνισμού. Στο έργο του “Πρ`ος το`υς νέους, |όπως {αν [εξ [ Ελληνικ~ων [ωφελο~ιντο λόγων”, προειδοποιεί για τους κινδύνους που εμφωλεύουν στις κλασικές σπουδές και προτείνει τρόπους με τους οποίους αυτοί οι κίνδυνοι μπορούν να παρακαμφθούν. Οι κλασικές μέθοδοι επίτευξης αυτού του σκοπού ήταν η λογοκρισία και η λιγότερο δραστική (αλλά και λιγότερο έντιμη) τακτική της ερμηνείας: “Ήλθα λοιπόν, να σας συμβουλεύσω τούτο εδώ. ότι δεν πρέπει να παραδώσετε, σαν του πλοίου, τα πηδάλια της διανοίας σας εις αυτούς τους άνδρες και να τους ακολουθείτε όπου κι αν σας οδηγήσουν, αλλά να δέχεσθε από αυτούς ότι είναι χρήσιμο και να γνωρίζετε τι πρέπει να παραβλέπετε… Στη ζωή αυτή λοιπόν, οδηγούν οι άγιες Γραφές, με το να μας παιδαγωγούν με απόρρητες αλήθειες… Εάν λοιπόν υπάρχει συγγένεια μεταξύ των δύο διδασκαλιών, η γνώση τους μπορεί να γίνει ωφέλιμη σε μας. Εάν όχι, τότε το να γνωρίσουμε τη διαφορά, αφού τις συγκρίνουμε, δεν είναι μικρό πράγμα στο να βεβαιωθούμε ποια είναι η καλύτερη… Πρώτον, λοιπόν, ως προς αυτά που λέγουν οι ποιητές, για να αρχίσω από αυτούς, επειδή διαφέρουν στις διδασκαλίες, δεν πρέπει σε όλα να δίνετε προσοχή… Πολύ δε περισσότερο δεν θα τους προσέξουμε, όταν μιλούν για τους θεούς και μάλιστα όταν διηγούνται ότι είναι πολλοί και ότι αυτοί δεν έχουν ομόνοια”. Ο Μ. Βασίλειος, επίσης, σε όλο το εκτεταμένο του έργο πραγματεύεται συχνά αθλητικά θέματα, ή χρησιμοποιεί αθλητικές μεταφορές. Πολλοί ακόμη χριστιανικοί συγγραφείς, όπως ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο Σωκράτης Σχολαστικός και ο Θεοδώρητος Κύρρου επέλεξαν τον δρόμο που χάραξε ο Μ. Βασίλειος, με στόχο “να εξασφαλίσουν στα φαντάσματα των Αρχαίων μια σημαντική θέση στο βυζαντινό πνευματικό στερέωμα. Αν όμως η συντριπτική πλειοψηφία των Βυζαντινών υιοθέτησε απέναντι στους Αρχαίους μια στάση εμπνευσμένη από τη διδασκαλία του Βασιλείου, όπως δείχνει το παράδειγμα ενός Φωτίου και μιας Κομνηνής για μια σκεπτόμενη τουλάχιστον μειονότητα παρέμεινε πάντοτε ανοικτή η επιλογή του ελληνισμού έναντι του χριστιανικού δόγματος.

Εκείνο όμως που δεν κατάλαβαν οι τρεις “συμμαθητές”, ο Γρηγόριος, ο Βασίλειος και ο Ιουλιανός, επειδή και οι τρεις είχαν κατά βάση κοινή παιδεία, ήταν ότι οι τοπικές λατρείες (οι εθνικές λατρείες για τους πρώτους ελληνόφωνους χριστιανούς συγγραφείς), επιβίωναν στη γλώσσα και τη μυθολογία των Ελλήνων. Σ’ αυτό ακριβώς το επίπεδο η λέξη “ελληνισμός” δήλωνε στην ουσία τον παγανισμό. Ο ελληνικός πολιτισμός ήταν εκείνος που επέτρεψε στην άπειρη πολλαπλότητα αυτών των διασπαρμένων και διαφορετικών παραδόσεων να υπάρχει ως τμήμα ενός κοινού εγχειρήματος, που είναι δύσκολο να οριστεί με ακρίβεια και αποκαλείται “παγανισμός” ή, όπως πολύ σωστά τον αποκάλεσαν οι ελληνόφωνοι της εποχής εκείνης, “ελληνισμός”. Να θυμηθούμε επίσης ότι ο Χριστιανισμός άσκησε ισχυρή επίδραση στον παγανισμό της ύστερης αρχαιότητας, όχι λιγότερο σημαντική από εκείνη που άσκησε ο παγανισμός στον χριστιανισμό, η οποία παρατηρείται πολύ συχνότερα. Παράδειγμα αποτελεί ο Ιουλιανός που αν και χριστιανός στην ανατροφή και την καταγωγή, χρησιμοποίησε όσα διδάχθηκε για να αναδείξει τον παγανισμό στον πιο υπολογίσιμο αντίπαλο του χριστιανισμού. Εισήγα

γε την ιδέα της φιλανθρωπίας και της ελεημοσύνης στις παγανιστικές λατρείες. Άλλο παράδειγμα βρίσκουμε στην αλληλεπίδραση της χριστιανικής αγιογραφίας με την παγανιστική εικονογραφία. Ο G. Bowersock παραθέτει άφθονα παραδείγματα από την Αίγυπτο, τη Συρία και άλλες περιοχές της αυτοκρατορίας όπου ο ελληνισμός έδωσε στις τοπικές λατρείες νέο σθένος στο πλαίσιο της χριστιανικής αυτοκρατορίας. Η γλώσσα του ήταν η παγκόσμια γλώσσα του παγανισμού. Οι μύθοι του και τα είδωλά του προσφέρονταν για άπειρες χρήσεις. Δεδομένου ότι ο βυζαντινός χριστιανικός κόσμος ήταν ταυτόχρονα και ελληνικός, οι άγιοι και οι ιεροί τόποι του Παγανισμού, μαζί με την ειδωλολατρία που εκπροσωπούσαν, μπορούσαν να μετασχηματιστούν ελαφρώς ώστε να εξυπηρετήσουν τις προτιμήσεις και τις εικόνες που οι χριστιανοί είχαν καταστήσει δημοφιλείς. Αυτή είναι ακόμη μια ένδειξη για το πώς η λέξη “ελληνισμός” κατέληξε να σημαίνει “παγανισμός”.

Ο G. Bowersock παραθέτει τον Cameron που παρατηρεί: “Δεν είναι ανάγκη να βλέπουμε σύγκρουση η ένταση ανάμεσα στους δύο κόσμους. Συχνά υπεραπλουστεύουμε όταν ταυτίζουμε τη συμπάθειά μας για τον κλασικό πολιτισμό με την συμπάθειά μας για τον παγανισμό. Σε τελευταία ανάλυση, το ουσιαστικό χαρακτηριστικό και η ραχοκοκαλιά του βυζαντινού πολιτισμού είναι ακριβώς η σύζευξη αυτή του χριστιανισμού με τον κλασικό πολιτισμό”. Η κοινή κληρονομιά του ελληνισμού στήριξε τον παγανισμό και τα σύμβολά του, συγχρόνως όμως εμπλούτισε τον χριστιανισμό, όπως και ο χριστιανισμός, μετασχημάτισε τον παγανισμό της ύστερης αρχαιότητας.

Η ανθετικότητα του ελληνικού πολιτισμού στην ύστερη αρχαιότητα πρέπει να θεωρηθεί ως το μέσο με το οποίο ένας λαός θα μπορούσε να διατηρήσει την τοπική του ταυτότητα μπροστά σε μια θρησκεία που έτεινε να γίνει οικουμενική. Οι ελληνικοί μύθοι τον συνέδεαν με τους προπάτορές του και με μια κοινή παιδεία την οποία είχαν μοιραστεί οι πρόγονοί του επί αιώνες. Η μεταστροφή δεν απαιτούσε αποκήρυξη του παρελθόντος. Επίσης, το ελληνικό πάνθεον ενίσχυσε τους ειδωλολάτρες, όχι μόνο των πόλεων, αλλά και των αγροτικών περιοχών, χρησιμεύοντας ως πρότυπο πολυθεϊσμού και αναπαριστώντας άγνωστες θεότητες με τις παγκοσμίως αναγνωρίσιμες μορφές της ελληνικής μυθολογίας. Αυτό που προσέδωσε στον παγανισμό της ύστερης αρχαιότητας ισχύ και συνοχή ήταν η εκπληκτική προσαρμοστικότητα των ίδιων των ελληνικών παραδόσεων στις τοπικές ανάγκες. Στο τοπικό επίπεδο ο ελληνικός πολιτισμός παρείχε στους αυτόχθονες λαούς της περιοχής τόσο ένα εκφραστικό μέσο όσο και ένα πρότυπο ειδωλολατρικό.

2.3. Ο ΟΡΟΣ “ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ”

Είπαμε, ότι κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες το όνομα “Έλλην” και τα παράγωγα του, άλλαξε εντελώς έννοια. Οι περιστάσεις, υπό τις οποίες διατελούσε τότε ο βίος της χριστιανικής εκκλησίας υποβοήθησαν σ’ αυτή τη μεταβολή, αλλά βέβαια, δεν την προκάλεσαν αυτές από μόνες τους, διότι αυτή είχε ξεκινήσει νωρίτερα. Εν πάση περιπτώσει το όνομα από εθνικό μεταβάλλεται σε θρησκευτικό.

Τα λεξικά μας δίνουν τις εξής σημασίες, που έφθασε να έχει την εποχή της ύστερης αρχαιότητας, ο όρος “Έλλην”. Στο λεξικό των H. Liddell και R. Scott,, βλέπουμε ότι “Έλλην” στην Καινή Διαθήκη και εκκλησιαστικά σημαίνει “τους εθνικούς, είτε ειδωλολάτρες είτε χριστιανούς, εν αντιθέσει προς τους Ιουδαίους” και “Ελληνίζω” σημαίνει “ευνοώ τους Έλληνες, φρονώ τα των Ελλήνων, είμαι εθνικός” (εκκλησιαστικό).

Η δε λέξη “εθνικός” στην Καινή Διαθήκη σημαίνει “ξένος της αληθούς λατρείας του Θεού, ειδωλολάτρης”, ενώ “έθνος” θεωρείται στην Καινή Διαθήκη και στους Εκκλησιαστικούς “οι εθνικοί, δηλαδή όλοι εκτός από τους Ιουδαίους και τους χριστιανούς”. Πώς όμως έφθασε το όνομα “Έλλην” να αποκτήσει την εποχή αυτή θρησκευτική και μόνο σημασία;

Ο Π. Χρήστου, στο έργο του “Οι περιπέτειες των εθνικών ονομάτων των Ελλήνων”, παρακολουθεί την εξέλιξη του όρου από την αρχαιότητα. Οι Έλληνες, τονίζει, εύρισκαν τα κύρια εθνικά τους γνωρίσματα στη λατρεία των ιδιαιτέρων θεών τους. ήταν λοιπόν, φυσικό όταν αργότερα το εθνικό τους όνομα έλαβε και πολιτιστική σημασία, σ’ αυτήν συμπεριλήφθηκε και το θρησκευτικό στοιχείο. Αυτό τονίσθηκε περισσότερο έπειτα από την υποδούλωση στους Ρωμαίους και την απώλεια της πολιτικής ελευθερίας τους, η οποία επέφερε μία παράλληλη εξύψωση των θρησκευτικών θεσμών. Για παράδειγμα, κατά τη ρωμαϊκή εποχή, οι επιμελητές των Αχαιών και των Αμφικτυόνων φέρουν συγχρόνως τους τίτλους του αρχιερέρως και του ελλαδάρχη, πράγμα που συνάπτει τις δύο έννοιες, δηλαδή την έννοια του θρησκευτικού θεσμού με την έννοια του εθνικού θεσμού. Μια αναμνηστική επιγραφή αναφέρεται στον:

“Τ. Φλαούϊον Κύλλου υ]ιόν [αρχιερέα κα`ι

[αγωνοθέτην τ~ων σεβαστ~ων Θε~ων [επί το~ις δύο στεφάνοις

κα`ι [αγωνοθέτην τ~ων μεγάλων Πυθίων κα`ι [επιμελητήν το~υ

κοινο~υ τ~ων [ Αμφικτυόνων κα`ι ]ελλαδάρχην κα`ι ε[υεργέτην”

Ενώ όμως στις πολυθεϊστικές κοινωνίες δεν είναι δυνατό να απομονωθεί και να επικρατήσει η θρησκευτική έννοια οποιουδήποτε εθνικού ονόματος, τούτο είναι εύκολο να συμβεί στις μονοθεϊστικές ομάδες, όπου ο θρησκευτικός ζήλος είναι έντονος και αποκλειστικός. Γι’ αυτό η προς την κατεύθυνση τούτη μεταβολή του ονόματος των Ελλήνων ολοκληρώθηκε στο στόμα των Ιουδαίων. Αυτοί διέκριναν οξύτατα ως προς την φυλετική τους υπόσταση τους εαυτούς τους από τους ξένους, τους οποίους ονόμαζαν γκογίμ, ή όπως μεταφράζουν οι Εβδομήκοντα, έθνη. Λόγω του θεοκρατικού χαρακτήρα του βίου τους η διάκριση αναφερόταν κυρίως στη διαφορά θρησκευτικών πεποιθήσεων “Γκογίμ”, δηλαδή οι μιαροί ειδωλολάτρες, ήσαν όλα τα γύρω έθνη. Έκτοτε οι λέξεις “έθνη” και “εθνικός” απέκτησαν και θρησκευτική έννοια. Επίσης, στην Παλαιά Διαθήκη, όπως εντοπίζει η Π. Αθανασιάδη, με την έννοια της ακαταμάχητης πολιτιστικής ώσμωσης – και με μιαν έντονη περιφρονητική χροιά- πρωτοχρησιμοποιήθηκε ο όρος “ελληνισμός” από τους εθνικόφρονες Ιουδαίους στα χρόνια της εξέγερσης των Μακκαβαίων για να περιγράψει τη μίμηση ελληνικών ηθών και εθίμων από τους ομοθρήσκους τους. Οι άνθρωποι αυτοί αποκαλούνταν “ο]ι ]ελληνισταί”.

Εφόσον, κατά τους Ιουδαίους, ιουδαϊσμός σήμαινε το σύστημα της ακριβούς παραστάσεως των ανθρώπων ενώπιον του Θεού, ο ελληνισμός ως αντίπαλος του κατήντησε να σημαίνει το αντίθετο. οι  Έλληνες δεν ήταν απλώς κατακτητές (Μ. Αλέξανδρος και διάδοχοι), ήταν και ασεβείς. Έτσι το όνομά τους κατέστη ταυτόσημο με το όνομα των ειδωλολατρών. Παρέμεινε εντούτοις στη δήλωση στενότερου κύκλου από το γενικότερο όνομα “έθνη”, δηλαδή διασώθηκε και μέρος της πολιτιστικής και εθνικής σημασίας του.

Στην Καινή Διαθήκη, συναντούμε το όνομα Έλλην με όλες τις έννοιές του. Αν όμως εξαιρέσουμε ένα χωρίο του Ευαγγελίου του Μάρκου, πουθενά αλλού δεν φαίνεται να έχει αυστηρώς θρησκευτική σημασία.

Η εξέλιξη με την ακραιφνώς θρησκευτική έννοια υπήρξε βραδεία. Με βάση την ιδιαίτερη διδασκαλία τους περί της πορείας του έργου της σωτηρίας οι χριστιανοί ξεχώρισαν την ανθρωπότητα σε τρία γένη. Τους Ειδωλολάτρες, τους Ιουδαίους και τους Χριστιανούς. Κατά τη διάρκεια του πεισματώδους αγώνα, μεταξύ της παλαιάς (ελληνικής και ιουδαϊκής) και της νέας θρησκευτικής πίστεως, ο οποίος διεξήχθηκε κυρίως τον 2ο και 3ο μ.Χ. αιώνα, συντελέστηκε η πλήρης μεταβολή.

Στη μεταβολή συντελέστηκε πρωτίστως, όπως είδαμε, η στάση των ειδωλολατρών Ελλήνων λογίων απέναντι στον Χριστιανισμό. Στηριζόμενοι στην προέλευση του χριστιανισμού από ιουδαϊκές ρίζες και την απαιδευσία των Αποστόλων, τον απεκήρυξαν ως βαρβαρικό παράγωγο. Άρχισαν κι εδώ από τον βαρβαρισμό της γλώσσας, για να φθάσουν στο σύνολο σύστημα. Έτσι, ο Ισίδωρος Πηλουσιώτης λέει: “]] Ελλήνων πα~ιδες [εξευτελίζουσι την θε~ιαν Γραφήν ]ως βαρβαρόφωνον”. Ο Πορφύριος, από την άλλη, κατηγορεί τον Ωριγένη, ότι: “| Ελλην [εν | Ελλησι παιδευθείς λόγοις πρ`ος τ`ο βάρβαρον [εξώκειλε τόλμημα”. Τέλος, οι εθνικοί αποκάλεσαν “βαρβάρους” και τους ίδιους τους χριστιανούς.

Αλλ’ αφού όλοι οι χριστιανοί, ακόμη κι αν ήσαν ελληνικής καταγωγής και παιδείας, χαρακτηρίζονταν από τους μη χριστιανούς Έλληνες, βάρβαροι, ήταν εύλογο με τον καιρό να αποκτήσουν συνείδηση διάκρισης μεταξύ εαυτών και των άλλων Ελλήνων, και ως μέσον άμυνας τους καλλιεργήθηκε ασυναίσθητα η αποστροφή προς το όνομα Έλλην και η απόδοση σ’ αυτό περιφρονητικής σημασίας. Βεβαίως, καθώς οι πρώτοι θεολόγοι που ακολούθησαν αυτήν την πορεία προέρχονταν από την Ανατολή είναι λογικό να έχουν συνείδηση, έτσι κι αλλιώς, φυλετικής διάκρισης, μεταξύ εαυτών και των Ελλήνων. Το αρχαιότερο σύγγραμμα επί τους θέματος παραμένει το έργο του Τατιανού “Πρ`ος | Ελληνας”, που γράφτηκε το 170μ.Χ. Ο Τατιανός απευθύνει δριμύτατο έλεγχο προς τους ειδωλολάτρες για τις θρησκευτικές δοξασίες τους, αλλά ο έλεγχος επεκτείνεται και σε ολόκληρο τον ελληνικό τρόπο σκέψεως και βίου. Η Π. Αθανασιάδη εξηγεί πως το μίσος του για τον ελληνισμό επρόκειτο να βρει πλήρη ανταπόκριση μόνο ανάμεσα στους εκπροσώπους του ασκητικού κινήματος, η δε στάση του χριστιανού ερημίτη, ιδωμένη από τη σκοπιά του Έλληνα, απέναντι στην ελληνική παιδεία ήταν τουλάχιστον ιδεολογικά συνεπής, σε σχέση με αυτή που τήρησαν οι Βασίλειος, Γρηγόριος Ναζιανζηνός και άλλοι.

Ακολούθησε σειρά απολογητικών έργων με όμοια κατεύθυνση από τον Κλήμη Αλεξανδρέα, τον Ιωάννη Χρυσόστομο, τον Θεοδώρητο Κύρου κ.ά. Από το γεγονός ότι στον τίτλο των έργων τους ο λόγος φέρεται “Πρ`ος | Ελληνας” και όχι “Κατά ] Ελλήνων” φαίνεται ότι το όνομα είναι μεν θρησκευτικό, αλλά δεν έχει χάσει ακόμη τελείως την εθνική του σημασία. Φέρεται ένα νεανικό έργο του Μεγάλου Αθανασίου με τον τίτλο “Κατά Ελλήνων”, αλλά στην πραγματικότητα “Κατά ε[ιδώλων” με την παρέμβαση κάποιου αντιγραφέα όταν πλέον το Έλλην είχε χάσει κάθε ίχνος εθνικής προσηγορίας. Έλλην είναι πλέον ο ειδωλολάτρης και ο δυσσεβής, όχι μόνο στο ιστορικό παρελθόν, αλλά και στο παρόν. Επομένως, δεν σημαίνει κάθε άνθρωπο που ανήκει στο έθνος των Ελλήνων.

Μια μερίδα του ελληνισμού αποκρίθηκε με το στόμα του Ιουλιανού: “]ημ~ιν [ανήκουσιν ]η ε][υγλωττία κα`ι α]ι τέχναι τ~ης] Ελλάδος, |όπως κα`ι ]η τ~ων Θε~ων α[υτ~ης λατρεία. ]υμέτερος δ`ε κλ~ηρος [εστιν ]η [αμάθεια, ]η [αγροικία κα`ι ο[υδέν πλέον. α|υτη [εστίν ]η σοφία ]υμ~ων”. Ο Κ. Παπαρρηγόπουλος συνοψίζει: “Τα δύο στρατόπεδα συμφωνούσαν μόνο ότι έπρεπε να επέλθει διαζύγιο μεταξύ της ελληνικής παιδείας και του χριστιανισμού”. Η κίνηση του Ιουλιανού μετά τα μέσα του 4ου αιώνα προς επιβολή του αρχαίου θρησκεύματος, θεωρήθηκε από τους χριστιανούς ως ελληνισμός, ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός λέει: “Τ`α πράγματα [εκινήθη χριστιανο~ις κα`ι τ`α τ~ων ] Ελλήνων φλεγμαίνειν {ηρξατο”. Η στάση δηλαδή των ειδωλολατρών άρχισε να φλεγμαίνεται.

Από εδώ και στο εξής με τη λέξη “Έλληνες” αποκαλούνται οι ειδωλολάτρες. Ο Ιωάννης Μαλάλας μιλώντας για την εναντίον της ειδωλολατρίας πολιτική του Ιουστινιανού, τη χαρακτηρίζει ως διωγμό κατά των Ελλήνων:

“[ Εν α[υτ~ω δ`ε τ~?ω χρόν?ω διωγμός γέγονεν ] Ελλήνων

μέγας κα`ι πολλοί [εδημεύθησαν, [εν ο#ις [ετελεύτησαν…

[εθέσπισε δ`ε ]ο α[υτός βασιλεύς, |ώστε μ`η πολιτεύεσθαι

το`υς ]ελληνίζοντας…

συσχεθέντες | Ελληνες περιεβωμίσθησαν, κα`ι βιβλία α[[υτ~ων

κατεκαύθησαν κα`ι ε[ικόνες τ~ων μυσερ~ων θε~ων  α[υτ~ων

κα`ι [αγάλματα”.

Ο Ιουλιανός καυχώντας λέγοντας “| Ελλην ε]ιμί” και εννούσε πολιτιστικώς και θρησκευτικώς. Το τέρμα της εξελίξεως της εννοίας του ονόματος είναι η αθεϊα. Επρόκειτο περί ανταποδόσεως της κατηγορίας την οποία απέδιδαν στους χρόνους των διωγμών οι ειδωλολάτρες κατά των χριστιανών. Στον Θεοφάνη διαβάζουμε ότι ο Ιουλιανός “ε[ις ]ελληνισμόν [[αναιδ~ως [εξετράπη”. Τον διωγμό των εθνικών τον ονομάζει “]ελληνικόν διωγμόν” και “[αναιδ~ως ]ελλήνιζε” λέει “]ελληνοφρονο~υντα” καλεί τον έπαρχο πόλης που παρενοχλούσε τον Χρυσόστομο που τελούσε θείες

λειτουργίες και ονομάζει τις αιρέσεις “]ελληνόφρονας ληρ?ωδίας”.

Ο μέγας Κωνσταντίνος ονόμασε τον εαυτό του αυτοκράτορα των Ρωμαίων, διότι οι υπήκοοι του λέγονταν Ρωμαίοι. Ενώ ακόμη υπήρχε το δυτικό κράτος, οι μονάρχες της Κωνσταντινούπολης αναγκάσθηκαν με διάφορες επίσημες πράξεις να συνθηκολογήσουν προς την ελληνική γλώσσα. Ο δε ελληνικός χαρακτήρας του ανατολικού κράτους έγινε εμφανέστερος αφότου τον 5ο αιώνα διαλύθηκε το δυτικό. Όμως εάν και η γλώσσα, η θρησκεία, η φιλολογία, η τέχνη, η νομοθεσία, τα πάντα ήταν στα ελληνικά, εντούτοις οι αυτοκράτορες ήταν αδύνατον να ονομάσουν τους υπηκόους τους Έλληνες και τους εαυτούς τους αυτοκράτορες των Ελλήνων, αφού αυτό το όνομα τελούσε σε αδιάλλακτη ρήξη με το κρατικό θρήσκευμα.

Τον 5ο και 6ο αιώνα ο εθνικός Ζώσιμος και ο ιστορικός Προκόπιος, που δεν ήταν ένθερμος χριστιανός, ονόμαζαν “]ελληνικά {εθνη” τους κατοίκους της αρχαίας Ελλάδας. Ο Προκόπιος όταν είναι υποχρεωμένος να μιλήσει για την ελληνική θρησκεία χρησιμοποιεί περίφραση: “|ην ]ελληνικήν καλο~υσιν”. Ο Κωνσταντίνος ο Πορφυρογέννητος αποφεύγει κατά σύστημα το όνομα Έλλην, χρησιμοποιώντας τα συνώνυμα άπιστος, άθεος και άλλα. Ο Προκόπιος και ο Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος είχαν πλουσιότατη ελληνική αγωγή και παιδεία και γι αυτό θεωρούσαν άδικο να δαπανούν το ένδοξο εκείνο όνομα σε μία τόσο εξευτελιστική έννοια για την εποχή.

Καθώς έγινε τόσο μικρή τότε η Ελλάδα στην επίσημη ονοματολογία ούτε οι κάτοικοι του θέματος της Ελλάδας, η εντός του Ισθμού χώρα, δεν λέγονταν Έλληνες, αλλά έμειναν ανώνυμοι. Ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Νικηφόρος τους ανέφερε ως “ο]ι τ`ην ] Ελλάδα ο[ικο~υντες”, ο Θεοφάνης “] Ελλαδικούς”, ενώ τον 10ο αιώνα ο Κωνσταντίνος, Πορφυρογέννητος ονόμαζε τους Πελοποννήσιους με το πολύ παλαιότερο από το “Έλληνες” όνομα, “Γραικοί”, αλλά και τους Έλληνες της Μικράς Ασίας.

Όταν χάθηκαν οι λόγοι για τους οποίους είχε καταδικασθεί  σε εξορία το όνομα των Ελλήνων, οι ισχυρότεροι από τους αυτοκράτορες του Βυζαντίου κατάλαβαν την ανάγκη να το ανακαλέσουν στην πατρίδα και να προάγουν με κάθε τρόπο την ελληνική παιδεία, επιστήμη και τέχνη. Η κυβέρνηση ζήτησε να κάνει Έλληνες με τη γλώσσα και την ανατροφή τους Βουλγάρους και τους Σλάβους, που είχαν προελάσει μέχρι την άκρη της Πελοποννήσου. Ο Νικήτας ο Χωνιάτης στην ιστορία του, όταν βρέθηκε μπροστά σε επιδρομή από τη Δύση, η οποία και οδήγησε στην άλωση της Κωνσταντινούπολης και την υποδούλωση της Ελλάδος, αμέσως απέκρουσε το όνομα “Ρωμαίοι” και ανέκραξε: “δυστυχής [εγώ ]ο καταδικασθείς ν`α παραπέμψω το~ις {επειτα πράξεις πολεμικάς [εν α#ις μ`η νικ~ωσιν | Ελληνες, ν`α μεταχειρισθ~ω τ`ην ]ιστορίαν, χρ~ημα βέλτιστον κα`ι κάλλιστον τ~ων ] Ελλήνων ε|υρημα, |ινα διαιωνίσω τ`ην μνήμην βαρβαρικ~ων καθ[ ] Ελλήνων κατορθωμάτων”.

Όταν τέλος, την 28η Μαίου 1453, παραμονή της αλώσεως, ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, προέτρεψε τους υπερασπιστές της Κωνσταντινουπόλεως να αγωνιστούν επαξίως ως “άπόγονοι ] Ελλήνων κα`ι Ρωμαίων” για την πόλη που αποκάλεσε “βοηθόν κα`ι σκέπην τ~ης πατρίδος, [ελπίδα κα`ι χαράν πάντων τ~ων ] Ελλήνων”, η αποκατάσταση του ονόματος “]| Ελλην” είχε ολοκληρωθεί.

Ο Π. Χρήστου συνοψίζει και παρατηρεί: “Σύμφωνα, με αυτή την έκθεση οι χριστιανοί, αφού βρήκαν προϋπάρχουσα τη θρησκευτική σημασία του ονόματος Έλλην, την ενίσχυσαν και την απομόνωσαν, συγχρόνως δε δια του αυστηρού ελέγχου της ειδωλολατρίας προσέθεσαν σ’ αυτήν το στοιχείο της επιτιμήσεως και μειώσεως. Τούτο συνέβηκε κατά την εποχή της μεγάλης αντιπαράθεσης που συχνότατα συνοδεύονταν και από επαφές του χριστιανισμού με το ελληνικό πνεύμα. Αντιθέτως, το όνομα των Ρωμαίων ήταν και παρέμεινε για πάντοτε πολιτικό και δεν απέκτησε ποτέ πολιτιστικό και θρησκευτικό περιεχόμενο γι αυτό και οι πρώτοι χριστιανοί δεν πολέμησαν με τόση σκληρότητα τον ρωμαϊσμό με όση τον ελληνισμό καθώς η θρησκευτική τους πίστη κινδύνευε μόνο από την ελληνική θρησκευτική φιλοσοφία και συγχρόνως δεν κινδύνευαν από κυρώσεις που μπορεί να επέβαλλαν οι Ρωμαίοι εξουσιαστές”.

ΙΙI. ΠΩΣ ΕΙΔΕ Ο ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑΣ ΙΟΥΛΙΑΝΟΣ ΤΗΝ ΑΘΛΗΣΗ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΑΓΩΝΕΣ

“Πρέπει δ’ {αν ]ημ~ιν ]ιστορίαις [εντυγχάνειν, ]οπόσαι συνεγράφησαν [επί πεποιημένοις το~ις {εργοις . |οδα δ`ε [εστιν [εν ]ιστορίας ε{ιδει παρά το~ις {εμπροσθεν [απηγγηλμένα πλάσματα παραιτητέον, [ερωτικάς ]υποθέσεις κα`ι πάντα ]απλ~ως τ`α τοια~υτα”.

[ Ιουλιανός, [ Επιστολή 89β.

3.1. Ο ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΕΛΛΗΝΙΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΕΩΣ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ

Ο αθλητισμός στις διάφορες μορφές που παίρνει, όπως οι αγώνες, οι παιδαγωγικοί θεσμοί, η στρατιωτική εξάσκηση και άλλες, είναι μία δραστηριότητα στενά συνδεδεμένη με την ιστορία των ανθρώπινων κοινωνιών. Δέχεται δε επιρροές και επιδράει και ο ίδιος στους άλλους τομείς της ανθρώπινης ζωής, όπως το πολίτευμα, την οικονομία, τα θρησκευτικά και φιλοσοφικά ρεύματα της εποχής και άλλους. Η μορφή του αθλητισμού κατά την εποχή της διακυβέρνησης του Ιουλιανού έχει τις ρίζες του στον αθλητισμό των Ομηρικών επών και της κλασικής εποχής στον ελληνικό χώρο. Έχει όμως, επίσης, επηρεαστεί ως προς τις μορφές της άθλησης, τον τρόπο λειτουργίας των θεσμών και τα πρότυπα που υπηρετεί από τις ειδικές συνθήκες που επικρατούσαν κατά την ελληνιστική, την ρωμαϊκή και την πρωτοβυζαντινή περίοδο. Και στην περίπτωση του αθλητισμού της εποχής του Ιουλιανού η σημαντικότερη επιρροή είναι αυτή που άσκησε ο Χριστιανισμός.

Στον ελληνικό χώρο έχουμε την θέσπιση των Ολυμπιακών αγώνων, των οποίων η επίσημη έναρξη τοποθετείται το 776π.Χ., και την Ιλιάδα, της οποίας τη σύνθεση τοποθετούν οι ιστορικοί το δεύτερο μισό του 8ου π.Χ. αιώνα, που αναφέρεται σε ακόμη παλαιότερες εποχές και περιγράφει αγωνίσματα και αθλητικές δραστηριότητες καθώς και τα χαρακτηριστικά του αθλητικού προτύπου της εποχής. Από τα έργα του Ομήρου και του Ησιόδου, ο αυτοκράτορας Ιουλιανός, με τη καθοδήγηση του παιδαγωγού του Μαρδόνιου, αντλεί τα στοιχεία με τα οποία θα συνθέσει το προσωπικό του πρότυπο σωματικής ικανότητας. Πρέπει να τονίσουμε όμως ότι ο αθλητισμός της εποχής στην οποία αναφέρονται τα έπη δεν είχε σχέση με τη θρησκεία. Το αθλητικό πνεύμα αναπτύχθηκε χωριστά και ανεξάρτητα από τη θρησκεία και μόνο αργότερα, συνδέθηκε μ’ αυτήν. Σκοποί του αθλητισμού στο έπος ήταν η δόξα, τα έπαθλα, η πολεμική εξάσκηση, η υγεία και η ομορφιά. Ο Ομηρικός ήρωας είναι ένας καλός αθλητής και ένας πολύ γενναίος πολεμιστής. Ο Ι. Μουρατίδης συνοψίζει: «η ομορφιά και η δύναμη του σώματός τους ήταν η απαραίτητη προϋπόθεση της ευτυχίας τους». Τα βασικά αιτήματα του αθλητή της εποχής είναι η δύναμη και η ομορφιά συνοδευόμενες όμως από νοητικές και ηθικές αρετές. Τα δύο πρότυπα του Ιουλιανού, ο Αχιλλέας και ο Οδυσσέας συγκέντρωναν τις παραπάνω αξίες, ήταν: «εξαίρετοι πολεμιστές και αθλητές, σύμβολα της αριστοκρατικής φυσικής λάμψης».

Την κλασική εποχή συντελείται η σύνδεση του αθλητισμού με τη θρησκεία. Ο Α. Αρβανιτάκης διακρίνει τον αθλητισμό της εποχής, στον «ολυμπιακό αθλητισμό», που ονομάζει το σύνολο των αγώνων που τελούσαν υπό την αιγίδα της θρησκείας, και τον «αθλητισμό της πόλης», που αναφέρονταν στην υποστήριξη που παρείχαν οι πόλεις στον αθλητισμό αναγνωρίζοντας τη συμβολή του στη σωματική διάπλαση, την ηθική διαπαιδαγώγηση και την πολεμική προπαρασκευή των πολιτών τους. Στην ιστορική Ελλάδα οι αγώνες τελούνταν μέσα στα πλαίσια της θρησκείας, σχετιζόμενοι αρχικώς με τη λατρεία των ηρώων (Ηρακλής) και αργότερα με αυτή των θεών του Ολύμπου (Δίας, Ποσειδών, Απόλλων, Ερμής, κ.ά.). Ο Ι. Μουρατίδης λέει ότι η σύνδεση αυτή αποτελεί και την αιτία της μακροζωϊας των αγώνων και της αγνότητάς τους, όσο και αυτή του τέλους τους: «Ίσως η τύχη τους να ήταν διαφορετική, αν δεν ήταν τόσο στενά συνδεδεμένοι με τη λατρεία των Ολύμπιων θεών. Χωρίς τη σύνδεσή τους με τη θρησκεία ίσως να μην άντεχαν τόσο στο χρόνο, ίσως να μην στέκονταν τόσο ψηλά στη συνείδηση των ανθρώπων, αλλά ίσως και να μην πέθαιναν στα χέρια του Χριστιανισμού. Ο τελευταίος είχε σοβαρό λόγο να επιμείνει στην κατάργησή τους διότι αυτοί δεν ήταν μόνο συνδεδεμένοι με την παλιά θρησκεία, αλλά ήταν η περισσότερο λαμπρή της παράδοση». Ο Ολυμπιακός αθλητισμός αντιμετώπισε με τρόπο θετικό το αισθητό και τη σωματικότητα.

Σε όλο τον ελληνικό κόσμο τελούνταν πλήθος αγώνων που διακρίνονταν σε Πανελλήνιους και σε Περίχωρους, δηλαδή τους τοπικούς αγώνες. Από τους Πανελλήνιους αγώνες τα Ολύμπια της Ολυμπίας συνεχίστηκαν έως το 393 (ή 394 ή 395μ.Χ.) ή ακόμη και ως το 424μ.Χ., όπως υποστηρίζει ο Σ. Γιάτσος. Οι άλλοι αγώνες όπως τα Πύθια, τα Ίσθμια και τα Νέμεα συνεχίστηκαν τουλάχιστον έως την εποχή του Ιουλιανού, όπως μας πληροφορεί ο ίδιος. Επίσης, ένας πολύ μεγάλος αριθμός τοπικών αγώνων, οι οποίοι ξεπερνούσαν τους 300, διεξάγονταν γύρω στα μέσα του 2ου π.Χ. αιώνα σε όλο τον ελληνικό χώρο. Την ίδια εποχή, οι πόλεις θεσμοθέτησαν και στήριξαν θεσμικά και οικονομικά αθλητικούς παιδαγωγικούς θεσμούς όπως την παλαίστρα, το γυμνάσιο και το «Εφηβείο», τον σημαντικότερο θεσμό, που ξεκίνησε το 335π.Χ. και διατηρήθηκε έως το 266μ.Χ. «Σε όλο τον ελληνικό κόσμο», λέει ο Ι. Μουρατίδης «η άσκηση ήταν πρωταρχικής σημασίας και απέβλεπε μαζί με τη μουσική στην αρμονική ανάπτυξη των νέων. Η σωματική άσκηση ήταν για τους αρχαίους Έλληνες, ένα είδος αγωγής, τόσο σπουδαίο, ώστε αυτοί που την παραμελούσαν χαρακτηρίζονταν αμόρφωτοι. Η λέξη πεπαιδευμένος χρησιμοποιούνταν για το άτομο εκείνο, το οποίο ανέπτυξε αρμονικά το σώμα και το πνεύμα του».

Κατά την ελληνιστική και τη ρωμαϊκή εποχή, ο εκπαιδευτικός χαρακτήρας της άθλησης ο προσανατολισμός στην καλοκαγαθία, δέχεται πλήγμα από την αμετροέπεια που χαρακτηρίζει τους αγώνες. Η υπερβολή, χαρακτηρίζει τη δημοτικότητα των αθλητών, τα βραβεία, τον συναγωνισμό. Ο αθλητικός βίος παύει πλέον να αποτελεί πρότυπο και οι νέοι έγιναν απλοί θεατές και οι αγώνες θέαμα. Δεν μπορούμε όμως, όπως τονίζει ο Σ. Γιάτσης, να θεωρήσουμε ότι ο αθλητισμός της ελληνιστικής εποχής βρίσκεται σε παρακμή, αλλά είναι σίγουρα διαφορετικός και με διαφορετικά πρότυπα, μορφές και κατευθύνσεις που επηρεάστηκαν από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της εποχής. Το πιο σημαντικό από αυτά είναι ο οικουμενισμός, ο οποίος δίνει και μια σχεδόν παγκόσμια διάσταση στον αθλητισμό. Άλλα στοιχεία είναι ο επαγγελματισμός των αθλητών, η είσοδος της τεχνογνωσίας και η εξέλιξη της θεολογικής και φιλοσοφικής σκέψης. Οι αγώνες και οι αθλητικοί εκπαιδευτικοί θεσμοί συνεχίστηκαν και εμπλουτίστηκαν με νέους. Οι αγώνες που διοργάνωσε ο ίδιος ο Μέγας Αλέξανδρος, όπως μας παραδίδει ο Αρριανός, αποτέλεσαν παράδειγμα προς μίμηση και για τον Ιουλιανό που θαύμαζε τον Μακεδόνα βασιλέα.

Κατά τη ρωμαϊκή εποχή η αντίληψη για την άθληση διαφοροποιήθηκε για δύο κυρίως λόγους. Ο πρώτος ήταν ο σκοπός που υπηρετούσε η άθληση σε Έλληνες και Ρωμαίους: για τους πρώτους αποσκοπούσε στην ολοκλήρωση του παιδευτικού ιδανικού του πολίτη, ενώ οι Ρωμαίοι τη χρησιμοποίησαν για τη στρατιωτική προετοιμασία των πολιτών τους και την ψυχαγωγία του λαού. Ο δεύτερος λόγος ήταν η χρήση του θεάματος. Οι Ρωμαίοι πάντως ανανέωσαν ή ίδρυσαν νέους αγώνες σε όλη την επικράτεια του ρωμαϊκού κόσμου, που συνδέονταν με τη λατρεία των Θεών και των αυτοκρατόρων αλλά και υπηρετούσαν την πολιτική του θεάματος και την εδραίωση της δύναμής τους. Ο θεσμός της Εφηβείας άντεξε στις περισσότερες ελληνικές πόλεις και συνέχισε και κατά την πρωτοβυζαντινή περίοδο.

Προσωπικότητες που αποτέλεσαν πρότυπα του αυτοκράτορα Ιουλιανού, όπως ο Μάρκος Αυρήλιος, ο Ιούλιος Καίσαρας και ο Αύγουστος οργάνωσαν αγώνες με ελληνικό χαρακτήρα στον ρωμαϊκό κόσμο. Στον ελληνικό κόσμο, οι Πανελλήνιοι αγώνες συνεχίστηκαν με ή χωρίς παρεμβάσεις στη διεξαγωγή τους καθ’ όλη τη διάρκεια της ρωμαϊκής περιόδου. Οι σημαντικότεροι αγώνες του ελληνικού χώρου υπήρξαν τα Ολύμπεια της Αντιόχειας, που διήρκεσαν έως το 520 ή 521μ.Χ. όπως μαρτυρεί ο Ι. Μαλάλας, και στους οποίους συμμετείχαν μόνο «εθνικοί». Ο Σ. Γιάτσης, εξηγεί τη μακροβιότητά τους αποδίδοντας την στην συγκυρία της συγκέντρωσης ελληνικού- ειδωλολατρικού πληθυσμού στην πόλη και στην οικονομική της ευρωστία. Για τους ίδιους λόγους ο Ιουλιανός την προόριζε για πρωτεύουσα του κράτους του. Άλλοι σημαντικοί αγώνες της ρωμαϊκής περιόδου ήταν τα Άκτια της Νικόπολης, τρίτοι σε σπουδαιότητα (μετά τα Ολύμπια της Ολυμπίας και της Αντιόχειας) αγώνες της ρωμαϊκής περιόδου με ελληνορωμαϊκό χαρακτήρα. Κατά τον Θ. Σαρικάκη ο αυτοκράτορας Ιουλιανος όταν ανήλθε στο θρόνο, επανέφερε στη ζωή τους αγώνες αυτούς, που είχαν ήδη πάψει να διεξάγονται στην εποχή του, αν και είναι άγνωστο για πόσο ακόμη χρόνο διατηρήθηκαν.

Η εξέλιξη που επηρέασε όμως με καταλυτικό τρόπο την πορεία των αγώνων και των εκπαιδευτικών θεσμών της φυσικής αγωγής στον ελληνορωμαϊκό κόσμο, ήταν η απρόσκοπτη εξάπλωση του Χριστιανισμού μετά το διάταγμα των Μεδιολάνων περί Ανεξιθρησκείας που υπέγραψε το 313 μ.Χ. ο Μέγας Κωνσταντίνος. Οι αγώνες, υπό την πίεση της νέας θρησκείας, οδηγήθηκαν σταδιακά στην παύση τους, η οποία ήρθε όταν οι Χριστιανοί αυτοκράτορες κατάργησαν τους ειδωλολατρικούς θεσμούς. Όσοι αγώνες είχαν περιορισμένη εμβέλεια έπαυσαν με την αποσιώπησή τους, ενώ αγώνες με μεγάλη δημοτικότητα συνεχίστηκαν για αρκετά ακόμη χρόνια μετά την περίοδο του Ιουλιανού. Κατά τον Σ. Γιάτση: «Η πλήρης επικράτηση του Χριστιανισμού επέφερε όχι μόνο αλλοίωση και παρακμή, αλλά πραγματικό θάνατο του αρχαίου αθλητικού ιδεώδους. Το τέλος ήρθε όταν ο Χριστιανισμός με επαναλαμβανόμενα απαγορευτικά

διατάγματα και νόμους απαγόρευσε την ειδωλολατρική θρησκεία». Άλλοι λόγοι της παρακμής των αγώνων ήταν η ρωμαϊκή αντίληψη για τη σπουδαιότητα του θεάματος και τον προσανατολισμό της φυσικής αγωγής στη στρατιωτική προετοιμασία, ενώ μικρότερης σημασίας λόγοι ήταν ο επαγγελματισμός, η εξειδίκευση και η συντεχνιακή οργάνωση των αθλητών, η επίδραση των σοφιστών, η απώλεια της αυτονομίας των ελληνικών πόλεων, οι φυσικές καταστροφές και η μετατροπή της Ολυμπίας σε τουριστικό χώρο.

Γενικώς, οι άνθρωποι της εποχής του Ιουλιανού, και μετά από αυτόν, είδαν το σώμα διαφορετικά από τους αρχαίους Έλληνες. Οι Πατέρες της Εκκλησίας, όπως ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο Μέγας Βασίλειος, ο Γρηγόριος Νύσσης, κ.ά. αν και αποδέχτηκαν το σώμα ως θείο δώρο, εντούτοις δέχθηκαν το «ολίγον ωφέλιμον» της γύμνασης για πρακτικούς και μόνο σκοπούς. Ο λαός όμως στο Βυζάντιο διασκέδαζε στον ιππόδρομο, με τις αρματοδρομίες και το θέατρο. Μέσα από τον ιππόδρομο αναδείχτηκε το σωματικό πρότυπο του ηνιόχου που αντιπαραβλήθηκε με το δημοφιλές πρότυπο του ασκητή. Ο Φ. Κουκουλές καταγράφει πλήθος αγωνισμάτων και σωματικών δραστηριοτήτων που επιδίδονταν οι Βυζαντινοί εφ’ όσον αυτές ήταν απαλλαγμένες από ειδωλολατρικές τελετουργίες.

Σε αυτήν την μορφή βρήκε ο αυτοκράτορας Ιουλιανός τους ελληνικούς αγώνες και τους αθλητικούς θεσμούς. Από τη μια πλευρά, διεξάγονταν κανονικά σε όλη την επικράτεια πλήθος αγώνων και λειτουργούσαν στις περισσότερες πόλεις τα γυμνάσια και οι παλαίστρες, από την άλλη όμως η φυσική αγωγή είχε απωλέσει τον παιδευτικό της χαρακτήρα και οι αγώνες είχαν αποσυνδεθεί από την ελληνική θρησκεία. Η παιδεία που έλαβε ο Ιουλιανός του επέτρεψε να γνωρίζει τη θέση της άθλησης στον αρχαίο ελληνικό κόσμο και με εφόδιο την παιδεία αποπειράθηκε να την αποκαταστήσει.

3.2. ΟΙ ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΙ ΚΑΙ ΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ

Γενικά

Ο Ιουλιανός ήταν κατά το ήμισυ, τουλάχιστον, Έλληνας καθώς η μητέρα του Βασιλίνα ήταν Ελληνίδα. Από την άποψη όμως της παιδείας που έλαβε ήταν καθ’ ολοκληρίαν Έλληνας, αφού οι παιδαγωγοί του, με εξαίρεση τους χριστιανούς επισκόπους που είχαν αναλάβει την εκπαίδευσή του στην παιδική του ηλικία, τον δίδαξαν τα ελληνικά πρότυπα ζωής, τη φιλοσοφία και τις θρησκευτικές αντιλήψεις. Ο ίδιος, ως ρωμαίος πολίτης δεν έβρισκε σε αυτό κάποια αντίφαση αφού θεωρούσε: “Άλλωστε, οι Ρωμαίοι όχι μόνο ανήκουν στο γένος των Ελλήνων, αλλά και οι ιεροί θεσμοί και οι θρησκευτικές αντιλήψεις που ίδρυσαν και φυλάσσουν είναι από την αρχή μέχρι το τέλος Ελληνικοί. Επιπλέον, η πολιτική τους οργάνωση δεν είναι διόλου κατώτερη από οποιουδήποτε άλλου σωστά κυβερνημένου κράτους, ίσως είναι ανώτερη μάλιστα όλων όσες έχουν εφαρμοστεί ποτέ. Γι’ αυτό τον λόγο λοιπόν, θεωρώ πως κι ο ίδιος ο Ήλιος αναγνώρισε την πολιτεία μας Ελληνική, τόσο στην καταγωγή όσο και στο πολίτευμα”.

Η ελληνική παιδεία που έλαβε ο Ιουλιανός όπως ήταν λογικό επηρέασε τη στάση και τις απόψεις του και καθόρισε τις ενέργειες του σε πολλά ζητήματα όπως και σχετικά με την σωματική άσκηση και τους αθλητικούς αγώνες. Η αναγκαστική χριστιανική παιδεία που έλαβε από εντεταλμένους από τον Κωνστάντιο επισκόπους, όπως ο Ευσέβιος, ο Γεώργιος και ο Αέτιος οδήγησαν τον Λιβάνιο να περιγράψει την στάση που επέδειξε ο Ιουλιανός προς αυτήν ως εξής: “Ο Αίσωπος θα μπορούσε να είχε συνθέσει εδώ έναν μύθο όχι ενός γαϊδάρου μέσα σε μια λεόντη αλλά ενός λιονταριού μέσα σε ένα γαϊδουροτόμαρο: διότι παρότι ήξερε ποιο ήταν το σωστό να γνωρίζει, προσποιούνταν γνώση αυτών που ήταν ασφαλέστερο να ξέρει”. Ο Ιουλιανός έλαβε από τους άλλους παιδαγωγούς του μέχρι την ηλικία που κλήθηκε να αναλάβει διοικητικά καθήκοντα, μια εκπαίδευση που του προσπόρισε όλα τα απαραίτητα στοιχεία που επηρέασαν και τη στάση του απέναντι στον αθλητισμό. Από τον παιδαγωγό τον Μαρδόνιο και την διδασκαλία του Ομήρου και του Ησιόδου, προσέλαβε τα πρώτα του πρότυπα σωματικής ικανότητας και η μελέτη της ιστορίας αργότερα τον βοήθησε να συνθέσει το δικό του πλήρες σωματικό πρότυπο που είχε, σε συνάρτηση και με την εξέλιξη των προτύπων της εποχής, περισσότερο στρατιωτικές ικανότητες παρά καθαρώς αθλητικές. Η μελέτη της φιλοσοφίας, στη συνέχεια, κοντά σε μεγάλους εθνικούς φιλοσόφους της εποχής, όπως ο Λιβάνιος, ο Αιδέσιος, ο Ευσέβιος ο Μύνδιος, ο Χρυσάνθιος ο Σαρδιανός και ο Μάξιμος, τον έφεραν σε επαφή με τις απόψεις της ελληνικής φιλοσοφίας τόσο του παρελθόντος όσο και με τα σύγχρονα του φιλοσοφικά ρεύματα, τον Νεοπλατωνισμό, τον Κυνισμό, και άλλα, και φυσικά και με τις θέσεις τους για το σώμα, την αξία της φροντίδας του και της άσκησής του στην σκληραγωγία ως μέσου υποταγής του στην ψυχή όχι όμως υποβιβασμού και απαξίωσής του.

Η γνωριμία του με το Ελληνικό πνεύμα και η επιλογή στην οποία κατέληξε, να γίνει αγγελιοφόρος και υποστηρικτής του, τον οδήγησε και στην αποδοχή, μέριμνα και υποστήριξη όλων εκείνων των θεσμών που αποτελούσαν μέρος του ελληνικού πολιτισμού, όπως οι αθλητικοί αγώνες και κυρίως οι γυμνικοί που ήταν συνδεδεμένοι με τη λατρεία των Θεών. Θεουργοί παιδαγωγοί του τον μύησαν στις ιερές τελετές, όπως ο Νεστόριος και ο Πρίσκος, και ο Ιουλιανός έδειξε έκτοτε μεγάλο σεβασμό στις τελετές αυτές καθώς και στα συνδεόμενα μεταξύ τους γεγονότα, που όλα υπηρετούσαν την ευσέβεια προς τους Θεούς, όπως και οι γυμνικοί αγώνες. Σύμφωνα με τα παραπάνω η ελληνική παιδεία που έλαβε από τους διδασκάλους και τη μελέτη των βιβλίων ο Ιουλιανός επηρέασε με θετικό τρόπο την στάση του απέναντι στη φυσική αγωγή και τους αθλητικούς αγώνες, και είναι σημαντικό να αναφερθούν εν συντομία οι παιδαγωγοί και το περιεχόμενο των σπουδών που έλαβε ο αυτοκράτορας. Τι λέει όμως ο ίδιος ο Ιουλιανός για τους δασκάλους του;

Σε μια και μόνη αναφορά του ο Ιουλιανός χωράει όλο το περιεχόμενο της εκπαίδευσης που έλαβε από μικρό παιδί καθώς και τους διδασκάλους του που θεωρεί σημαντικούς: ” … δεν είχες, όπως εγώ, την ευτυχία, να βρεις δάσκαλο (τον Μαρδόνιο) για τη μελέτη των ποιητών, όπως τούτος εδώ ο φιλόσοφος. Γιατί σ’ αυτόν το χρωστώ που πλησίασα τη φιλοσοφία και μετά μυήθηκα από έναν άνθρωπο που θεωρώ τον σπουδαιότερο (τον Μάξιμο) της εποχής μας. Αυτός μου έμαθε πρώτα απ’ όλα πώς να ζω τίμια και να πιστεύω πως οι Θεοί είναι οι βάση όλων των αγαθών… Αυτός μου έμαθε να μην είμαι οξύθυμος και απότομος και προσπάθησε να με κάνει γνωστικότερο… Όσους άκουγα να παινεύει, έτρεχα να τους ακούσω, και διάβαζα τα βιβλία που παραδεχόταν. Έτσι, με την καθοδήγηση των δασκάλων μου, με τον φιλόσοφο που μου έδωσε τις πρώτες γνώσεις και με τον μεγάλο φιλόσοφο που με οδήγησε στη φιλοσοφία, παρ’ ότι λίγα πράγματα έμαθα γιατί με εμπόδιζαν οι άλλες ασχολίες, πήρα σωστό δρόμο, όχι τον συντομότερο που υποστηρίζεις εσύ, αλλά αυτόν που φτάνει κάποιος μετά από μεγάλο κύκλο”.

Οι σπουδές που έκανε ο Ιουλιανός μαζί με τη συστηματική μελέτη των έργων της αρχαίας ελληνικής γραμματείας αλλά και την ενόραση που στα παιδικά του χρόνια είχε αντικαταστήσει την έλλειψη ερεθισμάτων, είναι “υπεύθυνες” για την κοσμοθεωρία που διαμόρφωσε και φυσικά και για τη στάση που τήρησε απέναντι στο θέμα της θρησκευτικής και παιδαγωγικής αξίας των γυμνικών αγώνων. Για την ενορατική μέθοδο εκπαίδευσης που ακολούθησε στη νεαρή του ηλικία λέει: “Από τα πρώτα μου χρόνια ο νους μου τόσο θαύμαζε το φως που φωτίζει τον ουρανό, που όχι μόνο ήθελα να ατενίζω τον ήλιο αλλά και αν ποτέ περπατούσα έξω κάποια ανέφελη και καθαρή νύχτα, ξέχναγα τα πάντα και μ’ απορροφούσε η ομορφιά του ουρανού . δεν πρόσεχα ούτε αν μου έλεγε κάποιος κάτι αλλά ούτε και το τι έκανα εγώ ο ίδιος. Θεωρούσαν πως ήμουν υπερβολικά περίεργος γύρω απ’ αυτά τα θέματα και πως τους έδινα μεγάλη σημασία, κάποιος μάλιστα έφτασε να με θεωρήσει και αστρολόγο, σε ηλικία που τα γένια μου είχαν μόλις αρχίσει να φαίνονται. Παρόλο, που κανένα σχετικό βιβλίο δεν είχε πέσει ποτέ στα χέρια μου, κι ούτε γνώριζα καν τι ήταν τούτη η επιστήμη”.

Η διδασκαλία των παιδαγωγών του, η ενόραση και η μελέτη των βιβλίων, μαζί με την εμπειρία της σύντομης αλλά έντονης ζωής του αποτελούν τις πηγές της κοσμοθεωρίας του, όπου σε αυτήν θέση έχει και η άσκηση του σώματος.

3.1.1. ΟΙ ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΙ ΤΗΣ ΠΑΙΔΙΚΗΣ ΗΛΙΚΙΑΣ ΤΟΥ  ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ

Ο πρώτος παιδαγωγός, που για πολύ μικρό χρονικό διάστημα, γνώρισε ο Ιουλιανός ήταν ο έμπιστος επίσκοπος της αυλής του Κωνστάντιου και συγγενής του Ιουλιανού από τη μητέρα του, Ευσέβιος. Επί ένα έτος δίδαξε τον Ιουλιανό τις Γραφές και προσπάθησε να τον εμποτίσει με χριστιανικό πνεύμα στον τόπο εξορίας του στη Νικομήδεια. Ακολούθως, ο Ευσέβιος πήγε στην πρωτεύουσα όπου χρίστηκε επίσκοπος Κωνσταντινούπολης.

Ο επτάχρονος Ιουλιανός παραδόθηκε στον παιδαγωγό της νεκρής μητέρας του Βασιλίνας, τον Μαρδόνιο. Ο Μαρδόνιος ήταν ευνούχος γοτθικής καταγωγής, ο οποίος είχε εκπαιδευτεί ως παιδαγωγός από τον παππού του Ιουλιανού. Όταν ο Ιουλιανός στο έργο του “Αντιοχικός ή Μισοπώγων” αποδίδει σκυθική καταγωγή στον Μαρδόνιο χρησιμοποιεί ενσυνείδητα ένα στερεότυπο: απευθυνόμενος στους υπερεκλεπτισμένους Αντιοχείς, την πολιτεία των οποίων βρίσκει ασύμβατη με κάθε έννοια ελληνικότητας, μιλά για έναν Σκύθη – την κατεξοχήν βάρβαρο – στον οποίο οφείλει την ελληνική του παιδεία: “Ήταν βάρβαρος … ήταν Σκύθης στην καταγωγή κι είχε το ίδιο όνομα με τον άνθρωπο που έπεισε τον Ξέρξη να εκστρατεύσει κατά της Ελλάδας. Επιπλέον, ήταν ένας ευνούχος … Τον είχε αναθρέψει ο παππούς μου για να διδάξει τα ποιήματα του Ομήρου και του Ησιόδου στη μητέρα μου… Από τότε, κάνοντάς με να πιστέψω στις αρχές του, με πήγαινε στο σχολείο από τον ίσιο δρόμο”. Ο Μαρδόνιος εισήγαγε τον μαθητή του Ιουλιανό στο ομηρικό σύμπαν μεταδίδοντάς του συγχρόνως τη δική του θρησκευτική ευλάβεια γι’ αυτό. Στα ώριμα του χρόνια ο Ιουλιανός ανακαλούσε με νοσταλγία τις παροτρύνσεις του παιδαγωγού του να απέχει από τα θέατρα και τις ιπποδρομίες και να ανατρέχει στις περιγραφές που δίνει για τα θεάματα αυτά ο Όμηρος. Σε πολλές περιπτώσεις στα κείμενα του ο Ιουλιανός εκφράζει την αποστροφή του για τα δημοφιλή θεάματα της εποχής του, τις θηριομαχίες, τις αρματοδρομίες, τις ιπποδρομίες, το θέατρο, την παντομίμα και άλλα. Ως διορατικός πολιτικός ηγέτης παρακολουθούσε κάποια από αυτά, όσα ήταν απαραίτητο, και τα ευνοούσε οικονομικώς, όμως δεν του άρεσαν. Οι βάσεις αυτής της στάσης του βρίσκονται στις διδαχές του Μαρδονίου. Εκεί βρίσκονται και τα ιδανικά της απλότητας και της σεμνότητας, όπως και η αδιαφορία προς τις εγκόσμιες ηδονές και η περιφρόνηση για τις τιμές που συνοδεύουν αξιώματα και κοινωνική θέση: “Εμένα, όμως, ο δάσκαλός μου με μάθαινε να κοιτάζω στη γη, όταν πήγαινα στο σχολείο”. Την στάση αυτή χωρίς όμως ακρότητες, όπως τον προειδοποιούσε ο Μαρδόνιος, ο Ιουλιανός τήρησε σε όλη του τη ζωή. Η Π. Αθανασιάδη λέει γι’ αυτά τα ιδανικά: “Οι μακροπρόθεσμες επιπτώσεις της ανατροφής του Ιουλιανού είναι ανιχνεύσιμες στην “ανάρμοστη για βασιλέα συμπεριφορά του”. Το ιδεώδες της ομηρικής απλότητας ρίζωσε στη συνείδησή του και του υπαγόρευσε μια “δημοκρατική”, όπως χαρακτηρίστηκε από νεότερους μελετητές, στάση που έρχεται σε έντονη αντίφαση με τις αρχές της αυτοκρατορικής θεολογίας που θεμελίωσε και διακήρυξε ο ίδιος ο Ιουλιανός… Στη βάση της “ασεβούς” στάσης του είναι ευδιάκριτη η επίδραση του Μαρδόνιου. Ακόμα πιο σημαντικό είναι να διευκρινιστεί η ταυτότητα του Ομήρου που γοήτευσε τον Μαρδόνιο και τον Ιουλιανό. Δεν πρόκειται για τον “νέο Όμηρο” των Νέοπλατωνικών, τον κατεξοχήν θεολόγο και μυσταγωγό της Ύστερης Αρχαιότητας, αλλά για τον “κλασικό” Όμηρο, τον παιδαγωγό της αρχαίας Ελλάδας”.

Σύμφωνα με το ισχύον παιδαγωγικό σύστημα, ο Μαρδόνιος άρχισε να μυεί τον μαθητή του στον Όμηρο και τον Ησίοδο, ζητώντας του να αποστηθίσει εκτενή αποσπάσματα κι επιμένοντας στη γραμματική, συντακτική και υφολογική ανάλυση των κειμένων. Από τα ομηρικά έπη με την εκπαιδευτική καθοδήγηση του Μαρδόνιου ο Ιουλιανός άντλησε τα πολεμικά και αθλητικά πρότυπα των θεών και ηρώων με τα οποία συνέθεσε το προσωπικό του πρότυπο, το οποίο και ακολούθησε πιστά. Επίσης, η καθοδήγηση του Μαρδόνιου τον απομάκρυνε από τα ακαλαίσθητα και αιματηρά θεάματα της εποχής του που είχαν περισσότερο ρωμαϊκό χαρακτήρα αλλά ήταν πέρα και έξω από αθλητικό ιδεώδες και σε αυτήν πάλι οφείλεται η σεμνή και λιτή εμφάνιση και παρουσιαστικό του.

Το 342μ.Χ. ο Κωνστάντιος εξορίζει τον Ιουλιανό και τον αδελφό του Γάλλο στο φρούριο Μάκελλον στην Καππαδοκία όπου περνάνε τα επόμενα έξι χρόνια. Εκεί την εκπαίδευση του Ιουλιανού αναλαμβάνει ο επίσκοπος Καππαδοκίας Γεώργιος. Κοντά του απέκτησε λεπτομερή γνώση του χριστιανικού δόγματος που διαφαίνεται στο “Κατά Γαλιλαίων” σύγγραμμά του, πουθενά όμως στο έργο του δεν αναγνωρίζει τον Γεώργιο ως δάσκαλό του. Η μοναδική αναφορά σ’ αυτό οφείλεται στην επιθυμία του να κληρονομήσει τη σημαντική βιβλιοθήκη του μετά τη δολοφονία του στην Αλεξάνδρεια στις 24 Δεκεμβρίου 361μ.Χ.

Σε αυτή τη πρώϊμη φάση ο Ιουλιανός δεν είχε καν ανακαλύψει την ύπαρξη της φιλοσοφίας. Ούτε ένθερμος οπαδός ούτε συνειδητός εχθρός του χριστιανισμού ήταν, ψηλαφούσε για την αλήθεια . και ο τρόπος με τον οποίο προσελάμβανε τις παραστάσεις και τα νοήματα που αργότερα θα ενσωματώνονταν στο θρησκευτικό του πιστεύω ήταν τόσο αποσπασματικός και συγκεχυμένος που τον κρατούσε μακριά από τη συνείδηση του ασυμβίβαστου ανάμεσα στον χριστιανισμό και τον ελληνισμό. Αυτό που διαφαίνεται μέσα απ’ τη μαρτυρία του ίδιου είναι πως στον θρησκευτικό τομέα ο Ιουλιανός ακολούθησε μια σχετικά ευθύγραμμη, αν και ανηφορική πορεία, ώσπου στα είκοσί του χρόνια του δόθηκε η χάρη μιας ουσιαστικής και τυπικής μαζί μύησης στα μυστήρια της πνευματικής ζωής.

3.1.2. ΟΙ ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΙ ΤΗΣ ΝΕΑΝΙΚΗΣ ΗΛΙΚΙΑΣ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ

Το 348μ.Χ. ο Ιουλιανός επέστρεψε στη γενέτειρά του Κωνσταντινούπολη. Στην πρωτεύουσα, ο Ιουλιανός επιδόθηκε στη σπουδή της ρητορικής κοντά στον εθνικό Νικοκλή και τον χριστιανό Εκηβόλιο. Ο πρώτος, που ο Λιβάνιος χαρακτηρίζει ως “τ`ο τ~ων ] Ελλήνων {οφελος” κι ακόμα ως “]ιερέα δικαιοσύνης κα`ι ]ηγεμόνα παιδείας” ήταν χαρισματικός δάσκαλος με βαθιά μόρφωση και ηθικό σθένος. Ενώ ο Νικοκλής μυούσε τον Ιουλιανό στην αλληγορική ερμηνεία του Ομήρου, φέρνοντας τον με αυτόν τον τρόπο επικίνδυνα κοντά στα δόγματα των Νεοπλατωνικών: “ε[ιδώς ε{ιπερ τις, τ~ης ] Ομ~ηρου γνώμης τ`α [απόρρητα κα`ι σύμπαντος γε το~υ περί τ`ον | Ομηρον χορο~υ”, ο Εκηβόλιος του δίδασκε ρητορική. Οι πηγές του σαρκάζουν ως χαμαιλέοντα όμως από τους ανθρώπους του κύκλου του Ιουλιανού ο Εκηβόλιος δεν ήταν το μοναδικό παράδειγμα μιας τέτοιας μετέωρης στάσης. Τέτοιοι ήταν ο Πηγάσιος, επίσκοπος Ιλίου επί Κωνσταντίου και στη συνέχεια μέλος του Ιουλιάνειου εθνικού κλήρου. Ο Συνέσιος, επίσκοπος Κυρήνης, ο Θεμίστιος, επίσημος πανηγυριστής των αυτοκρατόρων από τον Κωνστάντιο ως τον Θεοδόσιο και ο στιχουργός Παλλαδάς. Ο διφορούμενος τρόπος του Εκηβόλιου και η ρηχότητα της επιστήμης του δεν ενθουσίασαν τον Ιουλιανό.

Το 351μ.Χ. επιλέγεται για δεύτερη φορά η Νικομήδεια ως κατοικία του, όπου βρισκόταν εκείνη την εποχή ο διάσημος ρήτορας Λιβάνιος και οι αυστηρές εντολές που είχε λάβει ο Ιουλιανός να μην παρακολουθήσει τις διαλέξεις του τον ώθησαν να βρει “]αμυδροτέραν ]οδόν”: δωροδοκώντας έναν ακροατή του Λιβάνιου, αποκτούσε αντίγραφα των σημειώσεων από τις διαλέξεις του. Η Νικομήδεια σηματοδότησε την αποφασιστική καμπή στην παιδεία του Ιουλιανού. Εκεί, στα είκοσί του χρόνια, ήρθε για πρώτη φορά σ’ επαφή με τα φιλοσοφικά ρεύματα του καιρού του και συνειδητοποίησε που θα έπρεπε ν’ αναζητήσει τη σωτηρία της ψυχής του. “Ένας σπινθήρας μαντικής ήταν κρυμμένος στη Νικομήδεια, έχοντας μόλις διαφύγει την προσοχή των ασεβών”. Για τους μαθητές του Ιάμβλιχου η μαντική δεν ήταν μια απλή τεχνική. Ήταν ένα θεόσταλτο δώρο, μια αρετή εγγενής στη προφητική ψυχή που δεν επέτρεπε μόνο την πρόβλεψη των μελλοντικών, αλλά σε ένα τελικό στάδιο επέφερε την ένωση της καθαρμένης ψυχής με το θείο. Αν ο Ιάμβλιχος δίδασκε και ασκούσε τα απόκρυφα, η θεωρία και η πράξη βασιζόταν πάνω σε απαραβίαστους ηθικούς κανόνες. Ο κατεξοχήν δάσκαλος του Ιουλιανού, ο Μάξιμος δεν φαίνεται να συνέλαβε την καθοριστική σημασία αυτής της πειθαρχίας. Άλλοι πάλι δάσκαλοι του Ιουλιανού και μαθητές του Ιάμβλιχου, όπως ο Αιδέσιος, που έστησε σχολή στην Πέργαμο, προτίμησαν την κληροδοτημένη από τον Πλωτίνο, οδό της νηφάλιας νοητικής ανάβασης.

Ακολουθώντας τη φήμη του Αιδέσιου, ο Ιουλιανός ξεκίνησε για την Πέργαμο. Αυτή ήταν η πρώτη γνωριμία του με το θρησκευτικό κίνημα που σφράγισε την προσωπικότητα του και η ανταπόκρισή του ήταν άμεση. Ο Αιδέσιος του είπε να παρακολουθήσει τα μαθήματα του Ευσεβίου του Μύνδιου και του Χρυσάνθιου του Σαρδιανού. Οι δύο άντρες είχαν συμπληρωματικό τρόπο σκέψης. Ο Ευσέβιος ήταν οπαδός της διαλεκτικής φιλοσοφίας, πιστεύοντας ακράδαντα στην παντοδυναμία του λόγου, ενώ ο Χρυσάνθιος ήταν πλασμένος στην ιαμβλίχεια μήτρα, με πάθος για τη θεουργία και τη μαντική. Σε αυτόν και στον Μάξιμο, που έσπευσε να συναντήσει ο Ιουλιανός στην Έφεσο, οφείλει ο αυτοκράτορας το κατοπινό του εγχείρημα να οργανώσει έναν εθνικό κλήρο με μοχλό τον φιλόσοφο ιερέα πάνω στο ιαμβλίχειο πρότυπο του “επιστήμονος θεουργού”. Στην εθνική εκκλησία των αρχών της δεκαετίας του 360μ.Χ. ο Χρυσάνθιος κατέλαβε τον σημαντικότερο αρχιερατικό θώκο στην αυτοκρατορία, ενώ ο Μάξιμος, ανέλαβε το αξίωμα του “καθηγεμόνος”, του οδηγού δηλαδή του αυτοκράτορα και μεγάλου ποντίφηκα σε πνευματικά ζητήματα.

Όπως οι περισσότεροι σύγχρονοι του Νεοπλατωνικοί, ο Μάξιμος διέθετε άρτια διαλεκτική κατάρτιση και λογική δεινότητα. Ο Μάξιμος όμως δεν διακρινόταν για τη σεμνότητα και ανιδιοτέλειά του. Η εγγενής του κομπορρημοσύνη και η γενικότερη τάση του προς την επίδειξη άρχισαν, από τη στιγμή που οι συνθήκες ευνόησαν τέτοια συμπεριφορά, να εκδηλώνονται με τρόπο αλαζονικό. Ο Λιβάνιος παρομοιάζει τον Μάξιμο με τον σοφό παιδαγωγό του Αχιλλέα Φοίνικα, ενώ για να περιγράψει τη σωτήρια επίδρασή του στον Ιουλιανό επιλέγει έναν καίριο όρο από το φιλοσοφικό λεξιλόγιο της Ύστερης Αρχαιότητας: για τον μαθητή του ο Μάξιμος υπήρξε “]ο τ~ης γνώμης [ιατρός”. Τέλος, ο Αμμιανός περιγράφει τον Μάξιμο: “ένας σπουδαίος φιλόσοφος, φημισμένος για την πολυμάθειά του, στον οποίο ο αυτοκράτορας Ιουλιανός οφείλει την εκπληκτική του ευρυμάθεια”.

Αυτός ήταν ο άνθρωπος που μύησε τον Ιουλιανό στα νεοπλατωνικά μυστήρια. Το 351μ.Χ. προέβει στο αποφασιστικό βήμα μιας πρώτης μύησης στα μυστήρια του Μίθρα, ενέργεια που δεν ήταν καθόλου ασύμβατη με την πλατωνική του πίστη. Στο έργο του ο Ιουλιανός αποδίδει στο Θεό Μίθρα δύο ρήσεις που συνοψίζουν το θρησκευτικό μήνυμα του Μιθραϊσμού: ο αγώνας για ηθική και πνευματική βελτίωση είναι στενά συνυφασμένος με τη θητεία του πιστού στην κοινωνία των συνανθρώπων του. Η Π. Αθανασιάδη λέει για τον Μιθραϊσμό του Ιουλιανού: “Πέρα από την ικανότητα να μοιράζεται με άλλους ενδιαφέροντα και χαρές, ήταν προικισμένος με φύση ιδιαίτερα γενναιόδωρη που αποζητούσε ευκαιρίες για να εξωτερικεύσει τα αποθέματα αγάπης που

έφερνε και να τα μετουσιώσει σε αφοσίωση. Κι ήταν ακριβώς αυτή του η γενναιοδωρία που σε συνδυασμό με την μιθραϊκή του πίστη, μεταμόρφωσε τον Ιουλιανό σε πρότυπο καλού ηγεμόνα. Περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη σύγχρονη θρησκεία, ο Μιθραϊσμός χαρακτηριζόταν από έναν άκαμπτο ηθικό κώδικα με συγκεκριμένες εντολές για την κάθε κατηγορία πιστών. Στην περίπτωση του Ιουλιανού, ο Θεός τον είχε ορίσει να λατρεύει το Θείο, να είναι αφοσιωμένος στους φίλους του, φιλάνθρωπος προς τους υπηκόους του και σε κάθε περίσταση να μπορεί να εγείρεται πάνω από προσωπικές επιθυμίες και πάθη”. Εκτός από τα μυστήρια του Μίθρα, ο Ιουλιανός μυείται στα μυστήρια της Μεγάλης Μητρός στην Πεσσινούντα στις αρχές της δεκαετίας του 350μ.Χ.

Οι δραστηριότητες του στη Μικρά Ασία και η μακρά απουσία του από τη Νικομήδεια το 351μ.Χ. επέσυραν τις υποψίες της αυλής και ο Ιουλιανός κατέφυγε στην πρώτη από μια σειρά εσκεμμένα παραπλανητικές ενέργειες: έγινε αναγνώστης στην εκκλησία της Νικομήδειας. Ο αδελφός του Γάλλος, καίσαρας με έδρα την Αντιόχεια έστειλε στη Βιθυνία τον αιρεσιάρχη Αέτιο με την εντολή να διερευνήσει την πίστη του Ιουλιανού. Ως γνήσιος πλατωνικός τόσο στο θεωρητικό όσο και στο μεθοδολογικό πεδίο, ο Αέτιος διακρινόταν για τις αυστηρά μονοθεϊστικές του αντιλήψεις και για τη διαλεκτική του δεινότητα. Φρόντισε να επισκέπτεται τον Ιουλιανό σε τακτά διαστήματα και επιστρέφοντας

στην Αντιόχεια διαβεβαίωνε τον καίσαρα για τη γνησιότητα της χριστιανικής πίστης του αδελφού του. Μια από τις πρώτες πράξεις του Ιουλιανού όταν ανέβηκε στο θρόνο ήταν να τον καλέσει στην αυλή.

Στην Αθήνα

Στις αρχές του 355μ.Χ. ο Ιουλιανός κλήθηκε στο Μιλάνο και τέθηκε υπό περιορισμό σε κάποιο κοντινό προάστιο. Η Ευσεβία πέτυχε, για λογαριασμό του σπουδές στην Αθήνα όπου έφθασε το καλοκαίρι του 355μ.Χ. Εκεί παρακολούθησε τις παραδόσεις του χριστιανού σοφιστή Προαιρέσιου, που του έκανε τέτοια εντύπωση ώστε όταν ως αυτοκράτορας απαγόρευσε στους χριστιανούς να διδάσκουν τα κλασικά γράμματα, εξαίρεσε τον Προαιρέσιο από το μέτρο, εκείνος όμως αποποιήθηκε την προνομιακή μεταχείριση.

Ο Ιουλιανός συνδέθηκε επίσης με τον κύριο ανταγωνιστή του Προαιρεσίου στη ρητορική σκηνή της Αθήνας, τον Βιθυνό Ιμέριο. Πεθερός του τελευταίου ήταν ο Νικαγόρας, μέλος του οίκου του Μινουκιανού που είχε για αιώνες διακριθεί για τη τριπλή ενασχόληση των εκπροσώπων της με τα ελευσίνια μυστήρια, τη φιλοσοφία και τη διοίκηση της πόλης σε επαρχιακό επίπεδο. Οι Νεοπλατωνικοί δάσκαλοι του Ιουλιανού είχαν στενούς πνευματικούς δεσμούς με τον “θειότατον τ~ων ]ιεροφαντ~ων” και η επιθυμία για μύηση του στα ελευσίνια μυστήρια είχε εξαφθεί. Η μύηση του τελικά στα μεγάλα μυστήρια πραγματοποιείται το φθινόπωρο του 355μ.Χ. υπό την καθοδήγηση του ιεροφάντη Νεστόριου, ένθερμου και αυτού οπαδού του ιαμβλίχειου Νεοπλατωνισμού και κατόχου της θεωρίας και της πράξης των χαλδαϊκών τελετών. Στον φιλοσοφικό ακόμη αυτό κύκλο συγκαταλέγονταν και ο θεουργός Πρίσκος. Ο κρυψίνους και βαθυγνώμων Πρίσκος, ήταν όσο και ο Μάξιμος η ενσάρκωση του ιαμβλιχείου προτύπου θεουργικής επιστήμης. “Έχοντας μετουσιώσει τις γνώσεις μιας φιλοσοφικής παιδείας σε έμπρακτη σοφία, ο Πρίσκος την αντιμετώπιζε ως θρησκευτικό απόρρητο και κατέβαλλε ζηλότυπες προσπάθειες ώστε τα μυστήρια και τα δόγματα να μην φτάσουν ποτέ ως τις αμύητες ακοές”. Ο Ιουλιανός, μόλις το επέτρεψαν οι συνθήκες, κάλεσε κοντά του τον Νεστόριο όπως και τον Πρίσκο, τις αρετές του οποίου ύμνησε σε στίχους και σε πεζό λόγο. Ο Νεστόριος κατέβαλε προσπάθειες για την αναβίωση της πλατωνικής ακαδημίας, ως του κατεξοχήν θεσμού ιαμβλίχειας μυσταγωγίας στον ρωμαϊκό κόσμο. Εκείνοι που, για περισσότερο από έναν αιώνα, στήριξαν το θεσμό και εξασφάλισαν την πλήρη ανάκαμψη του, είτε με την άμεση συμμετοχή του ως διάδοχοι (Πλούταρχος και Αρχιάδας) είτε με την ηθική, πνευματική και υλική τους συμπαράσταση (Ασκληπιγένεια η Πρεσβύτερη και η Νεότερη), ήταν κατευθείαν απόγονοι και των δύο φύλων του ιεροφάντη Νεστόριου.

Φίλοι του ακόμη στην Αθήνα που αναδείχθηκαν σε στενούς συνεργάτες ήταν ο Ιμέριος και ο Κέλσος. Όλοι οι παραπάνω, διδάσκαλοι, συμμαθητές και φίλοι του Ιουλιανού συνέβαλαν στις σπουδές του που διακόπηκαν απότομα το φθινόπωρο του 355μ.Χ. όταν ο Ιουλιανός ανακλήθηκε στο Μιλάνο για να ανακηρυχθεί λίγο αργότερα στις 6 Νοεμβρίου του 355μ.Χ. σε καίσαρα και να αποδυθεί έκτοτε ως την ανάληψη της διοίκησης της αυτοκρατορίας σε έναν αγώνα σκληρό για την αποκατάσταση των συνόρων της επικράτειάς του. Το διάστημα αυτό διατηρούσε αλ-ληλογραφία με τους διδασκάλους και τους φίλους του, ενώ άμεση σχέση είχε μόνο με τον Γαλάτη συνεργάτη του Σατορνίνο Σαλούστιο Σεκούνδο στον οποίο είχε βρει ένα υποκατάστατο του δασκάλου του Μάξιμου. Ο Σαλούσιος είχε πλατιά ρητορική και φιλοσοφική παιδεία, βαθύ αίσθημα καθήκοντος και πάθος για τη δικαιοσύνη και μεταξύ αυτού και του νεαρού Καίσαρα αναπτύχθηκε μια φιλία με έντονο παιδευτικό χαρακτήρα, κι αυτός είναι ο λόγος που τον εντάσσουμε στους διδασκάλους του Ιουλιανού. Ο Λιβάνιος, που προτιμά μια καθαρά παιδευτική αναλογία, λέει ότι ο Σαλούστιος ήταν ο Φοίνιξ του Αχιλλέα – Σαλούστιου.

Τέλος, την εκπαίδευση πλέον του Ιουλιανού αναλαμβάνουν οι αχώριστοι φίλοι του, τα βιβλία. Μελετώντας τα απομνημονεύματα του Καίσαρα και τους βίους του Πλουτάρχου στη Βιέννα, ο Ιουλιανός διδάσκεται και ενισχύει την αυτοπεποίθησή του. Η θέση του για την αξία του βιβλίου ως πιστού συντρόφου και διδασκάλου δια βίου είναι αξιοσημείωτη.

3.1.3. ΟΙ ΑΠΟΨΕΙΣ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

Οι απόψεις του Ιουλιανού για τη δημόσια παιδεία βρίσκονται συγκεντρωμένες σε δύο επιστολές του που απευθύνει με την μορφή εγκυκλίου προς τους καθηγητές. Στην πρώτη που αποστέλλει προς τους καθηγητές στις 17 Ιουνίου του 362μ.Χ. περιγράφει τη διαδικασία της επιλογής των δασκάλων για τα σχολεία των πόλεων με τρόπο που αποδεικνύει τη σημασία που αποδίδει στη σωστή αξιολόγηση: “Θα πρέπει, αφού πρώτα κριθεί ικανός από την τάξη των αυλικών, να λάβει από αυτούς μια απόφαση που θα ληφθεί με τη σύμφωνη γνώμη των αρίστων. Η απόφαση αυτή θα διαβιβαστεί σε μένα για να την μελετήσω, ώστε η δική μας ετυμηγορία να αυξήσει το κύρος των εκλεγμένων που θα εργαστούν στα σχολεία των πόλεων”. Και δίνει τις γενικές γραμμές της επιλογής: “Πρέπει οι δάσκαλοι του σχολείου και οι καθηγητές να διακρίνονται κατ’ αρχάς για το ήθος τους και δεύτερον για την ευγλωττία τους”.

Το σημαντικότερο όμως κείμενο του σχετικά με τα θέματα παιδείας είναι η ονομασθείσα από τους φιλολόγους επιστολή του προς τους καθηγητές: “Έδικτο περί Παιδείας”. Σε αυτήν υποχρεώνει τους δασκάλους να επιλέξουν: “… ανάμεσα στο να πάψουν να διδάσκουν ό,τι δεν θεωρούν σοβαρό ή προκειμένου να εξακολουθήσουν τη διδασκαλία τους, να κηρύξουν πρώτα απ’ όλα στους μαθητές τους πως ούτε ο Όμηρος ούτε ο Ησίοδος ούτε κανένας απ’ όσους ερμηνεύουν … μπορούν να κατηγορηθούν για ασέβεια, τρέλα και πλάνη ως προς τους θεούς”. Και εξηγεί την απόφασή του που πλήττει τους χριστιανούς καθηγητές που δίδασκαν την αρχαία ελληνική γραμματεία, με την εξής συλλογιστική: “Είναι ανάγκη λοιπόν, όλοι εκείνοι που θέλουν να επαγγέλλονται τον δάσκαλο, να είναι ειλικρινείς στους τρόπους και να μη φέρουν στην ψυχή τους δοξασίες ασυμβίβαστες με το δημό-σιο λειτούργημά τους. Τέτοιοι, πιστεύω, έπρεπε να ήταν όλοι όσοι έρχονται με λόγια σε επαφή με τους νέους και εξηγούν τα αρχαία συγγράμματα, είτε διδάσκουν τη ρητορική είτε τη γραμματική- είτε το κυριότερο- τη σοφιστική. Οι τελευταίοι κυρίως θέλουν να είναι δάσκαλοι όχι μόνο λέξεων αλλά και ηθικής, και διατείνονται πως έχουν ειδικότητα στην πολιτική φιλοσοφία”. Και καθορίζοντας έτσι τις προϋποθέσεις της άσκησης του επαγγέλματος του καθηγητή ανοίγεις τις πύλες της εκπαίδευσης σε όλους: “Κανένας νέος που θέλει να φοιτήσει δεν αποκλείεται. Δεν θα ήταν δίκαιο να αποκλείσω την καλύτερη οδό σε παιδιά που δεν γνωρίζουν ακόμη ποια κατεύθυνση να πάρουν, επειδή φοβάμαι μήπως τα κάνω να ακολουθήσουν τα πάτρια χωρίς την ελευθερία επιλογής τους, αν και θα ήταν δίκαιο όπως τους τρελούς, έτσι κι αυτούς να τους θεραπεύσει κάποιος χωρίς τη θέλησή τους. Εγώ όμως έχω τη γνώμη πως πρέπει κανείς να διδάσκει και όχι να τιμωρεί τους ανόητους”.

Τη μέριμνά του για συγκεκριμένους τομείς της εκπαίδευσης, όπως η μουσική εκπαίδευση, που άπτεται και των αρμοδιοτήτων του ως ανωτάτου αρχιερέως στην περίπτωση της ιερής μουσικής, εκφράζει με τις οδηγίες για το θέμα που απευθύνει “Προς τον Εκδίκιο, έπαρχο Αιγύπτου”: “Είναι σωστό περισσότερο από κάθε άλλο να ασχοληθεί κάποιος με την ιερή μουσική. Διάλεξε λοιπόν από τον λαό της Αλεξάνδρειας εκατό νέους καλών οικογενειών και δώσε διαταγή να χορηγούνται μια φορά το μήνα δύο αρτάβες σίτου στον καθένα και επίσης λάδι και κρασί. Ρούχα θα τους χορηγήσουν οι προϊστάμενοι του ταμείου. Προς το παρόν ας φροντίζουν όλοι για τη φωνή τους και ας έχουν υπόψη τους πως, αν ορισμένοι κατορθώσουν να υψωθούν ως την κορυφή της επιστήμης τους, θα τους επιφυλαχτούν μεγάλες αμοιβές κι από εμένα για τους κόπους τους… Φρόντισε επίσης να αφοσιωθούν με περισσότερο ζήλο στην τέχνη τους οι σημερινοί μαθητές του μουσικού Διοσκόρου κι εμείς είμαστε πρόθυμοι να τους βοηθήσουμε σε ό,τι θέλουν”.

3.1.4. Η ΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

Οι διδάσκαλοι του και τα βιβλία είναι οι δύο φορείς της γνώσης που έλαβε ο Ιουλιανός. Και εάν και δεν του ήταν δυνατόν να επικοινωνεί πάντοτε με τους αγαπημένους δασκάλους και καθοδηγητές του, εντούτοις φρόντιζε πάντοτε, και υπό τις δυσκολότερες συνθήκες, να διατηρεί την επαφή του με το απόσταγμα της γνώσης της εποχής του μέσω των βιβλίων. Την αγάπη για το βιβλίο ομολογεί στον Εκδίκιο έπαρχο της Αιγύπτου: “Άλλοι αγαπούν τα άλογα, άλλοι τα πουλιά και άλλοι τα θηρία . εγώ όμως, από μικρό παιδί, είχα τον σφοδρό πόθο ν’ αποκτήσω βιβλία” και με περηφάνια τονίζει ότι ο πόθος του εκπληρώθηκε αν και όπως ομολογεί η ανάγνωσή τους δεν τον προετοίμασε για τα ήθη της Αντιόχειας: “Γιατί στη δική μου ανοησία οφείλεται που δεν αντιλήφθηκα απ’ την αρχή τα ήθη τούτης της πόλης, κι αυτό ενώ είμαι βέβαιος ότι έχω ξεφυλλίσει τόσα βιβλία όσα κανένας άλλος στην ηλικία μου”.

Και σε έναν ύμνο για την αξία του βιβλίου εξηγεί τους λόγους της εκτίμησης που του τρέφει: “… τα βιβλία αποτελούν θαυμάσιο σχολείο ηθικής . γνωρίζεις από κει τους διάσημους άντρες, τα λόγια τους, τις πράξεις τους . είναι σαν τα πρωτότυπα έργα τέχνης που κοιτάζει ο καλλιτέχνης για να συντονίσει τη σκέψη εκείνων με τη δική του και να αφομοιώσει τα λόγια τους. Κι αν δεν απομακρυνθούμε πολύ και πετύχουμε κάποια ομοιότητα, το όφελος πρέπει να ξέρετε, δεν είναι καθόλου ευκαταφρόνητο. Με τούτη τη σκέψη συχνά μέσ’ στο μυαλό μου βρίσκω μια διασκέδαση πνευματική”. Ακόμη και στις αντίξοες συνθήκες για την ανάγνωση βιβλίων, όπως οι πολεμικές εκστρατείες, ο Ιουλιανός: “… πάντα παίρνω μαζί μου βιβλία, σαν απαραίτητο εφόδιο. Αλλά παίρνω τόσα όσα μου επιτρέπουν οι περιστάσεις”. Κάποιες φορές τα βιβλία που μπορεί να έχει μαζί του είναι: “Εκτός από τον Όμηρο και τον Πλάτωνα, δεν έχω μαζί μου κανένα βιβλίο, ούτε φιλοσοφικό ούτε ρητορικό ούτε εγχειρίδιο γραμματικής, ούτε καν ένα κοινό τόμο ιστορίας. Και αυτά που έχω μοιάζουν με φυλαχτά και “χαϊμαλιά”, γιατί είναι πάντα δεμένα”.

Όταν όμως έχει τον χρόνο και το επιτρέπουν οι συνθήκες καταβάλλει κάθε προσπάθεια για τον εμπλουτισμό της προσωπικής του βιβλιοθήκης: “Η βιβλιοθήκη του Γεωργίου ήταν πολύ μεγάλη και αξιόλογη και είχε κάθε είδους έργα φιλοσόφων, πολλών σχολιαστών, επίσης μεταξύ τους ήταν πολλά και διάφορα βιβλία Γαλιλαίων. Φρόντισε, όλη τούτη τη βιβλιοθήκη να τη βρεις και να τη στείλεις στην Αντιόχεια. Όσοι δίνουν την υπόνοια ότι έκλεψαν κάποια βιβλία, φρόντισε να τους αναγκάσεις να τα παραδώσουν όλα, καταφεύγοντας σε κάθε είδους έλεγχο, σε κάθε είδους όρκο και κυρίως βασάνιζε τους δούλους, αν δεν μπορείς να τους πείσεις”. Για την ίδια αυτή βιβλιοθήκη των παιδικών του χρόνων απευθύνει κι άλλη επιστολή με οδηγίες για την ανεύρεση της: “Κάνε μου λοιπόν μια προσωπική χάρη: φρόντισε να βρεθούν τα βιβλία του Γεωργίου. Από τα βιβλία του πολλά ήταν φιλοσοφικά, πολλά ρητορικά και πολλά σχετικά με τη θεωρία των ασεβών Γαλιλαίων… Πάρε οδηγό των αναζητήσεών σου τον γραμματέα του Γεωργίου και πες του πως, αν ερευνήσει με τιμιότητα, θα αποκτήσει ως αμοιβή την ελευθερία του. Αν αντίθετα κάνει το παραμικρό παράπτωμα γύρω απ’ αυτά, θα υποστεί τη δοκιμασία των βασανιστηρίων. Εγώ τα ξέρω τα βιβλία του Γεωργίου, αν όχι όλα πάντως πολλά. Όταν βρισκόμουν στην Καππαδοκία, μου έδωσε μερικά να τα αντιγράψω και κατόπιν τα πήρε πίσω”. Τα βιβλία στάθηκαν πιστοί σύμβουλοι του Ιουλιανού σε όλη τη σύντομη ζωή του.

ΟΙ ΣΠΟΥΔΕΣ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ

ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΑ

 

 

ΣΠΟΥΔΩΝ

ΤΟΠΟΣ

ΣΠΟΥΔΩΝ

ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ
337-338μ.Χ. ΝΙΚΟΜΗΔΕΙΑ ΕΥΣΕΒΙΟΣ

(Επίσκοπος Κων/λης)

ΓΡΑΦΕΣ
338-342μ.Χ. ΝΙΚΟΜΗΔΕΙΑ ΜΑΡΔΟΝΙΟΣ ΟΜΗΡΟΣ

ΗΣΙΟΔΟΣ

342-348μ.Χ. ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑ ΓΕΩΡΓΙΟΣ

(Επίσκοπος Καππαδοκίας)

ΔΟΓΜΑ
348-351μ.Χ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙ-ΝΟΥΠΟΛΗ ΝΙΚΟΚΛΗΣ

ΕΚΗΒΟΛΙΟΣ

ΑΛΛΗΓΟΡΙΚΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΟΜΗΡΟΥ

ΡΗΤΟΡΙΚΗ

351-355μ.Χ. ΝΙΚΟΜΗΔΕΙΑ ΛΙΒΑΝΙΟΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ
ΠΕΡΓΑΜΟΣ ΑΙΔΕΣΙΟΣ ΝΕΠΛΑΤΩΝΙΣΜΟΣ

ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ:

ΙΑΜΒΛΙΧΟΥ -ΠΛΩΤΙΝΟΥ

ΕΥΣΕΒΙΟΣ ΜΥΝΔΙΟΣ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ
ΧΡΥΣΑΝΘΙΟΣ ΣΑΡΔΙΑΝΟΣ ΘΕΟΥΡΓΙΑ- ΜΑΝΤΙΚΗ
ΕΦΕΣΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ ΘΕΟΥΡΓΙΑ

ΜΥΗΣΗ ΣΤΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΤΟΥ ΜΙΘΡΑ

ΠΕΣΣΙΝΟΥΝΤΑ ΜΥΗΣΗ ΣΤΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ
ΝΙΚΟΜΗΔΕΙΑ ΑΕΤΙΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ
ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΑ

ΣΠΟΥΔΩΝ

ΤΟΠΟΣ

ΣΠΟΥΔΩΝ

ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΣ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ
355μ.Χ. ΑΘΗΝΑ ΠΡΟΑΙΡΕΣΙΟΣ ΡΗΤΟΡΙΚΗ
ΙΜΕΡΙΟΣ ΡΗΤΟΡΙΚΗ
ΝΙΚΑΓΟΡΑΣ ΙΕΡΟΦΑΝΤΗΣ ΕΛΕΥΣΙΝΩΝ ΜΥΣΤΗΡΙΩΝ
ΝΕΣΤΟΡΙΟΣ ΙΕΡΟΦΑΝΤΗΣ

ΜΥΗΣΗ ΣΤΑ ΜΕΓΑΛΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ

ΠΡΙΣΚΟΣ ΘΕΟΥΡΓΙΚΗ ΕΠΙΣΤΗΜΗ
355-361μ.Χ. ΒΙΕΝΝΑ ΒΙΒΛΙΑ:

ΚΑΙΣΑΡΑΣ: ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ

ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ: ΒΙΟΙ

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΕΥΣΕΒΕΙΑΣ

ΑΛΛΗΛΟΓΡΑΦΙΑ

ΓΑΛΑΤΙΑ ΣΑΤΟΡΝΙΝΟΣ ΣΑΛΟΥΣΤΙΟΣ ΦΙΛΙΑ ΜΕ ΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ

ΠΙΝΑΚΑΣ 4: ΟΙ ΣΠΟΥΔΕΣ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ (337-361μ.Χ.)

3.2. ΤΟ ΣΩΜΑΤΙΚΟ ΠΡΟΤΥΠΟ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ

Γενικά

Ο Ιουλιανός δεν ενστερνίζεται το σωματικό πρόσωπο κάποιου ήρωα ή αυτοκράτορα αυτούσιο και το ακολουθεί. Αντιθέτως, σε όλο το εύρος του έργου του προβληματίζεται και εξετάζει σχολαστικά και με αυστηρότητα πολλά πρότυπα και συνθέτει ένα εντελώς προσωπικό πρότυπο που όπως αποδεικνύεται και ακολουθεί. Τα πρότυπα από τα οποία αντλεί στοιχεία είναι οι ομηρικοί ήρωες, όπως ο Αχιλλέας και ο Οδυσσέας, οι Θεοί της Ελληνικής θρησκείας με έμφαση στον Ασκληπιό, οι μεγάλοι στρατηλάτες, όπως ο Μέγας Αλέξανδρος και ο Μάρκος Αυρήλιος, και οι φιλόσοφοι, όπως ο Διογένης. Σε όλες τις περιπτώσεις, με εξαίρεση αυτή των Θεών όπου το πρότυπο όταν επιλέγει να ταυτιστεί μαζί του το προσλαμβάνει λόγω ευσέβειας αυτούσιο, ο Ιουλιανός ασκεί κριτική στην προσωπικότητα του προτύπου απορρίπτοντας στοιχεία όπως ο οργίλος χαρακτήρας, η έλλειψη οίκτου και μεγαλοψυχίας (Αχιλλέας), η έπαρση, η αλαζονεία, η ασέβεια προς τους γονείς, η αχαριστία προς τους φίλους και η προσβολή προς τους θεούς (Μ. Αλέξανδρος), ενώ κρατάει από τα πρότυπα του μόνο τις θετικές πλευρές του χαρακτήρα τους. Θεωρεί δε ότι κανένα σωματικό πρότυπο δεν έχει αξία χωρίς να συνοδεύεται από πνευματικές ικανότητες και ψυχικά χαρίσματα.

Ο Ιουλιανός φαίνεται πως καταλήγει σε ένα πρότυπο που συνδυάζει πολεμικές ικανότητες όπως η ιππασία, η τοξοβολία, η οπλομαχία, το τρέξιμο κ.ά. ενώ παράλληλα έχει σκληραγωγημένο και ανθεκτικό σώμα ικανό να αντέξει στις κακουχίες και τις στερήσεις όπως αυτό του Κυνικού Διογένη. Οι μαρτυρίες για τον σκληραγωγημένο, υγιή και ρωμαλέο πολεμιστή Ιουλιανό δείχνουν ότι ανταποκρίθηκε στο πρότυπο που έθεσε.

3.2.1. Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΩΝ ΠΡΟΤΥΠΩΝ ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ

Ο Ηνίοχος

Ο Σ. Γιάτσης διαπιστώνει ότι οι αρματοδρομίες και το θέατρο αγαπήθηκαν πολύ από τους Βυζαντινούς ως μέσο ψυχαγωγίας. Καθώς μάλιστα τα δύο αυτά θεάματα απαλλάχτηκαν, κάτω από την επιρροή του Χριστιανισμού, από την αιματοχυσία και τις ειδωλολατρικές πρακτικές, αυτό ενθάρρυνε όχι μόνο τους αυτοκράτορες να παρέχουν το θέαμα στις πόλεις, αλλά συνέβαλε και στην ανοχή της εκκλησίας. Έτσι, σταδιακά και κυρίως μετά το 330μ.Χ. το είδωλο του μονομάχου και του ανθρωποκτόνου ηνιόχου αντικαταστάθηκε από τον ηνίοχο που, σε πολλές περιπτώσεις με την υποστήριξη του αυτοκράτορα και του οικείου δήμου, έφθανε να γίνει το πρόσωπο της δημόσιας ζωής. Και ο Σ. Γιάτσης καταγράφει έναν μεγάλο αριθμό Βυζαντινών αυτοκρατόρων, από τον Μεγάλο Κωνσταντίνο και μετά καθώς και τον Ιουλιανό που χρησιμοποίησαν τον ιππόδρομο με ποικίλους τρόπους, είτε ως χώρο αθλητικής επίδειξης (Θεόφιλος, Μιχαήλ Γ’, Κωνσταντίνος Θ’) ή στρατιωτικής (Νικηφόρος Β’ Φωκάς), είτε ως πεδίο επιβολής της εξουσίας τους και αντιπαράθεσης με τον λαό (Αναστάσιος Α’, Ιουστινιανός Α’, Φωκάς, Μαυρίκιος, Κωνσταντίνος Ε’, κ.ά.). Όλοι όμως φρόντισαν για τη λειτουργία του και τον εξωραϊσμό του ιπποδρόμου (Κωνσταντίνος Α’, Θεοδόσιος, κ.ά.).

Όπως και τα σωματικά πρότυπα του Ιουλιανού σε πολλές περιπτώσεις προέρχονται από τα Ομηρικά έπη και χρησιμοποιεί για να τα περιγράψει όρους από αυτά έτσι και οι εμπνευστές της Παλατινής Ανθολογίας παίρνουν όρους από την ίδια πηγή για να εκθειάσουν τους ηνιόχους της πρώιμης βυζαντινής περιόδου, όπου βασίλεψε και ο Ιουλιανός. Οι ικανότητες γενικά αναφέρονται στα επιδέξια χέρια, στην εξυπνάδα, στην ωραιότητα, στην νεότητα, στη δύναμη, στην αντοχή και “στο φως της ιπποδρομίας και στην αναλαμπή και στην τέχνη του θεάτρου”.

Ο Ιουλιανός επιλέγει, όπως φαίνεται και από τις ιδιότητες των ηρώων – προτύπων του, το γενικό πρότυπο του ηνιόχου για την τέχνη του οποίου γνωρίζει πολλά στοιχεία καθώς παρομοιάζει καταστάσεις της ζωής του με ενέργειες ηνιόχου, με πολλές λεπτομέρειες: “… βρέθηκα στην αμηχανία που θα ένιωθε ένας άνθρωπος τελείως άσχετος με την τέχνη του ηνιόχου, που είχε αρνηθεί μάλιστα να τη μάθει, και που τον υποχρεώνουν τώρα ν’ αναλάβει ένα από τα άρματα ενός καλού και έμπειρου αμαξηλάτη, που οδηγεί συγχρόνως πολλά άρματα, με δύο ή και με περισσότερα άλογα το καθένα. Εκείνος ξέρει και οδηγεί όλο το σύνολο με τόλμη φυσική και με δύναμη απίθανη, κρατά γερά στα χέρια του όλα τα ηνία, παρ’ όλο που στέκεται όρθιος μονάχα, στο ένα άρμα, πηδώντας από κάθισμα σε κάθισμα μόλις αντιληφθεί πως τα άλογα κουράστηκαν ή δεν υπακούνε. Κι αν υποθέσουμε πως, είτε γιατί δεν είναι γυμνασμένα, είτε γιατί δεν είναι υπάκουα, κάποιο από τα τέθριππα ξεφύγει εξαντλημένο από την κούραση ή και χωρίς να χάσει την ορμή του απεναντίας αρχίσει να τσινάει ή εκνευρισμένο από τους κόπους γίνει ακόμη πιο ατίθασο, δεν υπακούει, πεισμώνει, χτυπά τα πόδια, τότε αν τα άλογα δεν δουν τον οδηγό τους στη θέση του, ή τουλάχιστον κάποιον που να φορά τα ρούχα του αφηνιάζουν- τόσο τα ζώα αυτά είναι από τη φύση τους παράλογα που το αφεντικό τους για να τα δαμάσει, τους βάζει έναν οδηγό που να φορά τα ίδια ρούχα και να έχει την ίδια όψη με τον επιβλητικό και έμπειρο αμαξηλάτη. Αν τούτος πάλι ο αυτοσχέδιος οδηγός είναι άμυαλος και τελείως ανόητος, θ’ αρχίσει να τρέχει ανέμελα, παρασυρόμενος από τη φορεσιά του θαρρώντας πως έχει φτερά. Αλλά αν είναι λίγο έξυπνος και μετρημένος θα τον πιάσει μεγάλος φόβος “Μη σπάσει και το άρμα του και γκρεμιστεί κι ο ίδιος”, πράγμα που θα ήταν απώλεια για τον αμαξηλάτη και για τον απρόσεχτο αιτία ντροπής και συμφοράς. Τέτοιες σκέψεις τριγυρνούσαν μέρα νύ

χτα στο μυαλό μου” Ο διδάσκαλος του Ιουλιανού, Λιβάνιος παρομοιάζει το έθνος ως αδύναμο άλογο, το οποίο θα βελτιώσει η τέχνη του ηνιόχου – Ιουλιανού.

Το άλλο πρότυπο που είχε να επιλέξει ο Ιουλιανός και το οποίο στην εποχή του ανταγωνίζονταν το πρότυπο του ηνιόχου ήταν ο μοναχός. Ένα πρότυπο για το οποίο όλοι οι σύγχρονοι του εθνικοί φιλόσοφοι και συγγραφείς είχαν εντελώς αρνητική άποψη.

Ο Μοναχός

Τόσο η “θύραθεν” φιλοσοφία όσο και ο χριστιανισμός από διαφορετικούς δρόμους και προς διαφορετικές κατευθύνσεις είχαν προτείνει ένα ασκητικό πρότυπο. Ο P. Brown περιγράφει τα δύο ασκητικά πρότυπα που προτείνουν οι δύο αυτές θεωρήσεις της ζωής τον Πλωτίνο και τον Αντώνιο. Και οι δύο είχαν κάποια κοινά χαρακτηριστικά, ο Πλωτίνος “ζούσε σαν να ντρεπόταν που είχε γεννηθεί από ανθρώπινο σώμα” και ο Αντώνιος “κοκκίνιζε” κάθε φορά που έπρεπε να φάει. Και οι δύο προκαλούσαν θαυμασμό, επειδή είχαν αποκτήσει ένα σχεδόν “θεϊκό” έλεγχο του νου στο σώμα. Αλλά τα μέσα που είχε επιλέξει ο καθένας για τον ίδιο σκοπό ήταν εκ διαμέτρου αντίθετα. Για τον Πλωτίνο η αίσθηση του “άλλου κόσμου” ήταν απόρροια της παραδοσιακής κουλτούρας, η άσκηση στην κλασική φιλολογία και τη φιλοσοφία αποτελούσε τη βάση του ασκητισμού του ύστερου Ρωμαίου φιλοσόφου. Ο “θεϊκός” άνθρωπος του παγανισμού μπορούσε να προέλθει μόνο από λογίους που είχαν εκπαιδευτεί σύμφωνα με το πρότυπο ενός πολιτισμένου άρχοντα. Άνδρες όπως ο Αντώνιος θα άκουγαν προσεκτικά τις ριζοσπαστικές χριστιανικές διδαχές και θα αντιδρούσαν άμεσα ερχόμενοι σε πλήρη ρήξη με το περιβάλλον τους, που συνοψίζεται στον όρο αναχώρηση. Η εγκατάλειψη του πολιτισμένου κόσμου ήταν το απαραίτητο πρώτο βήμα στο νέο ασκητικό κίνημα με πρότυπο τον Αντώνιο.

Είναι εμφανές ότι ο Ιουλιανός προσέλαβε και από το ασκητικό πρότυπο, όπως έκανε και από κάθε άλλο πρότυπο (σύνολο αξιών ή πρόσωπο), τα στοιχεία εκείνα που ταίριαζαν στην παιδεία του. Έτσι από το ασκητικό πρότυπό του, μέσα από το έργο του δασκάλου του Πλωτίνου απέρριψε την αποστροφή προς το σώμα, το οποίο εκτιμούσε και φρόντιζε, ενώ “αναχώρησε” από την επίγεια κοσμική ζωή μόνο μέσα από την άσκηση στην κλασική φιλολογία και φιλοσοφία. Ο ίδιος, ως αυτοκράτορας, ζούσε με τον πιο έντονο τρόπο την πραγματική ζωή.

Από την άλλη πλευρά το ασκητικό πρότυπο του χριστιανισμού, του οποίου έκφραση της εποχής ήταν ο μοναχός, ερχόταν σε συνεχή και ευθεία αντίθεση με το έργο της ανόρθωσης της εθνικής θρησκείας που είχε αναλάβει ο Ιουλιανός. Μέρος αυτού του έργου ήταν και η ανόρθωση των αρχαίων ναών που για τους μοναχούς ήταν μια πηγή “μόλυνσης” του ποιμνίου τους και οχυρά του Διαβόλου. Τόσο το μίσος των μοναχών προς την εθνική θρησκεία όσο και η υπερβολή τους στη στάση τους απέναντι σε αξίες, όπως το σώμα, απέτρεψαν τον Ιουλιανό από την πρόσληψη στοιχείων του χριστιανικού ασκητικού ιδεώδους για την μεθοδική οικοδόμηση του εντελώς προσωπικού του πρότυπου ζωής. Την υπερβολή του ασκητικού κινήματος εκφράζει ο P. Brown ως εξής: “Το ασκητικό κίνημα απλώθηκε ταχύτατα ανάμεσα σε πληθυσμούς που διακατέχονταν από αυτό το νέο, θεμελιώδες άγχος: Ζώντας μια ζωή παρατεταμένης έντασης και αυταπάρνησης, ο μοναχός κέρδιζε το θαυμασμό για την ικανότητά του να προσλαμβάνει τη φρίκη της Δευτέρας Παρουσίας με το να την έχει επωμιστεί σε αυτή τη ζωή”. Ίσως μόνο στο θέμα της φιλανθρωπίας και της κοινωνικής δράσης σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης, ο Ιουλιανός να έλαβε “μαθήματα” που τα αξιοποίησε στις οδηγίες του προς τον εθνικό κλήρο. Για τους μοναχούς ο Ιουλιανός λέει: “Είναι και άλλοι που επιζητούν τις ερημιές αντί για τις πόλεις – αν και ο άνθρωπος είναι εκ φύσεως ζώο κοινωνικό και ήμερο- επειδή παρακινούνται από πονηρούς δαίμονες που τους οδηγούν στη μισανθρωπία” Παρόμοια αρνητική θέση για τους ερημίτες- μοναχούς παίρνει και ο Λιβάνιος. Λέει: “Δεν έπρεπε να κοιτά πώς θα αποκτήσει επιρροή (ο Κυνήγιος) σ’ αυτούς που λαθραία εγκαταλείπουν τη γεωργία και ισχυρίζονται πως συνομιλούν στα βουνά με το δημιουργό του σύμπαντος . α-

ντίθετα, έπρεπε να φροντίζει πως η βασιλεία σου (του Ιουλιανού) θα φανεί και ευγενική και αξιέπαινη σε όλους τους ανθρώπους”. Και αλλού λέει για τους ερημίτες: “… το βάρος των φόρων ερήμωσε τα χωράφια κι ήρθε να προστεθεί ένα ακόμη μεγαλύτερο κακό: οι ερημίτες που γέμισαν τις σπηλιές, πρότυπα σοβαρότητας, μόνο όσον αφορά τα ρούχα τους”.

Ο βιογράφος και θαυμαστής του Ιουλιανού, εθνικός Ευνάπιος απηχεί την αποστροφή όλων των ομοθρήσκων του απέναντι στην πιο συνηθισμένη μορφή του ασκητικού κινήματος της εποχής του (346μ.Χ. – 420μ.Χ.), τους φανατισμένους μοναχούς: “Αυτοί οι άνθρωποι, οχυρωμένοι πίσω από την οργή τους εναντίον των ιερών πέτρινων αγαλμάτων και ξοάνων, ξέσπασαν πάνω σε αυτά το θυμό τους, χωρίς και να μιλήσουν για πόλεμο … πολέμησαν τα αναθήματα, κερδίζοντας μια νίκη χωρίς αντιπάλους και αντιμαχίες … Έπειτα εισήγαγαν στους ιερούς τόπους τους λεγόμενους μοναχούς, ανθρώπους στην εμφάνιση, που ζούσαν όμως σαν γουρούνια, που ολοφάνερα πάθαιναν και έκαναν αναρίθμητα και ανεκδιήγητα κακά. Όμως, τούτο φαινόταν ευσεβές, η περιφρόνηση δηλαδή του θείου. Οποιοσδήποτε φορούσε τότε μαύρο ένδυμα και του άρεσε να φέρεται άπρεπα δημοσίως είχε τυραννική εξουσία. Σε τέτοιο σημείο αρετής έφτασε η ανθρωπότητα … Μερικοί ονομάζονταν μάρτυρες, διάκονοι και πρεσβευτές των παρακλήσεων προς τους Θεούς, ανδράποδα που πρόσφεραν κακές υπηρεσίες, καταχτυπημένοι από τα μαστίγια, που έφεραν πάνω στα είδωλά τους τις πληγές της εξαχρείωσης. Όμως η γη τέτοιους θεούς παρουσιάζει”. Ο Ευνάπιος που έζησε την περίοδο του διωγμού των εθνικών που ακολούθησε το θάνατο του Ιουλιανού θεωρεί τους μοναχούς ως εκείνους που “άνοιξε (η ασέβειά τους) σ’ εκείνον (τον Αλλάριχο) τις πύλες της Ελλάδος”. Οι εχθροί αυτοί του έργου της ζωής του Ιουλιανού δεν ήταν δυνατόν, αν και υπήρχαν τα κατεξοχήν γνήσια δείγματα του χριστιανικού ασκητισμού όπως ο Μέγας Βασίλειος, να παρέχουν μια οποιαδήποτε θετική εικόνα και ως εκ τούτου να συνεισφέρουν στην σύνθεση του συνολικού προτύπου ζωής του.

3.2.2. ΟΙ ΟΜΗΡΙΚΟΙ ΗΡΩΕΣ

Γενικά

Η πιο χαρακτηριστική αναφορά του Ιουλιανού στα ομηρικά πρότυπα σωματικής και πολεμικής ικανότητας βρίσκεται στο έργο του “Οι πράξεις του αυτοκράτορα ή περί Βασιλείας”. Στην αναφορά του αυτή ο Ιουλιανός με συστηματικό τρόπο παραθέτει τις ικανότητες διαφόρων ομηρικών ηρώων και τις κρίνει με αυστηρότητα για να επιλέξει αυτές που ταιριάζουν με τις ιδιότητες του Κωνστάντιου, στην πραγματικότητα όμως αυτές που επιθυμεί ο ίδιος να αποκτήσει και που συνθέτουν το προσωπικό του, εντελώς μοναδικό, πρότυπο σωματικής ικανότητας: “Ας αφήσουμε όμως τις υπερβολικές μικρολεπτομέρειες να τις υμνήσουν οι Ομηρίδες, κι ας κοιτάξουμε εμείς άλλα που είναι πιο κοντά στην αρετή, θέλω να πω τη δύναμη του κορμού και την εξάσκηση στα όπλα. Στο σημείο αυτό, ποιον τάχα απ’ όλους όσους ύμνησε η ομηρική Μούσα, θα θεωρήσουμε ανώτερο από σένα; Ο ποιητής αναφέρει τον τοξότη Πάνδαρο αλλά αυτός δεν είχε μπέσα, ήταν πρόθυμος να πουληθεί κι έπειτα το χέρι του δεν ήταν τόσο σταθερό και ήταν κακός οπλίτης. Βρίσκουμε μετά τον Τεύκρο και τον Μηριόνη. Αλλά απ’ αυτούς, ο ένας χτυπά με το τόξο του ένα περιστέρι, και ο άλλος μπορεί βέβαια να διακρίνεται στη μάχη, αλλά έχει πάντα ανάγκη να οχυρώνεται πίσω από κάποιο τείχος, και γι’ αυτό σκεπάζεται με την ασπίδα, και όχι πάλι τη δική του, παρά του αδερφού του . τότε μόνο χτυπά με άνεση τους εχθρούς, ο γελοιοδέστατος, που θέλει να κρύβεται πίσω από ένα ψηλότερο απ’ αυτόν και δεν καταφέρνει να σωθεί με τα ίδια του τα όπλα. Εγώ σ’ έχω δει εσένα, ω φίλε αυτοκράτορα, να σκοτώνεις αρκούδες, πάνθηρες και λιοντάρια, μονάχα με το τόξο σου, που το χρησιμοποιείς στο κυνήγι για διασκέδαση, ενώ στη μάχη φοράς ασπίδα, θώρακα και κράνος. Και δεν φοβάμαι να σε παραβάλω με τον Αχιλλέα που καμάρωνε για την αρματωσιά που του έδωσε ο Ήφαιστος και ήθελε να δοκιμάσει  πώς ταίριαζε στο σώμα του αν του πάει, κι αν τα μέλη του λεύτερα κουνούσε” γιατί οι δικές σου επιτυχίες δείχνουν την εμπειρία σου. Μα και στην ιππασία και στο τρέξιμο μήπως μπορούν να σου παραβγούν εκείνοι οι αρχαίοι που ήταν ξακουστοί με τ’ όνομα; Εξάλλου, η ιππασία δεν ήταν γνωστή τότε . τα άλογα τα μεταχειρίζονταν μόνο για να σέρνουν άρματα. Αλλά αν συγκρίνουμε μονάχα την ταχύτητα, πάλι θα έχουμε αμφιβολίες. Και ως προς τη διάταξη των δυνάμεων και το σχηματισμό της φάλαγγας; Σ’ αυτό ο Μενεσθέας φαίνεται πως είχε τα πρωτεία, αλλά αν λάβουμε υπόψη μας την ηλικία του, τότε ο ήρωας της Πύλου δεν πήγαινε πιο πίσω. Κι όμως οι εχθροί χάλασαν πολλές φορές τις γραμμές τους και δεν τα κατάφεραν να προφυλαχτούν ούτε πίσω από τα τείχη. Ενώ εσύ σε χίλιες μάχες με χίλιους εχθρούς, είτε ήταν πλήθος βαρβάρων, είτε κάπως λιγότεροι ξεσηκωμένοι Ρωμαίοι, ενωμένοι με εκείνον που ήθελε να σου αρπάξει την αρχή διατήρησης τη φάλαγγά σου άθικτη κι ούτε μια σπιθαμή γης δεν παραχώρησες.” Και ακολούθως, ο Ιουλιανός επικεντρώνεται στο πιο πλήρες πρότυπο σωματικής ικανότητας από τα έπη: τον Αχιλλέα.

Ο Αχιλλέας

Όπως είδαμε στο 3ο μέρος στο κεφάλαιο για τον αθλητισμό στα Ομηρικά έπη, ο ομηρικός αθλητής συγκέντρωνε στο πρόσωπό του δύναμη και ομορφιά συνδυαζόμενες όμως από νοητικές και ηθικές αρετές. Δύο δε από τους ήρωες των Ομηρικών επών ανταποκρίνονταν στο πρότυπο αυτό όντας εξαίρετοι πολεμιστές και αθλητές, ο Αχιλλέας και ο Οδυσσέας. Η μελέτη του Ομήρου προσπόρισε στον Ιουλιανό τα δύο αυτά πρότυπα τα οποία περιγράφονται σε κάθε λεπτομέρεια τους, αφού ο ποιητής τους περιγράφει να αγωνίζονται οι ίδιοι σε διάφορα αγωνίσματα, να αγωνοθετούν και να αθλοθετούν τα έπαθλα σε διάφορους αγώνες και προβάλλει τις εξαιρετικές σωματικές και νοητικές τους ικανότητες ως πολεμιστών αλλά και το ανδρικό τους κάλλος. Ήδη στα πρώτα γραπτά του Ιουλιανού, ο μετέπειτα αυτοκράτορας ταυτίζεται με τα πρότυπα του με έναν έμμεσο τρόπο απευθυνόμενος στον Κωνστάντιο και παρομοιάζοντας αυτόν ως ήρωα του Ομήρου, στην ουσία όμως προδιαγράφοντας τα δικά του πρότυπα. Στον λόγο του “Περί Βασιλείας” λέει: “Αν βγάλουμε μόνο τα ονόματα των ηρώων του Ομήρου και βάλουμε το όνομα του αυτοκράτορα, με τις αντίστοιχες προσαρμογές, οι στίχοι της Ιλιάδας θα ταιριάζουν τόσο στο δικό του εγκώμιο όσο και σ’ εκείνων”. Και με την ευκαιρία αυτής της παρομοίωσης εξαίρει τις αθλητικές τους ικανότητες: “Ποιους από τους Έλληνες ή από τους βαρβάρους ύμνησε περισσότερο ο Όμηρος; Θα σας διαβάσω εκείνους τους στίχους του που μας το λένε καλύτερα. “Όμως για πες μου Μούσα εσύ, ποιος τάχ’ απ’ τους Ατρείδες, απ’ τους πεζούς ή τους ιππείς ο γρήγορος ποιος ήταν; Ο Αίας ο παλικαράς, ο γιος του Τελαμώνα. Όσο ο Αχιλλέας έλειπε . μα σαν αυτόν κανένας” και παρακάτω για τον Τελαμώνα ιδού τι λέει: “Ο Αίας πρώτος σ’ ομορφιά και πρώτος στο κοντάρι από τους άλλους Δαναούς, εξόν του Αχιλλέα”. Ο Ιουλιανός εξαίρει επίσης και τις πολεμικές ικανότητες του Αχιλλέα, δεν κρύβει όμως κάποια δυσπιστία απέναντι στις πιθανές υπερβολές του Ομήρου και παραδέχεται ότι “Πάντοτε, όταν μιλά (ο Όμηρος) για τον Αχιλλέα, υπερβάλλει . οι στρατιώτες δίπλα του δεν είναι παρά απλοί θεατές, εκείνος είναι ο μόνος ακατανίκητος, κανένας δεν μπορεί να τα βάλει μαζί του, όλοι μπροστά του τρέπονται σε φυγή, στο άκουσμα και μόνο της φωνής του ή με το χέρι του που θα σηκώσει, ή με το βλέμμα που θα τους ρίξει… Αν πιστέψουμε λοιπόν, στο ποίημα, ο γιος του Πηλέα είναι καλός στρατιώτης . σκοτώνει είκοσι άντρες”. Εκτός όμως από την αμφισβήτηση της υπερβολής του Ομήρου αναφορικά με τις ικανότητες του Αχιλλέα, ο Ιουλιανός παίρνει και επικριτική θέση απέναντι στις ενέργειες του προτύπου του καθώς εκτιμάει ότι ο θυμός του βλάπτει τα συμφέροντα του συνόλου και καταλύει την ιεραρχία: “Συμβουλεύει (ο Όμηρος), συγχρόνως, τους στρατηγούς να μην εκνευρίζονται με την υπεροψία του βασιλιά (τον Αγαμέμνονα), αλλά ν’ ακούνε ψύχραιμα και ήρεμα τις παρατηρήσεις του ώστε να μην έχουν μετά τύψεις”. Και σε άλλο σημείο κατακρίνει το πάθος του θυμού που προκαλεί η φραστική προσβολή στον Αχιλλέα (όπως συνέβαινε και στα άλλα δύο πρότυπά του, τον Οδυσσέα και τον Μέγα Αλέξανδρο): “Γιατί το φιλότιμο είναι μεγάλο πάθος και νομίζω πως το συναίσθημα αυτό είναι κατά κάποιο τρόπο έμφυτο στις ευγενικές ψυχές”. Η έλλειψη μεγαλοψυχίας προς τους ηττημένους που δείχνει ο Αχιλλέας επίσης προκαλεί τον ανθρωπισμό του Ιουλιανού: “… ο οποίος (ο Κωνστάντιος) φάνηκε εδώ πιο γενναιόδωρος από το γιο της Θέτιδας. Γιατί εκείνος, όταν σκοτώθηκε ο Πάτροκλος, τους αιχμαλώτους δεν ήθελε πια να τους πουλήσει . παρά, καθώς εκείνοι τον ικέτευαν, φιλώντας τα γόνατά του, τους σκότωνε”. Παρά όμως, τις επιφυλάξεις και τις ενστάσεις του για τον χαρακτήρα του προτύπου του, πιστεύει ότι “η θεά τον δίδαξε” έτσι ώστε τελεί υπό θεϊκή καθοδήγηση.

Ο Λιβάνιος κάνει πολλές αναφορές στις ενέργειες και στάσεις του Αχιλλέα, με τον οποίο ταυτίζει άμεσα ή έμμεσα τον Ιουλιανό. Αναφέρεται στην ανδρεία του που ήταν απαραίτητη για την επικράτηση εναντίον των Τρώων αλλά και στα αποτελέσματα του θυμού του στις πολεμικές επιχειρήσεις των Ελλήνων. Ο Ιουλιανός όπως ομολογεί στο έργο του επιθυμούσε να ομοιάσει τον Αχιλλέα ως προς την ανδρεία, επέκρινε όμως την, βλαπτική για το καλό του συνόλου, οργή που επέδειξε στη διαμάχη του με τον Αγαμέμνονα. Ακόμη, ο Λιβάνιος μιλάει για την προστάτιδα τόσο του Αχιλλέα όσο και του Ιουλιανού, θεά Αθηνά, ενώ παρομοιάζει τον εαυτό του με τον γέρο σύμβουλο του Αχιλλέα καθώς οι συμπολίτες του, του ανέθεσαν την αποκατάσταση της σχέσης τους με τον Ιουλιανό. Τέλος, ο Λιβάνιος συγκρίνει τον τρόπο που πέθαναν οι δύο ηγέτες: “Γιατί πέθανε με δόλο, όπως ο Αχιλλέας, όμως δοξάζεται όπως εκείνος, για τα έργα που έκανε πριν πεθάνει”.

Ο Οδυσσέας

Ήδη, από την πρώτη του επιστολή, το “Εγκώμιο στον αυτοκράτορα Κωνστάντιον”, ο Ιουλιανός παρομοιάζοντας τον Κωνστάντιο με τον Οδυσσέα περιγράφει τις αρετές του άλλου του προτύπου που του χάρισε ο Όμηρος και του οποίου τα χαρακτηριστικά ταιριάζουν περισσότερο στον ίδιο: “Ο Όμηρος, θέλοντας να δώσει την καλύτερη εικόνα για την φρονιμάδα του Οδυσσέα, λέει ότι μπορούσε ν’ αφομοιώσει όλους τους χαρακτήρες και ότι είχε γνωρίσει τη νοοτροπία πολλών ανθρώπων, καθώς επισκεπτόταν τις πόλεις τους, έτσι ώστε να μπορεί να διαλέγει από παντού το καλύτερο και να είναι σε θέση να κουβεντιάζει με όλων των λογιών τους ανθρώπους. Παρ’ ότι του Οδυσσέα δεν του χρειαζόταν τόση πείρα για να διοικήσει μια χούφτα ανθρώπους, δεν μπορούσε ν’ ανατραφεί σε καλύβα, ούτε να παίζει, παριστάνοντας τον βασιλιά, όπως ο Κύρος, και να συναναστρέφεται τους συνομηλίκους του, καθώς λένε”. Και αν και στην επιστολή αυτή που γράφει περί τα τέλη του 356μ.Χ. ταυτίζεται εμμέσως με το πρότυπο του, στην επόμενη που απευθύνει στον εαυτό του για την απώλεια του Σαλούστιου (χειμώνας 356/357μ.Χ.) ταυτίζεται άμεσα με τον ήρωα: “Και μετά πάλι θυμήθηκα τους στίχους:

Απόμεινε μονάχος ο Οδυσσέας…

Όμοια μ’ αυτόν μοιάζω κι εγώ, από τότε που ο Θεός, σαν τον Έκτορα, σε πήγε μακριά απ’ τα βέλη που οι συκοφάντες τόσες φορές έριξαν πάνω σου, θέλοντας μάλλον εμένα να χτυπήσουν, γιατί ήξεραν πως ο μόνος τρόπος να το καταφέρουν ήταν να με στερήσουν απ’ τη συντροφιά του πιστού φίλου, του συμπολεμιστή, που είναι πάντα πρόθυμος να μου παρασταθεί αδίστακτα στους κινδύνους”. Και στον ίδιο λόγο εξηγεί διεξοδικά τους λόγους για τους οποίους τον διάλεξε και ο Θεός: “Μα δεν θα ήταν σωστό να παινεύουμε τους παλιούς ήρωες χωρίς να τους μιμούμαστε και να νομίζουμε πως ο Θεός που πρόθυμα τους βοήθησε, θα παραμελήσει τους σημερινούς ανθρώπους, όταν τους βλέπει να έχουν την ίδια αρετή που του άρεσε να βλέπει σ’ εκείνους. Γιατί φυσικά, δεν ήταν η σωματική ομορφιά που του άρεσε στον Οδυσσέα . γιατί τότε θα προτιμούσε τον Νηρέα . ούτε η δύναμη: οι Λαιστρυγόνες και οι Κύκλωπες ήταν αφάνταστα πιο δυνατοί. Ούτε ο πλούτος: γιατί η Τροία θα έμενε απόρθητη.

Μα πρέπει τάχα μόνοι μας να βρούμε γιατί λέει ο ποιητής πως ο Οδυσσέας ήταν ο Οδυσσέας ήταν ο αγαπημένος των Θεών; Το μαθαίνουμε απ’ τον ίδιο τον Όμηρο:

που ‘σαι δα τόσο γνωστικός, καλός κι ανοιχτομάτης

Φαίνεται ότι, αν έχουμε κι εμείς τις ίδιες αρετές, η θεία πρόνοια δεν θα μας εγκαταλείψει και σύμφωνα με τον χρησμό που δόθηκε παλιά στους Λακεδαιμονίους, είτε καλεσμένος είτε ακάλεστος, ο Θεός θα μας παρασταθεί”. Συνδέοντας και τους δύο Ομηρικούς ήρωες – πρότυπα του Ιουλιανού, ο Λιβάνιος παρομοιάζει τον Σαλούστιο, προς τον οποίο απευθύνεται η παραπάνω επιστολή, με τον διδάσκαλο του Αχιλλέα τον Φοίνικα: “Φοίνικα δ`ε [εξαιρ~ω το~υ λόγου, τοιγαρο~υν ε[υθύς [αφείλκετο”. Ο Ιουλιανός όμως από τους δύο ήρωες κλίνει μάλλον προς τον Οδυσσέα που αποτελεί εξάλλου και σύμβολο της νεοπλατωνικής φιλοσοφίας. Η Π. Αθανασιάδη λέει: “Οι ομηρικές αναφορές που διατρέχουν το κείμενο γίνονται τα μιλιάρια τόσο της ψυχικής οδύσσειας του Ιουλιανού, όσο και του μηνύματος που προσπαθεί να μεταδώσει. Ο Οδυσσέας που η ιαμβλίχεια αλληγοροποίηση είχε καθιερώσει ως τον κατεξοχήν νεοπλατωνικό ήρωα, αντιμάχεται με τη βοήθεια της Αθηνάς τα φαντάσματα του αισθητού κόσμου, ως τη στιγμή που η υπομονή, η πίστη και η επιμονή του ανταμείβονται με τη νόστο, την επάνοδο δηλαδή στην πνευματική πατρίδα που είναι απροσπέλαστη στα τέρατα της υλικότητας”. Η θέση και η κατάσταση στην οποία βρίσκεται ο αποκλεισμένος από τους φίλους και συνεργάτες του Καίσαρος Ιουλιανός στη Γαλατία μας εξηγεί τους λόγους και τις ελπίδες που εναποθέτει στην ταύτισή του με τον Οδυσσέα. Και στην περίπτωση του Οδυσσέα, όπως και του Αχιλλέα, ανεξαρτήτως εάν ο Ιουλιανός προτάσσει τα ψυχικά χαρίσματα των ηρώων του, εντούτοις όπως φαίνεται από τις συχνές αναφορές του και στα σωματικά χαρακτηριστικά και ικανότητες τους τις θεωρεί πολύ σημαντικές. Φυσικά, οι ικανότητες αυτές αξιολογούνται από τον Ιουλιανό πρωτίστως ως πολεμικές αρετές, απαραίτητες στις συνθήκες όπου ζει και για τη θέση που βρίσκεται. Το ύψος των ικανοτήτων των ηρώων του επιθυμεί να φθάσει και ο ίδιος μέσα από τη συστηματική εξάσκηση και την αποχή στις κακουχίες.

Ο Οδυσσέας προτείνεται, επίσης, από τον Ιουλιανό και ως πρότυπο σεβασμού προς τα ιερά και τις τελετές, των οποίων η σχέση με τους στενά συνδεόμενους με τη θρησκεία αγώνες είναι πολύ σημαντική. Στον “Αντιοχικό ή Μισοπώγων” λέει: “Οι σώφρονες, όμως, άνθρωποι, πρέπει να προσεύχονται με κοσμιότητα και να ζητούν την ευλογία των θεών σιωπηλά. Δεν ακούσατε ποτέ για τον νόμο του Ομήρου

ο καθένας σιγά μόνος του -,

ούτε πώς ο Οδυσσέας έκοψε την Ευρύκλεια, όταν εκείνη θαύμασε για τη μεγαλοσύνη του κατορθώματός του

Χαίρε στην καρδιά σου, γερόντισσα

συγκρατήσου και μη φωνάξεις”

Τέλος, ο Ιουλιανός εκφράζει το θαυμασμό του για τον Οδυσσέα και την αγάπη και πίστη που έδειξε στην Πηνελόπη: “Γιατί είναι αλήθεια πως από τις τόσες αρετές της Πηνελόπης, που κρίνω εγώ αξιέπαινες, εκείνη που θαυμάζω περισσότερο εί-

ναι ότι κατέκτησε σε τέτοιο βαθμό την αγάπη και την τρυφερότητα του άντρα της, ώστε εκείνος περιφρόνησε για χατίρι της άλλους γάμους θεϊκούς και απέρριψε τη συγγένεια με τον βασιλιά των Φαιάκων”. Τα λόγια της θεάς Αθηνάς στον Οδυσσέα πιστεύει ότι ισχύουν και για τον ίδιο και τα παραθέτει στην ίδια επιστολή: “Αν τα παρακάλια σου”, λέει η θεά στον Οδυσσέα, “βρουν ανταπόκριση… πάλι θα δεις μια μέρα τους φίλους σου και τους δικούς, και θα ξανάρθεις πάλι στο σπίτι τ’ αψηλοσκέπαστο της γονικής σου χώρας”.

Ο Ιουλιανός πιστός στα πρότυπα του, βρίσκει την ευκαιρία στα τέλη του 354π.Χ., να επισκεφθεί την Τρωάδα και τα ηρώα, τους τάφους και τους βωμούς του Έκτορα και του Αχιλλέα, όπως ομολογεί: “Όταν με κάλεσε ο μακαρίτης ο Κωνστάντιος στην Αυλή, αφού σηκώθηκα πρωί- πρωί, πέρα από την Τρωάδα. Έφτασα λοιπόν, στο Ίλιο την ώρα που η αγορά είναι γεμάτη, όπου ήρθε εκείνος να με προϋπαντήσει (ο Πηγάσιος). Θέλοντας να επισκεφτώ την πόλη (αυτό ήταν πρόσχημα για να πηγαίνω στα ιερά) μου χρησίμευσε ως οδηγός και με συνόδεψε παντού… Υπάρχει εκεί ηρώο του Έκτορα, όπου μέσα σε μικρό ναό είναι στημένο το χάλκινο άγαλμά του. Απέναντί του τοποθέτησαν τον μεγάλο Αχιλλέα στο ύπαιθρο”.

3.2.3. ΟΙ ΘΕΟΙ

Ο Ηρακλής

Στον Ολυμπιακό αθλητισμό, δηλαδή στον αθλητισμό που άνθισε στην μετά τον Όμηρο εποχή, όπου οι αγώνες τέθηκαν υπό την αιγίδα της θρησκείας ως ένας από τους σημαντικότερους προστάτες “αγώνιους” θεούς θεωρήθηκε ο Ηρακλής. Ο Θεός αυτός υπήρξε ο ίδιος αθλητής διαφόρων αγωνισμάτων, ιδρυτής και προστάτης πολλών και σπουδαίων αθλητικών διοργανώσεων σε όλη την Ελλάδα, αλλά και ικανότατος πολεμιστής. Όπως και στην περίπτωση των Ομηρικών προτύπων του (του Αχιλλέα και του Οδυσσέα) ο Ιουλιανός ομολογεί στο έργο του την ταύτιση του και με τον Ηρακλή εξηγεί όμως ότι και σε αυτήν την περίπτωση έλκεται από το πρότυπό του εξαιτίας των ψυχικών και νοητικών προτερημάτων του. Στην επιστολή τους “Προς τον φιλόσοφο Θεμίστιο” εκφράζει την πεποίθηση ότι: Λες ότι ο Θεός με έταξε στη θέση που πριν από εμένα κατείχαν ο Ηρακλής και ο Διόνυσος, που ήταν ταυτόχρονα φιλόσοφοι και βασιλείς κι εξάγνισαν όλη σχεδόν τη γη και τη θάλασσα από τα κακά που ήταν διάσπαρτα επάνω τους”, και εξηγεί την προτίμησή του, ανατρέχοντας και στην περίπτωση του Ηρακλή στα Ομηρικά έπη: “Εκτός αν αποκαλέσουμε αρχιτέκτονα, όπως το συνηθίζει ο Όμηρος, όταν μιλά στο ποίημά του για τον Ηρακλή:

“τον άνδρα με την ανώτατη γνώση στα μεγάλα έργα”

εκείνον που το αντιμετωπίζει όλα μόνος του με τον καλύτερο τρόπο”. Ο Ιουλιανός που γνωρίζει την παιδευτική αξία των μύθων, παίρνει όπως εξηγεί στον λόγο του Κατά του Κυνικού Ηρακλείου” τα στοιχεία εκείνα του ήρωα που του χρειάζονται για να κτίσει την κλίμακα των αξιών του, αφού: “Όταν οι μύθοι που αφορούν τους θεούς μας φαίνονται απίθανοι, είναι σαν να μας φωνάζουν, θα λέγαμε, και να μας δείχνουν ότι δεν πρέπει να τους πιστέψουμε κατά γράμμα, αλλά να ερευνήσουμε και ν’ ανακαλύψουμε το κρυμμένο νόημά τους” και με βάση τα παραπάνω εξηγεί τον μύθο της γέννησης και της ζωή του Ηρακλή και ερμηνεύει τους άθλους του ως επιτυχία του νου του και εύνοια των θεών: “Τι θα ήταν ακατόρθωτο για τον Ηρακλή; Ποιος δεν θα υπάκουε στο θείο και αμόλυντο σώμα του, εφόσον όλα τα στοιχεία που αναφέραμε πιο πάνω ήταν υποταγμένα στη δημιουργική και άξια δύναμη του αγνού και καθαρού μυαλού του; Αυτόν διάλεξε ο μεγάλος Δίας, για να τον κάνει, με τη βοήθεια της Πρόνοιας Αθηνάς, σωτήρα του κόσμου: τον είχε βάλει κάτω από την προστασία της θεάς, που πήγαζε ολόκληρη από την ίδια του την ύπαρξη… Για τούτα όμως, εύχομαι τουλάχιστον ο Ηρακλής να φανεί ευνοϊκός σ’ εμένα και σ’ εσάς!”.

Η ταύτιση του Ιουλιανού με τον Ηρακλή οφείλεται, κατά την Π. Αθανασιάδη, στην νεοπλατωνική θεολογία της εποχής του που θέλει τον Ηρακλή στο ρόλο μεσιτεύοντα να σώζει και να μυεί την οικουμένη χάρη στην επικουρία της Αθηνάς – Πρόνοιας, που είναι και η προσωπική προστάτιδα του Ιουλιανού. Στον παραπάνω δε μύθο που ερμηνεύει ο Ιουλιανός συνδέει τον Ηρακλή με τον ίδιο και τον Μίθρα, κεντρικό επεισόδιο του βίου του οποίου αποτελεί η πάλη με τον Ήλιο. Η τάξη που είχαν αποκαταστήσει στη γη ο Ηρακλής κι ο Μίθρας ως “μεσίτες” θεοί που θυσιάστηκαν για την ανθρωπότητα είχε διαταραχθεί από τους χριστιανούς κι αυτό υπογραμμίζει η “μυστική” ερμηνεία του επεισοδίου της χρυσής κύλικας του Ηρακλή που πραγματεύεται στον παραπάνω λόγο του ο Ιουλιανός: “Ο συγκερασμός ή και η ταύτιση όλων των “νοερών” θεών της Ύστερης Αρχαιότητας αποτελεί ένα από τα καίρια δόγματα του ιουλιάνειου συγκρητισμού. Σωτήρες, που εκπορεύονται από την άρρητη πρώτη αρχή κι ανήκουν στο διάμεσο ανάμεσα στο νοητό και τον αισθητό κόσμο, είναι οι κεντρικοί ήρωες μυστηρίων που ανοίγουν για τον πιστό τις πύλες του μεταφυσικού. Ο Ιάμβλιχος είχε μετατρέψει τον Νεοπλατωνισμό από μια φιλοσοφία με μυστικιστικές αποχρώσεις σε μυστηριακή θρησκεία με δρώμενα και είχε κατορθώσει να προβάλλει το δικό του σύστημα ως τη μοναδική εκδοχή της φιλοσοφικής σκέψης. Ο Ιουλιανός είδε με τη σειρά του, τον εαυτό του ως εκλαϊκευτή και απόστολο της διδασκαλίας του Ιάμβλιχου”.

Ο Λιβάνιος δείχνει εξαιρετική εκτίμηση στον ήρωα- θεό Ηρακλή στον οποίο (και στο γυιό αυτού τον Τριπτόλεμο) αποδίδει την ίδρυση της αγαπημένης του πόλης Αντιόχειας, η οποία και προς τιμήν του Θεού αρχικώς είχε ονομαστεί Ηράκλεια. Η μεγάλη δύναμη του ήρωα και τα υπερφυσικά του κατορθώματα για χάρη του ανθρωπίνου γένους τον οδηγούν να τον ταυτίσει σε αρκετές περιπτώσεις στο έργο του με τον Ιουλιανό. Έτσι, λέει ότι κανείς που βρίσκεται σε δουλεία δεν προσευχήθηκε για βοήθεια στον Ηρακλή, όσο αυτοί (οι εθνικοί υπήκοοί του) στον Ιουλιανό. Ότι οι αποστολές που ανέλαβε ο αυτοκράτορας απαιτούσαν Ηράκλεια δύναμη και αντοχή και τέλος, ότι και μόνο η επίκληση του ονόματος του Ιουλιανού, όπως και στην περίπτωση του Ηρακλή, ήταν αρκετή για τους υπηκόους για να αισθανθούν ασφάλεια και σιγουριά, ενώ με την ίδια σιγουριά μπορούσε κανείς να μιλήσει για την επιτυχία των άθλων του Ηρακλή πριν τους επιτελέσει ή τα πολεμικά κατορθώματα του Αχιλλέα πριν τα πράξει, όπως και για τα έργα του Ιουλιανού πριν τα ολοκληρώσει.

Ο Ασκληπιός

Ένας άλλος Θεός – πρότυπο για τον Ιουλιανό, με τον οποίο και οι σύγχρονοί του ταύτισαν για λόγους που θα εξηγηθούν παρακάτω, ήταν ο Ασκληπιός, θεός και προστάτης της ανθρώπινης υγείας και του ιατρικού επαγγέλματος. Ο Ιουλιανός θεωρεί τον Ασκληπιό ως “το σπουδαιότερο δώρο του Ήλιου και του Δία… ο Ζευς γέννησε ο ίδιος τον Ασκληπιό μεταξύ των νοητών θεών και του φανέρωσε στη γη με τη βοήθεια της γενεσιουργού δύναμης του Ήλιου”. Αλλού, με πιο απλό τρόπο αποδίδει τη γέννηση του Ασκληπιού απ’ ευθείας από τον Ήλιο και λόγω της πρόνοιας του: “ο Ήλιος προνόησε για την υγεία και τη σωτηρία των ανθρώπων με το να γεννήσει τον Ασκληπιό ως σωτήρα ολόκληρου του κόσμου”. Και ο Ιουλιανός που προορίζει τον εαυτό του, ως πολιτικός και θρησκευτικός αρχηγός της Ρω-

μαϊκής οικουμένης, για ένα παρόμοιο έργο, περιγράφει το διπλό καθήκον – δωρεά του προτύπου του στους ανθρώπους: “Δεν επισκέπτεται καθένα από μας χωριστά, επανορθώνει όμως ψυχές που είναι γεμάτες αμαρτίες και σώματα που είναι άρρωστα” και ακόμα: “Ο Ασκληπιός θεραπεύει τα σώματά μας και οι Μούσες με τη βοήθεια του Ασκληπιού και του Απόλλωνα και του λόγιου Ερμή εκπαιδεύουν τις ψυχές μας … Μαντεία του Ασκληπιού βρίσκονται σ’ όλη τη γη κι ο Θεός μας επιτρέπει να επωφελούμαστε από αυτά συνεχώς”, όπως, ο ίδιος ο Ιουλιανός: “Εμένα, τουλάχιστον, όταν ήμουν άρρωστος, ο Ασκληπιός πολλές φορές με θεράπευσε με τη χορήγηση φαρμάκων”.

Η προσφορά του Ασκληπιού προς τους “Έλληνες” αποτελεί και ένα από τα επιχειρήματα του Ιουλιανού για την ανωτερότητα της θρησκείας τους: “Αν λοιπόν, εμείς που δεν έχουμε παραδοθεί στο πνεύμα της αποστασίας, έχουμε σε καλύτερη κατάσταση τη ψυχή και το σώμα και τα έξω απ’ αυτά, για ποιο λόγο εσείς εγκαταλείπετε τη δική μας διδασκαλία και προχωρείτε στη διδασκαλία των άλλων;”. Πολυτιμότερο δώρο του Ασκληπιού στους Έλληνες, η ιατρική τέχνη: “Ποιο είδος ιατρικής τέχνης εμφανίστηκε ποτέ μεταξύ των Εβραίων, όπως εκείνο του Ιπποκράτη μεταξύ των Ελλήνων;” Την μεγάλη του εκτίμηση προς τους ασκούντες την ιατρική τέχνη ο Ιουλιανός τη δείχνει τόσο μέσα από τις συχνές αναφορές στο έργο του όσο και από την ευνοϊκή, προς τον ιατρικό κλάδο νομοθεσία του. Πιστεύει ότι: “Ένας γιατρός αξίζει όσο πολλοί άλλοι άνθρωποι”. Οι αρχίατροι μάλιστα ήταν δημόσιοι γιατροί που ήταν υποχρεωμένοι να θεραπεύουν δωρεάν τους φτωχούς και να παραδίδουν μαθήματα ιατρικής σε άπορους φοιτητές, συνεπώς επιτελούσαν μεγάλο κοινωνικό έργο και ο θαυμασμός που τους έτρεφε ο Ιουλιανός ήταν δικαιολογημένος. Ως ανώτατος πολιτικός άρχοντας μεριμνά για την υγεία των πολιτών και ως εκ τούτου πιστεύει ότι: “Η επιστήμη των Ιατρών προσφέρει τεράστιες υπηρεσίες για να δείξει πως είναι σωτήρια για τους ανθρώπους. Γι’ αυτό οι άνθρωποι που γνωρίζουν από φιλοσοφία δίκαια λένε πως η ιατρική προέρχεται από τον ουρανό (δηλαδή από τους θεούς). Διότι θεραπεύει την αδυναμία της φύσης μας και όλες τις ασθένειες που μας προσβάλλουν”. Και για τους παραπάνω λόγους διευκολύνει τους αρχίατρους: “διατάζουμε να ζείτε στο εξής (σεις οι γιατροί εννοώ) χωρίς να συμμετέχετε στα βουλευτικά λειτουργήματα”, αλλά και τους απαλλάσσει “από κάθε δημόσια εισφορά για το υπόλοιπο της ζωής σας”.

Με τον Ασκληπιό ταυτίζει τον Ιουλιανό και ο δάσκαλός του Λιβάνιος που τον θεωρεί πως ήταν για το σώμα του κόσμου μας, ότι ήταν στο μύθο ο Ασκληπιός για τον Ιππόλυτο”, δηλαδή ο αναβιωτής του. Και ο Λιβάνιος προσθέτει και τον Ηρακλή που λέγεται ότι ανέστησε μια γυναίκα, και θεωρεί πως ο Ιουλιανός έκανε το ίδιο για μια ολόκληρη πόλη.  Αναφορά στον Ασκληπιό κάνει επίσης ο Λιβάνιος και για τον ναό του – θεραπευτήριο που βρίσκονταν στην Κιλικία και ξαναέκτισε ο Ιουλιανός μετά την καταστροφή του από τον Μ. Κωνσταντίνο: “Και τώρα οι άνθρωποι που οι αρρώστιες τους χρειάζονται το χέρι του Ασκληπιού, οδηγούνται στην Κιλικία, όμως στέλνονται πίσω άπραγοι εξαιτίας των προσβολών που υπέφερε αυτός ο τόπος”. Στον ναό αυτό νοσηλεύτηκε και ο ίδιος ο Λιβάνιος το 367μ.Χ.

Ο βιογράφος του Ιουλιανού στο έργο του “Βίοι φιλοσόφων και σοφιστών”, διηγούμενος τον βίο του ιατρού και συνεργάτη του αυτοκράτορα, Ορειβάσιου για τον οποίο θεωρεί ότι: “… ήταν τόσο προικισμένος σε όλες τις αρετές, ώστε έκανε τον Ιουλιανό βασιλιά”, τον συνδέει με το κοινό τους πρότυπο Ασκληπιό: “Έφτασε στην κορυφή της ιατρικής, έχοντας ως πρότυπο τον θεό των προγόνων του, όσο βέβαια είναι δυνατό ένας άνθρωπος να μιμηθεί τον Θεό”. Την εκτίμηση του προς τον φίλο του έδειξε ο Ιουλιανός “… που είχε προβιβαστεί στο αξίωμα του Καίσαρα, τον πήρε μαζί του για να εξασκήσει την τέχνη του”. Ο Ευνάπιος κάνει επίσης μικρές αναφορές στη ζωή και το έργο κι άλλων ιατρών όπως ο Ζήνων, ο Μάγνος (γιατροί και ρήτορες), του Ιωνικού και του Θέωνα. Πρότυπο, λοιπόν, του Ιουλιανού ο Ασκληπιός και δικαιολογημένη και έμπρακτη η μέριμνα που έδειξε για την ιατρική τέχνη και τους λειτουργούς της. Πώς όμως οδηγήθη-

κε ο Ιουλιανός στην υιοθέτηση αυτού του προτύπου;

Η Π. Αθανασιάδη περιγράφει τη διαδικασία εκείνη που οδήγησε τους υποστηρικτές του Ιουλιανού και τον ίδιο να υιοθετήσουν το συγκεκριμένο πρότυπο: Ξεκινάει από την καίρια θέση της έννοιας της υγείας για τον ελληνισμό και καθώς ο αντικειμενικός σκοπός της εγκύκλιας παιδείας ήταν η ανάδειξη ανθρώπων σωματικά, κοινωνικά και πνευματικά υγιών, οποιαδήποτε παρέκκλιση από αυτόν τον κανόνα, είτε στη σφαίρα της κοινωνικής και πνευματικής ζωής είτε στο χώρο της πνευματικότητας, χαρακτηριζόταν ως “νόσος”. Στους αιώνες που χωρίζουν την κλασική από την υστερορωμαϊκή εποχή, αρκετά πράγματα άλλαξαν στο περιεχόμενο και στους στόχους της παιδείας, το σχήμα όμως υγεία – νόσος ως το βασικό παιδευτικό κριτήριο παρέμεινε σταθερό.

Οι χριστιανοί απολογητές διακήρυξαν ότι δέχονταν την κρατούσα ιδεολογία ως γλωσσικό ιδίωμα, αισθητικό φαινόμενο και τεχνική μεθοδολογικής επιχειρηματολογίας, αλλά απέρριπταν τον θρησκευτικό πυρήνα της, στον οποίο υποκαθιστούσαν τη δική τους αποκαλυπτική παράδοση. Για έναν συντηρητικό της εποχής, όπως ο Κέλσος, που δεν μπορούσε να διανοηθεί καν την δυνατότητα ενός τέτοιου διαχωρισμού, η επιλογή του χριστιανισμού ως οδού σωτηρίας από ανθρώπους που είχαν τύχει της ελληνικής παιδείας, ήταν ένα σίγουρο σύμπτωμα διανοητικής “νόσου”.

Οι άνθρωποι με ελληνική παιδεία άρχισαν να μιλούν για την ασθένεια του δικού τους κόσμου, για μια ψυχικά υπέργηρη γενιά. Η συνείδηση αυτή της κρίσης δεν συνοδευόταν από απόγνωση αλλά από την κλιμακούμενη προσδοκία της έλευσης ενός Μεσσία- θεραπευτή που, σαν δεύτερος Ασκληπιός, θα ‘ρχόταν να λυτρώσει την άρρωστη ανθρωπότητα από τα πνευματικά της δεινά. Αυτή ήταν η ψυχική κατάσταση πολλών ανθρώπων γύρω στο 360μ.Χ. Όταν λοιπόν, μέσα σ’ αυτό το κλίμα απόρριψης και αναμονής παρουσιάστηκε ο Ιουλιανός, χαιρετίστηκε ως ο νέος Θεός- Ασκληπιός που είχε έρθει για να σώσει την ανθρωπότητα από τον ηθικό θάνατο. “Μέσα από μιαν αμοιβαία διαδικασία υποβολής και αποδοχής, το θέμα του θεραπευτή κυριάρχησε τοσο πάνω στον Ιουλιανό, όσο και στους πανηγυριστές του, ώσπου όλο και περισσότερο, η πνευματική και ψυχική θεραπεία της ανθρωπότητας ταυτίστηκε με την κύρια όψη της πολιτικής του αποστολής τόσο στη δική του συνείδηση, όσο και στη δημόσια εικόνα του”.

Ο Ιουλιανός αντέταξε τον Ασκληπιό, τον φιλάνθρωπο Θεό που οι ίδιοι οι χριστιανοί αντιμετώπιζαν ως τον πιο επικίνδυνο ανταγωνιστή του Χριστού. Οι ομοιότητες ανάμεσα στους δύο θεανθρώπους ήταν κτυπητές: γιατρός των ψυχών και των σωμάτων, ο γιος του Απόλλωνα- Ήλιου ήταν, κατά την αντίληψη της Ύστερης Αρχαιότητας, απόρροια του πρώτου Θεού και σωτήρος του ανθρώπου με την πλήρη έννοια του όρου. Σ’ ολόκληρη τη διάρκεια της ελληνιστικής εποχής η δημοτικότητα του Ασκληπιού αυξανόταν σταθερά ώσπου έφτασε να αντιμετωπίζεται ως ο τελειώτατος μυσταγωγός. Η σύνδεσή του με τα ελευσίνια τον είχε αναγάγει στον κατεξοχήν μυστηριακό Θεό που άνοιγε στον πιστό το δρόμο του επέκεινα.

Η προβολή, τέλος, του Ασκληπιού από τον Ιουλιανό ως του κατεξοχήν Θεού- λόγου εξυπηρετούσε και πολιτικές σκοπιμότητες. Οι πανηγυριστές του εξακολουθούσαν να τον χαιρετίζουν ως τον σαρκωθέντα Ασκληπιό που έχει κατέλθει στη γη για να αναστήσει ολόκληρη την οικουμένη. Ο Ιουλιανός ανέλαβε να διακηρύξει τα επιτεύγματα ενός θνητού που είχε κερδίσει τη θέωση χάρη στη παιδεία του και στον φιλάνθρωπο τρόπο με τον οποίο την αξιοποίησε.

3.2.4. ΟΙ ΣΤΡΑΤΗΛΑΤΕΣ

Ο Μέγας Αλέξανδρος

Ένα άλλο πρότυπο του Ιουλιανού, όπως και όλων των Ρωμαίων αυτοκρατόρων, ήταν ο Μέγας Αλέξανδρος. Την κοινή πηγή των προτύπων και των δύο τους ομολογεί ο Ιουλιανός: “κοιμόταν έχοντας τα ποιήματα του Ομήρου κάτω από το προσκέφαλό του, για να έχει κοντά του νύχτα και μέρα, τις πολεμικές του συμβουλές” Ο Ιουλιανός βάζει ακόμη τον Μ. Αλέξανδρο, στο έργο του “Συμπόσιον ή Κρόνια” να συναγωνίζεται το κοινό τους πρότυπο Ηρακλή και να το θαυμάζει: “Μόνο τον πρόγονό μου τον Αχιλλέα θεωρώ αντίπαλο, αλλά τον Ηρακλή τον θαύμαζα πάντα και τον ακολουθούσα, όσο μπορεί ένας απλός θνητός ν’ ακολουθήσει τα ίχνη ενός θεού”.

Ο φιλόσοφος αυτοκράτορας και στην περίπτωση του Μ. Αλεξάνδρου, όπως και σ’ αυτήν των Ομηρικών προτύπων του Αχιλλέα και Οδυσσέα, στέκεται με αυστηρή κριτική διάθεση απέναντι στα ψυχικά ελαττώματα του στρατηλάτη και προσλαμβάνει από την προσωπικότητα του τελευταίου μόνο τις αναμφισβήτητες πολεμικές αρετές του και το ψυχικό του σθένος: “είναι τόσο ανώτερος απ’ όλους σε ψυχικό σθένος, κι επιπλέον ξεπερνά τόσο πολύ τον πατέρα του με τις στρατηγικές του ικανότητες, την ανδρεία και τις άλλες αρετές του, που το θαρρεί ανάξιο να ζει, αν δεν γίνει κύριος όλων των ανθρώπων κι όλων των εθνών”. Όμως, ο Ιουλιανός δεν παραβλέπει τις μεγάλες αδυναμίες της προσωπικότητας του προτύπου του, την έπαρση: “Λένε πως ο Αλέξανδρος, ο γιος του Φιλίππου, αφού ανέτρεψε τη δύναμη των Περσών, όχι μόνο έγινε ανυπόφορος σ’ όλους με την περηφάνια και την αυθάδειά του, αλλά έφτασε ως και τον πατέρα του να περιφρονήσει, καθώς και κάθε τι το ανθρώπινο. Πέρναγε τον εαυτό του για γιο του Άμμωνα και όχι πια του Φιλίππου . και όσοι από τους συμπολεμιστές του δεν έγιναν κόλακες ή δούλοι του, τους υπέβαλε σε μαρτύρια χειρότερα κι από των σκλάβων”.

Η αντίφαση στην προσωπικότητα του προτύπου του, προβλημάτιζε τον Ιουλιανό και αναρωτιόνταν: “Ήταν τάχα η μεγάλη του αρετή ή μια ιδιοφυϊα ανώτερη από την τύχη του, που ωθούσε την ψυχή του Αλεξάνδρου σε μια τέτοια φιλοδοξία, ή μήπως ένα υπερβολικό θάρρος και θράσος, που πλησίαζε την αλαζονεία και κατέληγε στην αυθάδεια;” Η ύβρις του Μ. Αλεξάνδρου, κατά τον Ιουλιανό, επέφερε την Νέμεσιν και έτσι: “Γιατί τα αγαθά είναι που κατάστρεψαν τον μεγαλύτερο απ’ όλους τους βασιλείς, τον κατακτητή της Ασίας, όταν έγινε σκληρότερος και υπεροπτικότερος από τον Δαρείο και τον Ξέρξη, μόλις υπόταξε τις αυτοκρατορίες τους”.

Η ηθική φύση του Ιουλιανού που θέτει τις παραπάνω ενστάσεις και προβληματισμούς για την προσωπικότητα του Μ. Αλεξάνδρου τον οδηγεί σε δίλημμα για την επιλογή του κεντρικού προτύπου της ζωής του: “Από καιρό σκεφτόμουν πως πρέπει να έχω ως πρότυπο τον Αλέξανδρο και τον Μάρκο Αυρήλιο ή οποιονδήποτε άλλο που διακρίθηκε για την αρετή του, με καταλαμβάνει όμως φρίκη και φόβος μεγάλος, επειδή θεωρώ πως απέχω πολύ από το να φτάσω το θάρρος του πρώτου και την αρετή του δεύτερου”. Ο Ιουλιανός, αφού εξετάζει σε πολλές περιπτώσεις, το παραπάνω ζήτημα φαίνεται πως κλίνει προς το πληρέστερο ηθικά και πλησιέστερο στον χαρακτήρα του πρότυπο, τον Μάρκο Αυρήλιο. Ηττημένος από την αυστηρή εξέταση βγαίνει ο Αλεξανδρος και από τις συγκρίσεις του ηθικού αναστήματος στην οποία τον υποβάλλει στα έργα του ο Ιουλιανός, με τους φιλοσόφους Σωκράτη και Διογένη. Ο επιλεκτικός Ιουλιανός συνθέτοντας το “σώμα” του ιδανικού του προτύπου από τα στοιχεία των ηρώων, των θεών, των στρατηγών και των φιλοσόφων που του προσπόρισε η μελέτη, ξεχωρίζει από τον Μ. Αλέξανδρο: “μη θέλοντας να φανώ πως συκοφαντώ έναν άνθρωπο, όχι βέβαια άψογης διαγωγής, αλλά πάντως περίφημο στρατηγό, ιδιότητα δηλαδή που δεν χαρακτηρίζει τις αρχές και την τόλμη σου (απευθυνόμενος ειρωνικά στον Νείλο)”.

Την ίδια στάση απέναντι στην προσωπικότητα του Μ. Αλεξάνδρου κρατάει και ο δάσκαλος του Ιουλιανού, Λιβάνιος. Σε αρκετές περιπτώσεις συγκρίνει την πολιτική του Μακεδόνα απέναντι στις άλλες ελληνικές πόλεις και βρίσκει ότι ο Ιουλιανός δείχνει είτε την ίδια μεγαλοθυμία με το πρότυπο του, όπως στην περίπτωση της πρεσβείας των Αθηναίων που καλοδέχτηκε ο Μ. Αλέξανδρος και το ίδιο θα εύχονταν να κάνει ο Ιουλιανός με αυτή των Αντιοχέων, είτε πάλι θεωρεί ότι ο Ιουλιανός είναι πιο μεγαλόθυμος από τον Αλέξανδρο που ισοπέδωσε τη Θήβα, εκτός από την οικεία του Πινδάρου, αφού ο μαθητής του δεν θα προέβαινε στην καταστροφή μιας πόλης. Επίσης, ο Λιβάνιος εκθειάζει τον Ιουλιανό και τα στρατιωτικά του έργα συγκρινόμενα με αυτά του Μ. Αλεξάνδρου.

Αν και ο Ιουλιανός το 356μ.Χ. είχε προσάψει στον Αλέξανδρο τη μομφή της αλαζονείας για την αξίωσή του ότι ήταν γιος του Άμμωνα και όχι του Φιλίππου, ο ίδιος πριν περάσουν έξι χρόνια θα διακήρυσσε πως ο ίδιος ήταν γιος του Ήλιου, όπως το πρότυπό του. Ακολουθώντας το παράδειγμα των πιο φιλόδοξων προκατόχων του, που πρόβαλαν τον Αλέξανδρο ως το κατεξοχήν πρότυπο ηγετικής φυσιογνωμίας, ο Ιουλιανός ενσυνείδητα καλλιέργησε τη λατρεία του Μακεδόνα . ενώ, ξεπερνώντας το ασαφές ψυχολογικό όριο ανάμεσα στη μίμηση και την ταύτιση, εμφάνισε τον εαυτό του ως την ίδια την ενσάρκωση του στρατηλάτη: “…[ενόμιζεν … [εκ μετενσωματώσεως τ`ην [ Αλεξάνδρου {εχειν ψυχήν, μ~αλλον δ`ε α[υτός ε@ιναι [ Αλέξανδρος [εν ]ετέρ?ω σώματι”

Τέλος, ο συμπολεμιστής του Ιουλιανού Αμμιανός Μαρκελίνος τονίζει άλλη μια κοινή πτυχή της προσωπικότητας του Ιουλιανού και του Αλέξανδρου, την αδιαφορία για τα υλικά αγαθά και την αξία που αποδίδαν στη φιλία: “Επιπλέον, το ότι δεν έδειξε ποτέ καμία προθυμία να αυξήσει την περιουσία του, για την οποία πίστευε ότι ήταν καλύτερα στα χέρια των διαχειριστών της: συχνά υπενθύμιζε ότι ο Μέγας Αλέξανδρος, όταν κάποτε ρωτήθηκε που βρίσκονταν οι θησαυροί του, αποκρίθηκε ευγενικά, “στα χέρια των φίλων μου”.

Ο Μάρκος Αυρήλιος

Αν και ο Ιουλιανός θεωρούσε τον Μέγα Αλέξανδρο ανώτερο από τους Ρωμαίους και όπως έλεγε: “αν ο Αλέξανδρος επρόκειτο να ανταγωνιστεί με τους Ρωμαίους, θα τους έφερνε σε δύσκολη θέση”, υπήρχε όμως ένας Ρωμαίος αυτοκράτορας, ο Μάρκος Αυρήλιος, του οποίου τη σοφία φιλοδοξούσε να ομοιάσει: “ο Μάρκος απέδειξε πως δεν ήταν μόνο αξιοθαύμαστος σε όλα αλλά πως διέφερε σημαντικά από τους υπόλοιπους ως προς την σοφία, διότι νομίζω πως γνώριζε το:

“Να μιλάς όπου πρέπει και να σιωπάς όπου ταιριάζει”

Στη σύγκριση των δύο αυτοκρατόρων που επιχειρεί ο Ιουλιανός στο “Συμπόσιο” ανακηρύσσει νικητή τον Μάρκο, ο οποίος στην ερώτηση του Ερμή: ” ‘Εσύ, Βήρε, ποιον θεωρούσες άριστο σκοπό της ζωής;’ Εκείνος απάντησε ήρεμα και συνετά: “Το να μιμείσαι τους Θεούς’ ” και παρακάτω ο Μάρκος Αυρήλιος, σύμφωνα με τον Ιουλιανό που είχε μελετήσει το έργο του και τον βίο του, εξηγεί πώς εννοεί τη μίμηση των Θεών: “Είναι αλήθεια, πως δεν σκέφτηκα να μιμηθώ τους Θεούς στον τρόπο που έτρωγα και έπινα. Έτρεφα το σώμα μου πιστεύοντας, λάθος μου ίσως, πως τα δικά τους σώματα χρειάζονται να τραφούν από τους καπνούς των θυσιών. Άλλωστε δεν υπέθεσα ότι έπρεπε να σας μιμηθώ σ’ αυτό αλλά στη διάνοια… να έχεις όσο γίνεται λιγότερες ανάγκες και να κάνεις όσο γίνεται μεγαλύτερο καλό… Εγώ δεν είχα καμιά, ίσως να είχε κάποιες το φτωχό μου σώμα… η συμπεριφορά μου προς τη γυναίκα μου είχε πρότυπο τη συμπεριφορά του θεϊκού Αχιλλέα κι η συμπεριφορά προς τον γιο μου αποτελεί μίμηση εκείνης του μεγάλου Δία”. Η απάντηση του Μάρκου που βάζει στα χείλη του στο δικό του έργο ο Ιουλιανός και που στηρίζεται στις αρχές και τις αξίες του βίου που διατύπωσε ο Μάρκος Αυρήλιος στο “Εις εαυτόν” κρίνεται ικανή να τον τοποθετήσει στην κεφαλή των προτύπων του Ιουλιανού και να προσπεράσει τον Μέγα Αλέξανδρο, του οποίου ο βίος απέδειξε ότι θεωρούσε άριστο και είχε στόχο: “να κατακτήσω τον κόσμο… Το ζήτημα για μένα ήταν να κατακτήσω άλλους”.

Και το σωματικό πρότυπο όμως του Μάρκου Αυρηλίου ενέπνεε τον Ιουλιανό που τον περιγράφει: “σεμνός στο έπακρο, με βλέμμα και πρόσωπο κουρασμένα από τους κόπους. Μια ακαταμάχητη ομορφιά πήγαζε απ’ τον ίδιο παρ’ όλο που εμφανίστηκε άκομψος και ακαλλώπιστος. Η γενειάδα του, ήταν πολύ πλούσια και πυκνή και τα ρούχα του λιτά και σεμνά. Το σώμα του είχε γίνει διάφανο κι είχε εξαϋλωθεί απ’ τη νηστεία, όπως, νομίζω, το καθαρό και αψεγάδιαστο φως”.

Ο άλλος Ρωμαίος αυτοκράτορας που κρίνεται από τον Ιουλιανό για τις αρετές του και κατατάσσεται όμως μετά τον Μάρκο Αυρήλιο και τον Μ. Αλέξανδρο, είναι ο Ιούλιος Καίσαρας. Ο Ιουλιανός πέρα από τη στρατηγική του ικανότητα προσλαμβάνει από αυτό το δευτερεύον πρότυπο του την αρετή της επιείκιας: “(μιλάει ο Ι. Καίσαρας). Μήπως θέλετε να εξετάσετε ποιος από τους δύο έδειξε μεγαλύτερη επιείκεια μετά τις κατακτήσεις; Εγώ συγχώρεσα μέχρι και τους εχθρούς μου”.

Σε όλες τις περιπτώσεις όπου ο Ιουλιανός στο έργο του αναφέρεται στα πρότυπά του, τον Αχιλλέα και τον Οδυσσέα από τα Ομηρικά έπη, τον Ηρακλή και τον Ασκληπιό από τη θρησκεία και τον μύθο, τον Μέγα Αλέξανδρο, τον Μάρκο Αυρήλιο και τον Ιούλιο Καίσαρα από την ιστορία και το έργο τους, στέκεται με αυστηρή κριτική διάθεση απέναντι στα ψυχικά τους ελαττώματα και τις αδυναμίες, όπως η σκληρότητα και η έλλειψη μεγαλοψυχίας στους ηττημένους, η περηφάνια και η έπαρση που διογκώνεται στην επιτυχία και άλλα. Από όλους αυτούς συνθέτει ένα μοναδικό πρότυπο με στοιχεία ασκητικής εμφάνισης, με σκληραγωγημένο και ανθεκτικό σώμα και πολεμικές ικανότητες που συνδυάζονται απαραιτήτως με μια ανδρεία και ηθική φύση που την διέκρινε η σύνεση, η σοφρωσύνη, η σεμνότητα, η ευσέβεια προς τους Θεούς και ο ανθρωπισμός. Κανένα πρότυπο από τα παραπάνω δεν εκλήφθηκε ως οδηγός της δράσης και σκέψης του Ιουλιανού καθ’ ολοκληρίαν, εκτός ίσως από τους Θεούς (που ως Θεοί ήταν τέλειοι) και τους φιλοσόφους, τον Σωκράτη και τον Διογένη τον Κυνικό.

Το γεγονός ότι ο Ιουλιανός είχε υιοθετήσει ως πρότυπο τη συμπεριφορά και τον χαρακτήρα του Μάρκου Αυρηλίου παραδέχεται και ο Αμμιανός Μαρκελίνος όταν λέει ότι στην αναζήτηση της αλήθειας και της πρωταρχικής αιτίας των πραγμάτων συντάχθηκε με τη σκέψη και τον χαρακτήρα του Μάρκου Αυρηλίου ο Ιουλιανός, ο οποίος είχε υιοθετήσει ακόμη και εκφράσεις του, μιμούμενος τον ρωμαίο στρατηγό, όπως η έκφραση: “Ακούστε με, εμένα στον οποίο δώσαν προσοχή οι Αλαμάνοι και οι Φράγκοι”. Ο ρωμαίος στρατιωτικός και ιστορικός του Ιουλιανού, Αμμιανός επιχειρεί και άλλες συγκρίσεις: με τον Ιούλιο Καίσαρ με τον οποίο είχαν την ίδια συνήθεια να γράφουν κατά τις εκστρατείες. Με τον Αννίβα του οποίου τον τάφο επισκέπτεται στη Λίβυσσα και τέλος, με τους Σκιπίωνα τον Αφρικανό και Μέγα Αλέξανδρο οι οποίοι όπως και ο Ιουλιανός που ακολουθεί το παράδειγμά τους δεν επηρεάζονταν από τα σαρκικά πάθη και δεν έπαιρναν τις Περσίδες αιχμαλώτους στις εκστρατείες τους. Όλα τα παραπάνω πρότυπα που λέει ο Αμμιανός ότι ακολουθούσε ο Ιουλιανός είναι ισχυροί καλογυμνασμένοι και σκληραγωγημένοι άνδρες και προφανώς ο βυζαντινός αυτοκράτορας θα ήταν πολύ κοντά και στο σωματικό τους πρότυπο εκτός από τα χαρακτηριστικά της στρατηγικής τους ικανότητας.

Η Π. Αθανασιάδη όμως κρίνοντας, πως και σε αυτήν την περίπτωση, ο Ιουλιανός “ξέφυγε” από το πρότυπό του, λέει: “Αντίθετα, από το πρότυπό του, τον Μάρκο Αυρήλιο, που αγωνίστηκε να μείνει μέσα στα όρια μιας δημοκρατικής εξουσίας και διακήρυσσε ότι ο αυτοκράτορας είναι κοινοί θνητοί, ο Ιουλιανός τελικά προσχώρησε σε μιαν ιερατική περί βασιλείας αντίληψη . όπως θα έλεγε ο Μάρκος Αυρήλιος, βάφτηκε από την πορφύρα: [απεκαισαρώθη”. Είναι σίγουρο όμως ότι ο Ιουλιανός παρέμεινε απολύτως πιστός στο σωματικό πρότυπο του Μ. Αυρηλίου.

3.2.5. ΟΙ ΦΙΛΟΣΟΦΟΙ

Ο Σωκράτης

Ο Ιουλιανός θέτει σε συνεχείς και εξαντλητικές συγκρίσεις τα πρότυπα του και τους τοποθετεί σε διαφορετικές θέσεις στην ιεραρχία των προτύπων του. Στο ψηλότερο σημείο αυτής της κλίμακας βρίσκεται ο Σωκράτης, όπως λέει ο ίδιος: “Εγώ νομίζω πως ο γιος του Σωφρονίσκου έκανε μεγαλύτερα κατορθώματα από τον Αλέξανδρο, και σ’ αυτόν αποδίδω τη σοφία του Πλάτωνα, τη στρατηγική ικανότητα του Ξενοφώντα, το θάρρος του Αντισθένη, τη φιλοσοφία της Ερέτριας και των Μεγάρων, τον Κέβητα, τον Σιμμία, τον Φαίδωνα και χίλιους άλλους, χωρίς ν’ αναφέρω τις σχολές που γεννήθηκαν από τη διδασκαλία του, το Λύκειο, τη Στοά και τις Ακαδημίες … όσοι είναι μέχρι σήμερα γνωστοί για τη φιλοσοφία τους, στον Σωκράτη το οφείλουν”.

Ο Διογένης

Ο Μέγας Αλέξανδρος χρησιμοποιείται και στην περίπτωση του φιλοσόφου Διογένη ως μέτρο σύγκρισης, η οποία και πάλι αποβαίνει εις βάρος του: “όπως λέει η παράδοση, τον ζήλεψε και ο ίδιος ο ήρωας που ανάτρεψε τη δύναμη των Περσών, που ήθελε να παραβγεί με τον Ηρακλή στους άθλους και είχε τη φιλοδοξία να ξεπεράσει τον Αχιλλέα”. Ο θαυμασμός του Ιουλιανού για τον Διογένη οφείλεται κυρίως στη μεγάλη ευσέβεια προς τους Θεούς που έδειχνε ο φιλόσοφος: “Ποια στάση τήρησε ο Διογένης απέναντι στους Θεούς και στους ανθρώπους; … θα το μάθουμε από τις πράξεις του. Ο Διογένης ήλθε στην Ολυμπία να κάνει τι, μα τον Δία; Να δει τους αθλητές; Μα τι; Δεν του ήταν ευκολότερο να τους δει στα Ίσθμια ή στα Παναθήναια; Ή μήπως ήθελε εκεί να συναντηθεί με τους επιφανέστερους Έλληνες; Δεν υπήρχαν άραγε, αρκετοί στα Ίσθμια; Είναι φανερό πως δεν πήγε γι’ άλλο λόγο παρά για να λατρέψει τον Θεό”. Όμοια και ο Ιουλιανός είναι ευσεβής απέναντι στους θεούς: “τόσες και τόσες φορές δοκίμασα τις ουράνιες δυνάμεις, δίχως να φοβηθώ. Κι όμως με πιάνει δέος μπροστά στους Θεούς, τους αγαπώ, τους τιμώ και τους σέβομαι, και γενικά τους αισθάνομαι σαν καλούς αφέντες, δασκάλους, πατέρες και κηδεμόνες και σαν όλους εκείνους που έχουν παρόμοια προσόντα”. Ο Διογένης αποδεικνύεται δάσκαλος και παιδαγωγός του Μεγάλου Αλεξάνδρου και αυτό του προσδίδει μεγαλύτερη αξία, ενώ η ευσέβεια του προς τους Θεούς που δείχνει η επίσκεψή του στην Ολυμπία τον καιρό των αγώνων αποδεικνύει την στενή σύνδεση της θρησκείας με τους αγώνες: “Ο Διογένης φτωχός και χωρίς χρήματα, πήγε στην Ολυμπία και κάλεσε κοντά του τον Αλέξανδρο…! Έτσι, πίστευε πως έπρεπε να κάνει: ο ίδιος να επισκεφθεί τους ναούς των θεών και να έχει παρέα τον μεγαλύτερο βασιλιά της εποχής του. Άραγε, οι επιστολές του προς τον Αλέξανδρο, δεν είναι συμβουλές για το πώς πρέπει να βασιλεύει κάποιος; Γιατί ο Διογένης δεν ήταν μόνο ευσεβής στα λόγια, αλλά και στις πράξεις του”.

Μπορεί βέβαια, ο Ιουλιανός να θαύμαζε τον Διογένη διότι από ευσέβεια, αν και φτωχός, πήγε να προσκυνήσει τα ιερά των θεών στην Ολυμπία και όχι για να παρακολουθήσει τους αγώνες ή να συμμετάσχει ως αθλητής, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι τον θεωρούσε και ξένο με την άσκηση του σώματος, μόνο που η γύμναση που επέλεγε ο Διογένης και που προτιμούσε ο Ιουλιανός είχε να κάνει περισσότερο με την σκληραγωγία και την καρτερικότητα, περιγράφει λοιπόν, ο αυτοκράτορας τη στάση του Διογένη προς το σώμα του: “έριχνε το σώμα του, χωρίς περιορισμό σε όλες τις ταλαιπωρίες, για ν’ αυξήσει τις σωματικές του δυνάμεις… Όσο για τους σωματικούς μπελάδες που κουράζουν την ψυχή ο Διογένης κάτι τέτοια ούτε καν τα υπολόγιζε. Τούτη η άσκηση έδωσε στον άνθρωπο τόση σωματική δύναμη, ώστε δεν την έχει θαρρώ κανείς απ’ όσους αγωνίζονται για να κερδίσουν στεφάνια, και η ψυχή του έγινε τέτοια ώστε να γνωρίσει ευτυχία”. Και γίνεται πιο περιγραφικός παρακάτω: “Ο άνθρωπος αυτός κοιμόταν πιο άνετα πάνω σε αχυρένιο στρώμα μέσα στο βαρέλι του απ’ ότι ο Μεγάλος Βασιλιάς στο μαλακό του κρεβάτι… Έτρωγε το κριθαρόψωμό του με μεγαλύτερη ευχαρίστηση απ’ ό,τι εσύ τρως σήμερα το πλούσιο γεύμα σου. Πλενόταν το καλοκαίρι και άφηνε το σώμα του να στεγνώνει στον αέρα”.

Όπως φαίνεται και από την περιγραφή που μας έδωσε ο Ιουλιανός, προφανώς βέβαια κάπως εξιδανικευμένη, του Μάρκου Αυρηλίου καθώς και από τα όσα με θαυμασμό αναφέρει για τη σκληραγωγία που επέβαλε στο σώμα του ο Διογένης, το σωματικό πρότυπο του δεν ήταν ο αθλητής της εποχής αλλά ο εγκρατής, ανθεκτικός και ολιγάρκης φιλόσοφος που σε συνδυασμό όμως με τις πολεμικές ικανότητες που ο πολεμιστής, πάνω απ΄ όλα, αυτοκράτορας (όπως σχεδόν όλοι τους οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες) όφειλε να έχει τόσο εξ’ ανάγκης (λόγω των συνθηκών) όσο και από τη θέση του ως προτύπου διακυβέρνησης, αποτελούσαν το σωματικό πρότυπο του Ιουλιανού. Η υιοθέτηση, βεβαίως, οποιουδήποτε σωματικού προτύπου είναι συνδεδεμένη με τις απόψεις του για το σώμα και την αξία που αποδίδει σ’ αυτό.

3.3. Η ΑΠΟΨΗ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΣΩΜΑ

3.3.1. ΟΙ ΑΠΟΨΕΙΣ ΤΩΝ ΦΙΛΟΣΟΦΩΝ ΓΙΑ ΤΟ ΣΩΜΑ

Ο Πλάτωνας

Σε πολλά σημεία του έργου του ο Ιουλιανός αναφέρεται στο ανθρώπινο σώμα και παίρνει θέση απέναντι του που στο σύνολό της είναι θετική προς αυτό. Εκτός όμως από τις περιπτώσεις που εκφράζει άμεσα τη θέση του, υπάρχουν και έμμεσες αναφορές σε αυτό όταν καταγράφει τις φιλοσοφικές εκείνες τοποθετήσεις που ο Ιουλιανός υιοθετεί και που αξιολογούν με θετικό τρόπο το ανθρώπινο σώμα. Τέτοιες είναι η θέση του Πλάτωνα και η στάση προς το σώμα του Κυνισμού.

Ο Ιουλιανός εξηγεί τι εννοεί ο Πλάτωνας όταν μιλάει για τον “καθ’ εαυτό” άνθρωπο: “… δεν εννοεί ούτε το σώμα, ούτε τα πλούτη, ούτε την ευγενική καταγωγή, ούτε τη δόξα των προγόνων του … Άνθρωπος κατ’ αυτόν είναι ο νους, η σκέψη, είναι με μια λέξη ο Θεός που βρίσκεται μέσα μας, και που αποτελεί, όπως το έχει πει κι αλλού, το τελειότερο είδος ψυχής, την οποία ο Θεός έδωσε στον καθένα μας υπό μορφή πνεύματος, που λέμε ότι εδρεύει στο ανώτερο μέρος του σώματός μας, και μας ανυψώνει από τη γη προς το ουράνιο ομοίωμά μας… Μόνο το ανώτερο στοιχείο παραμένει απείραχτο και ανεμπόδιστο, δεδομένου ότι το “καλύτερο δεν μπορεί να βλαφτεί από το χειρότερο”, σκέψη που είναι και αυτή του ίδιου φιλοσόφου” και παρακάτω επαναλαμβάνει: “… κατά τον Πλάτωνα άνθρωπος, είναι ο νους και η ψυχή, και ότι το σώμα και τα πλούτη απλώς του ανήκουν. Τη διάκριση ετούτη κάνει ο φιλόσοφος στο εξαίρετο έργο του “Οι Νόμοι”… Πραγματικά το πνεύμα που εδρεύει μέσα μας, παρ’ ότι είναι από την ίδια του τη φύση ανάλγητο και μετέχει της θείας φύσης, εν τούτοις υποφέρει τόσα πολλά, επειδή είναι ενωμένο με το σώμα, ώστε πολύς κόσμος φαντάζεται πως πάσχει και καταστρέφεται κι εκείνο μαζί με το σώμα”. Ο Ιουλιανός, φαίνεται ότι αποδέχεται πλήρως την αξιολόγηση των συστατικών στοιχείων του ανθρώπου κατά τον Πλάτωνα, όπου στο ανώτερο σημείο, βρίσκεται ο νους, η σκέψη και όπου το σώμα, μαζί με άλλα ανθρώπινα χαρακτηριστικά “αποτελούν ατομική ιδιοκτησία του ανθρώπου, αλλά όχι του καθ’ εαυτού ανθρώπου” Το σώμα δεν είναι κυρίαρχο συστατικό του ανθρώπου, πάσχει δε και καταστρέφεται. Όπως, όμως θα δούμε, η κατώτερη θέση του ανθρώπινου σώματος στην ιεραρχική κλίμακα των ανθρωπίνων χαρακτηριστικών του Πλάτωνα που ενστερνίζεται ο Ιουλιανός δεν τον αποτρέπει από το σεβασμό και τη φροντίδα του.

Ο Κυνισμός

Ο Ιουλιανός μελέτησε τις αρχές και τις αξίες και της Κυνικής φιλοσοφίας και καταγράφει την άποψη της για το σώμα, απευθυνόμενος στον Κυνικό Ηράκλειο: “Μ’ αυτόν τον τρόπο, λοιπόν, όποιος θέλει να είναι κυνικός, περιφρονώντας όλες τις συνήθειες και τις ανθρώπινες αξίες, στρέφεται πρώτα κατά του εαυτού του και κατά του Θεού… Τούτος είναι ο συντομότερος δρόμος! Πρέπει δηλαδή να απαρνηθείς τελείως τον εαυτό σου, να θεωρήσεις πως είσαι πλάσμα θείο και η σκέψη σου να στρέφεται αδιάκοπα και σταθερά στα αγνά και καθαρά νοήματα. Να περιφρονείς τελείως το σώμα σου και να το θεωρείς, σαν κάτι βρομερότερο κι από την κόπρο του Ηράκλειτου, να ικανοποιείς στο ελάχιστο τις ανάγκες σου, και για όσο καιρό ορίσει ο Θεός να το μεταχειρίζεσαι σαν όργανο”. Έτσι, ενώ ο Ιουλιανός αναγνωρίζει ότι οι Κυνικοί, όπως και ο Αριστοτέλης και ο Πλάτωνας σωστά: “Σκέφτηκαν δηλαδή πως το “γνώθι σαυτόν” απαιτεί να μάθεις ακριβώς τι πρέπει να αποδώσεις στην ψυχή και τι στο σώμα, και πολύ σωστά έδωσαν τα πρωτεία στην ψυχή και στο σώμα την υποταγή. Γι’ αυτό τους βλέπουμε να ενδιαφέρονται για την αρετή, την εγκράτεια, τη μετριοφροσύνη, την αξιοπρέπεια και να προσπαθούν να αποβάλλουν το φθόνο, τη δειλία και τη δεισυδαιμονία”, εντούτοις θεωρεί ότι η με την περιφρόνηση που δείχνουν οι Κυνικοί προς το σώμα “διακυβεύουν τα μεγαλύτερα αγαθά”.

Ο Ιουλιανός αν και παραδέχεται τη δευτερεύουσα θέση του σώματος έναντι της ψυχής εντούτοις απορρίπτει κάθε στάση, όπως αυτή του Κυνισμού, που το περιφρονεί. Διακρίνει όμως τους ιδρυτές και τους μεγαλύτερους φιλοσόφους του Κυνισμού όπως τον Ηρακλή που θεωρεί “… πως έδωσε στους ανθρώπους το τελειότερο παράδειγμα ενός τέτοιου τρόπου ζωής” ενώ για τους πιο διακεκριμμένους εκπροσώπους του λέει: “οι ανώτατοι εκπρόσωποι ήταν ο Αντισθένης, ο Διογένης και ο Κράτης. Σκοπός και ιδανικό στη ζωή τους είχαν να γνωρίσουν τον εαυτό τους, να περιφρονούν τη ματαιοδοξία και ν’ αναζητούν με όλη τη δύναμη του μυαλού τους την αλήθεια-” τη βάση δηλαδή όλων των αγαθών” όπως λένε “και για τους θεούς και για τους ανθρώπους”. Μέσα από τη σύγκριση της στάσης και του τρόπου ζωής των παραπάνω εκπροσώπων του Κυνισμού με τους συγχρόνους Κυνικούς, που έφθασαν σε όρια υπερβολής την προσβολή και μείωση του σώματος, ο Ιουλιανός τοποθετείται σαφώς σε μια μετριοπαθή στάση απέναντι σ’ αυτό.

3.3.2. Η ΑΠΟΨΗ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΑΝΙΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΣΩΜΑ

Από τα πρώτα του κιόλας κείμενα σε πολλές περιπτώσεις ο Ιουλιανός δείχνει τον σεβασμό του για το σώμα, που το θεωρεί: “μέσον για την κάθαρση της ψυχής” αξιοζήλευτο αγαθό “Ήταν κι άλλοι ακόμη που ζήλευαν τα φυσικά προσόντα, εννοώ την υγεία, την ομορφιά, το καλοφτιαγμένο σώμα”, απαραίτητο χαρακτηριστικό του ήρωα: δεν σταματούσες να τον υμνείς σαν καλοκάγαθο ήρωα” και κριτήριο ευγενείας: “Σ’ εμάς κριτήριο είναι ο πλούτος, η δύναμη, το ωραίο σώμα και η καταγωγή των προγόνων, δηλαδή εξωτερικά γνωρίσματα που επισκιάζουν και δεν μας αφήνουν να δούμε και να κρίνουμε την ψυχή. Κι όμως, αφού αυτή είναι που μας κάνει να διαφέρουμε από τα ζώα, έπρεπε μόνο από εκείνη να κρίνουμε τον βαθμό της ευγένειας μας”.

Από όλες τις παραπάνω αναφορές είναι σαφές ότι ο Ιουλιανός στέκεται κριτικά απέναντι στους λόγους για τους οποίους ο πολύς κόσμος σέβεται και τιμάει το σώμα. Η δική του στάση απέναντι στο σώμα αποτελεί απόρροια της φιλοσοφικής εξέτασης του “γνώθι σαυτόν”. Ο Ιουλιανός το εξετάζει στο έργο του εαυτού του, το σώμα λέει: “Εκείνος που γνωρίζει τον εαυτό του, γνωρίζει και την ψυχή και το σώμα του. Αλλά δεν αρκεί να γνωρίζει τον εαυτό του, γνωρίζει και την ψυχή που χρησιμοποιεί ένα σώμα παρά να δει και από τι αποτελείται τούτη η ψυχή και στη συνέχεια να εξετάσει τι δυνατότητες έχει… Προχωρώντας, θα μπορέσει να ερευνήσει και την ουσία του σώματος, αν δηλαδή είναι απλή ή σύνθετη . συνεχίζοντας θα μελετήσει την αρμονία του και τα ευαίσθητα σημεία του καθώς και τις δυνατότητές του και γενικά όλα όσα χρειάζονται για τη διατήρησή του. Ύστερα θα στρέψει την προσοχή του προς τις βασικές αρχές ορισμένων επιστημών, που βοηθούν στη συντήρηση του σώματος, όπως η ιατρική, η γεωργία και μερικές άλλες. Οπωσδήποτε, όμως, δεν θα πρέπει να αγνοήσει τελείως και κάποια από εκείνα τα άχρηστα και περιττά, εφόσον και τούτα έχουν σκοπό να εξυπηρετούν την ευαισθησία της ψυχής… Σκέψου, τώρα, η εντολή “γνώθι σαυτόν” πόσες επιστήμες και πόσες τέχνες απαιτεί, ενώ ταυτόχρονα περιλαμβάνει και τις παγκόσμιες αρχές . αφ’ ενός δηλαδή τα θεϊκά στοιχεία τα οποία προέρχονται από το θεϊκό κομμάτι που υπάρχει μέσα μας και αφ’ ετέρου τα θνητά στοιχεία τα οποία προέρχονται από την ίδια μας τη φύση που είναι θνητή”.

Από την παραπάνω ανάλυση του Ιουλιανού για τη σημασία του Πυθικού χρησμού “γνώθι σαυτόν” βγαίνει το συμπέρασμα ότι θεωρεί το σώμα άρρηκτα δεμένο με την ψυχή. Η ψυχή έχει πρωτεύουσα θέση στη φύση του ανθρώπου και οφείλει να εξουσιάζει το σώμα το οποίο όμως έχει πάθη και είναι φθαρτό και ως εκ τούτου ο έλεγχος του δεν είναι εύκολος για τον καθένα. Μάλιστα, όπως λέει αλλού: “… η φύση του ανθρώπου είναι διττή και το ένα μέρος μάχεται το άλλο, είναι μείξη ψυχής και σώματος σε ένα, η ψυχή είναι θεϊκή και το σώμα σκοτεινό και ζοφερό, κατά συνέπεια είναι φυσικό να υπάρχει διαμάχη και αντιπαλότητα”.  Για να επιτευχθεί ο έλεγχος του σώματος από το νου πρέπει ο άνθρωπος να φροντίζει για τη διατήρηση και την καλή κατάσταση του σώματος του, η σκληραγωγία, η άσκηση, η υγιεινή και η με μέτρο και χωρίς υπερβολές φροντίδα του οδηγούν στον στόχο αυτό. Ο Ιουλιανός απορρίπτει κάθε υπερβολή και στη μείωση της αξίας του, που επιχειρούν στην εποχή του οι Κυνικοί, και κατά την άποψή του και οι Χριστιανοί αφού σώμα και ψυχή πορεύονται μαζί έως ότου ο Ήλιος “τις ελευθερώνει (τις ψυχές) από το σώμα και στη συνέχεια τις ανεβάζει ψηλά, μέχρι τις ουσίες που συγγενεύουν με το Θεό”. Οι απόψεις αυτές για το σώμα επηρέασαν, όπως ήταν φυσικό, και τη στάση του απέναντι στην άθληση και τους αγώνες, αλλά και θέματα όπως τα βασανιστήρια: “Πρέπει να πείθετε και να διδάσκετε τους ανθρώπους σύμφωνα με τη λογική και όχι με χτυπήματα ούτε με ύβρεις ούτε με σωματικά βασανιστήρια”

3.4. Η ΑΠΟΨΗ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

Γενικά

Ο Σ. Γιάτσης αναφερόμενος στη θέση της στρατιωτικής εκπαίδευσης μέσα στο πλαίσιο της ρωμαϊκής παιδείας, τονίζει ότι οι Ρωμαίοι ήθελαν τον ιδανικό πολίτη, τον οποίο θα σφυρηλατούσε το εκπαιδευτικό τους σύστημα, να κατέχει σε μεγάλο βαθμό στρατιωτικές αρετές. Ο Πολύβιος εκθειάζει τον Αννίβα που οδήγησε το στρατό του σε μια πορεία 160 χιλιομέτρων σε διάστημα μόλις δέκα ημερών, πάνω από τις Άλπεις και μαχόμενος και ο ίδιος με τις ίδιες συνθήκες που αντιμετώπιζαν οι στρατιώτες του. Τέτοια παραδείγματα αποτελούσαν τα ρωμαϊκά παιδευτικά πρότυπα. Το δε ιδανικό σώμα, όπως δείχνουν οι εικονιστικές παραστάσεις, ήταν περισσότερο γιγαντώδες και μυώδες απ’ ότι αυτό της ελληνικής παιδείας, και γυμνό είχε σημασία μόνο όταν απεικόνιζε τη σωματική δύναμη. “Η ρωμαλεότητα του Ρωμαίου πολίτη με τα αστραφτερά ρούχα και τον βαρύ οπλισμό έπρεπε να συνοδεύεται από ένα μυαλό, έξυπνο, πρακτικό, επιδέξιο στο να κυβερνάει λαούς, να εντυπωσιάζει τη σύγκλητο, να γνωρίζει καλά τους νόμους και τις συνήθειες των λαών, να είναι μεγαλόψυχος και παράλληλα σκληρός”.

Ο παραπάνω παιδευτικός σκοπός επιτυγχάνονταν με μια πολυετή στρατιωτική εκπαίδευση που άρχιζε στα 17 και έφθανε μέχρι τα 40, 50 ή και 60 χρόνια. Στόχοι της εκπαίδευσης των νέων ήταν η εισαγωγή τους στη ζωή του στρατιωτικού κοινοβίου, η απόκτηση καλής φυσικής κατάστασης, και η εξοικείωση με τον ελαφρό οπλισμό, στις πρώτες ασκήσεις περιλαμβάνονταν το στρατιωτικό βάδην, το κολύμπι και η εξάσκηση με ελαφρό οπλισμό και ακολουθούσε μια σκληρότερη στρατιωτική προετοιμασία με γυμνάσια σε συνθήκες πολέμου, ιππασία και μονομαχίες.

Ο Ιουλιανός από τη στιγμή που ανέλαβε διοικητικά καθήκοντα στην αυτοκρατορία, με τη συγκατάθεση του Κωνστάντιου, φρόντισε ώστε να καλύψει το ταχύτερο δυνατόν την έλλειψη στρατιωτικής παιδείας που είχε, αν και μπορούμε να υποθέσουμε ότι ως μέλος της βασιλικής οικογένειας, έστω και υπό περιορισμό, θα είχε λάβει διάφορα στοιχεία στρατιωτικής παιδείας όπως η ιππασία, η τοξοβολία, το τρέξιμο και άλλα. Η θέση του ως στρατιωτικός ηγέτης και οι ανάγκες που απέρρεαν από τις συνθήκες πολέμου που είχε να αντιμετωπίσει τον οδήγησαν να συμπληρώσει γρήγορα και σωστά τις ελλείψεις στην στρατιωτική του παιδεία. Ακόμη, η μελέτη των πολεμικών αρετών των μεγάλων στρατηγών της ιστορίας, η αίσθηση καθήκοντος και η διορατική επιλογή της αξίας του παραδείγματος για την απόδοση των στρατιωτών του, τον κατέστησαν σύντομα, ήδη από τον πρώτο καιρό της θητείας του ως Καίσαρα στη Γαλατία, πλήρες πρότυπο ρωμαϊκής στρατιωτικής εκπαίδευσης τόσο στην σκληραγωγία του σώματος, όσο και στις πολεμικές δεξιότητες αλλά και μπορούμε να πούμε με βάση τις μαρτυρίες, στην εξωτερική εμφάνιση.

Οι συνθήκες της εποχής, η παιδεία που έλαβε και η μακρά παράδοση του ρωμαϊκού σωματικού ιδανικού του πολίτη- πολεμιστή οδήγησαν “έκων – άκων” τον Ιουλιανό να το ενστερνιστεί πλήρως και να αποτελέσει πρότυπο ρωμαίου πολίτη. Φυσικά, δεν πρέπει να ξεχνάμε να ξεχνάμε ότι η φιλοσοφική του παιδεία με τον ελληνικό της χαρακτήρα έδωσε σε αυτή την εκπαίδευση έναν πιο ανθρώπινο χαρακτήρα και μια αίσθηση του μέτρου.

Μετά τον Ιουλιανό η παράδοση της στρατιωτικής εκπαίδευσης και το πολεμικό ιδανικό παρέμεινε κυρίως στην ανώτερη τάξη του Βυζαντίου. Η εκπαίδευση αυτή, όπως πάντοτε, περιελάμβανε τη σωματική γύμναση για να επιτύχει τους σκοπούς της. Ο Σ. Γιάτσης αναφέρει ότι σύμφωνα με πληροφορίες από τα “Στρατηγικά” του Μαυρικίου (6ος-7ος αιώνας), οι Βυζαντινοί

προσπάθησαν με ελεύθερες γυμναστικές ασκήσεις και με πολλές παιγνιώδεις δραστηριότητες να γυμνάσουν τους στρατιώτες: “Η συνεχής γυμνασία ωφέλειαν μέν πολλήν τω στρατιώτη προσποιεί”. Για την στρατιωτική εκπαίδευση στο Βυζάντιο, παρέχουν πολλά στοιχεία οι συγγραφείς της εποχής: Λέων ΣΤ’, Νικηφόρος Βρυέννιος, Ευστάθιος Θεσσαλονίκης, Συνεχιστής Σκυλίτζη, Κωνσταντίνος Ζ’ Πορφυρογέννητος, Νικηφόρος Βρυέννιος, Ευστάθιος Θεσσαλονίκης, Συνεχιστής Σκυλίτζη, Κωνσταντίνος Ζ’ Πορφυρογέννητος, Νικηφόρος Βλεμμύδης και άλλοι.

Στη μέση, λοιπόν, αυτής της ρωμαϊκής παράδοσης στην στρατιωτική εκπαίδευση, βρίσκεται ο αυτοκράτορας Ιουλιανός ο οποίος κατορθώνει να ανυψωθεί μέσω της συνειδητής σκληρής προπαρασκευής σε λαμπρό πρότυπο πολεμικής ικανότητας.

3.4.1. ΟΙ ΓΝΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

Ο πολυμαθής Ιουλιανός γνώριζε από την μελέτη των φιλοσοφικών έργων και της ιστορίας τις θέσεις και τις στάσεις των φιλοσόφων, όπως ο Πλάτωνας, αλλά και το εκπαιδευτικό σύστημα των πόλεων, όπως της Σπάρτης, και αντλεί από τις πηγές αυτές τις κατευθυντήριες γραμμές της στάσης του προς τη στρατιωτική εκπαίδευση. Έτσι, κρίνει πως ορθώς ο Πλάτωνας διδάσκει την πολεμική αρετή και τέχνη στα παιδιά από μικρή ακόμη ηλικία, όταν “… λέει ότι δίνουμε στα παιδιά ένα είδος φτερά, όταν τα καθίζουμε πάνω στ’ άλογο και τα οδηγούμε στο πεδίο της μάχης, για να παρακολουθήσουν το θέαμα του οποίου ίσως χρειαστεί κάποτε να γίνουν πρωταγωνιστές” Και εκτός από την μικρή ηλικία έναρξης της στρατιωτικής παιδείας σημαντική κατευθυντήρια γραμμή της είναι το διαφορετικό περιεχόμενο που πρέπει να έχει για τους απλούς πολίτες και τους άρχοντες, στόχο που έθεσε στο εκπαιδευτικό του σύστημα ο Λυκούργος: “Γιατί, άσχετα με το γεγονός ότι ήθελε να κάνει όλους τους Λακεδαιμόνιους εξίσου αθλητές και ενάρετους, δεν αποτελούσε δικαιολογία να υποβάλλει στην ίδια εκπαίδευση και πειθαρχία τους απλούς πολίτες με τους άρχοντες. Μια τέτοια οικειότητα γεννά λίγο- λίγο μέσα στην ψυχή αίσθημα περιφρόνησης για τους ανθρώπους κάποιας ανώτερης σειράς”.

Όταν ο Ιουλιανός απευθύνεται στον Κωνστάντιο, την εποχή που ήταν Καίσαρας στη Γαλατία περί τα τέλη του 356μ.Χ. (και υπέβαλε τον εαυτό του και το στράτευμα του σε τακτική στρατιωτική εξάσκηση, που επέβαλαν άλλωστε και οι συνεχείς πολεμικές επιχειρήσεις που αναλάμβανε), και του μιλάει με κολακευτικό τρόπο για την στρατιωτική παιδεία που έλαβε, μπορούμε να υποθέσουμε ότι αναφέρεται επίσης και στη δική του στρατιωτική εξάσκηση και τις αρχές που την διέπαν. Έτσι, στο λόγο του “Εγκώμιο στον αυτοκράτορα Κωνστάντιο αφού τονίζει την ανάγκη της ισόρροπης ανάπτυξης σώματος και ψυχής: “… ώστε το σώμα να αναπτύσσεται γερό, δυνατό και όμορφο, και η ψυχή να διαπλάθεται αρμονικά με θάρρος, δικαιοσύνη, εγκράτεια και φρονιμάδα” προχωράει στην ανάλυση του εκπαιδευτικού προγράμματος που έχει τους παραπάνω στόχους, περιγράφοντάς το στην αρχή γενικά: “Τούτες … οι αρετές δύσκολα αποκτιούνται μ’ ένα χαλαρό εκπαιδευτικό σύστημα, που κουράζει την ψυχή και το σώμα, που κάνει τη θέληση αδύνατη μπροστά στους κινδύνους και το σώμα μαλθακό μπροστά στην κούραση. Χρειαζόταν γυμναστική για το σώμα σου και μόρφωση για την ψυχή σου”. Και ο Ιουλιανός γίνεται παρακάτω αναλυτικότερος όσον αφορά το περιεχόμενο της στρατιωτικής γύμνασης: “Όλα όσα έκανες για να δυναμώσεις το σώμα σου, δεν έχουν καμιά σχέση με όσα απαιτούνται για τις δημόσιες επιδείξεις. Θεωρούσες ότι είναι ανάξια για πρίγκιπα η λεγόμενη ευεξία όσων συχνάζουν σε παλαίστρες . γιατί ο πρίγκιπας πρέπει να παίρνει μέρος σε αληθινούς αγώνες, να κοιμάται ελάχιστα, να τρώει ελαφρά, γιατί δεν μπορούμε από πριν να καθορίσουμε ούτε την ποσότητα του φαγητού, ούτε την ποιότητα, αλλά ούτε και την ώρα που θα το φάει, εφόσον εξαρτάται από το πότε θα του το επιτρέψουν οι ασχολίες του. Σκέφτηκες, λοιπόν, πως για να φτάσεις σ’ αυτό το αποτέλεσμα είχε ανάγκη από ένα είδος στρατιωτικής γυμναστικής, που απαιτεί ακόμη και να χορεύεις φορώντας πολεμική εξάρτηση, να τρέχει και να ιππεύεις. Έτσι γυμνασμένος από νέος σε τέτοιου είδους γυμνάσματα, τα χρησιμοποίησες όταν ήρθε η στιγμή και πέτυχες στο καθένα καλύτερα αποτελέσματα απ’ οποιονδήποτε άλλον οπλίτη. Εκείνοι, είναι αλήθεια, ότι θεωρούνται, ο ένας καλός ιππέας, όταν φοβάται ν’ ακουμπήσει το πόδι του στη γη για να πολεμήσει. Μονάχα εσύ έχεις το προνόμιο να έρχεσαι πρώτος στην ιππασία όταν ανεβαίνεις στο άλογο, κι έπειτα πάλι, σαν φορέσεις τη στολή του οπλίτη, να τους ξεπερνάς όλους σε δύναμη, γρηγοράδα και ευκινησία στο περπάτημα. Κι ακόμη, ως και στις ώρες της ανάπαυσής σου, για να μη μένεις άπραγος και ανίδεος στη τέχνη των όπλων, εξασκήθηκες στην τέχνη του τόξου, δίχως να χάνεις ποτέ τον στόχο”. Και ο Ιουλιανός τελειώνει με την παρουσίαση του τελικού αποτελέσματος του εκπαιδευτικού προγράμματος του Κωνστάντιου: “Η εργατικότητά σου σ’ έκανε γερό . η υπακοή στους νόμους σ’ έκανε εγκρατή . το σώμα σου έγινε πιο δυνατό με την ενεργητικότητά σου και η ψυχή σου πιο δίκαιη με το να αντιστέκεσαι στον σωματικό κάματο. Έτσι, τελειοποίησης όλα τα καλά χαρίσματα που σου ‘δωσε η φύση, κι όσα πάλι δεν σου ‘δωσε, τα κατέκτησες με την καθημερινή προσπάθεια”.

Έτσι, οι βασικές αρχές της στρατιωτικής εκπαίδευσης που πρέπει να λαμβάνει από τη μικρή ηλικία ένας άρχοντας (πρίγκιπας) είναι: πρώτον, η συμμετρική ανάπτυξη των δύο στοιχείων της ανθρώπινης φύσης του σώματος και της ψυχής, δεύτερον, η σκληραγωγία του σώματος στη στέρηση, την αϋπνία, την κόπωση κ.ά. και τρίτον, η καλλιέργεια σε μεγάλο βαθμό των πολεμικών ικανοτήτων που απαιτούν όλες οι μορφές του πολέμου, ιππασία, τοξοβολία, ξιφομαχία κ.ά. Ο Ιουλιανός εξηγεί με λεπτομέρεια τους λόγους για τους οποίους ένας στρατιωτικός ηγέτης, όπως ο ίδιος και ο Κωνστάντιος, πρέπει να υπερβάλλουν στα παραπάνω στοιχεία από τους υφισταμένους τους: “… δεν τους θέλει κοιμισμένους, τεμπέληδες και μαλθακούς, σαν τους φύλακες εκείνους που έχουν ανάγκη να τους φυλάνε άλλοι . θέλει όμως να υπακούνε στον αρχηγό τους, γιατί ξέρει πως περισσότερο από καθετί άλλο, η πειθαρχία είναι που στον πόλεμο σώζει την κατάσταση. Θα μάθει στους στρατιώτες του ν’ αντιμετωπίζουν όλες τις ταλαιπωρίες, να είναι σκληραγωγημένοι και όχι μαλθακοί, γιατί ξέρει πως δεν έχει να περιμένει πολλά πράγματα από έναν φύλακα φυγόπονο, που δεν έχει υπομονή και αντοχή στην κούραση”. Και ο Ιουλιανός φθάνει στο σημείο όπου εξηγεί την αξία του παραδείγματος και του προτύπου: “Όλ’ αυτά δεν θα τα πετύχει μονάχα ενθαρρύνοντας και παινεύοντας τους καλούς στρατιώτες, ή τιμωρώντας αμείλικτα τους κακούς και χρησιμοποιώντας άλλοτε την πειθώ κι άλλοτε τη βία, αλλά θα κοιτάξει πρώτα απ’ όλα να γίνει ο ίδιος παράδειγμα, να μην παρασύρεται από τις απολαύσεις, να μην επιθυμεί ούτε τα λίγα ούτε τα πολλά χρήματα, να μη ξεζουμίζει τους υπηκόους του, να κοιμάται ελάχιστα και ν’ απεχθάνεται την αδράνεια. Γιατί είναι αλήθεια πως δεν αξίζει τίποτα και δεν είναι ωφέλιμος σε κανέναν ο άνθρωπος που κοιμάται ή που και ξύπνιος μοιάζει σαν κοιμισμένος”. Και παρακάτω εξειδικεύει την αξία του παραδείγματος του στρατιωτικού ηγέτη στην περίπτωση των γυμνασίων και του πολέμου: “Σχετικά, με την αντοχή και υπομονή που πρέπει να έχουμε στον πόλεμο, καθώς και την ενεργητικότητα στα στρατιωτικά γυμνάσια, που γίνονται σε καιρό ειρήνης για να μας προετοιμάσουν στον αγώνα κατά του εχθρού, πώς θα μπορέσουμε να πείσουμε τους άλλους, αν δεν φανούμε εμείς οι ίδιοι, ακούραστοι και σκληροί σαν το διαμάντι; Υπάρχει, μα την αλήθεια, για τον εξαντλημένο στρατιώτη καλύτερο παράδειγμα από έναν αυτοκράτορα γνωστικό, που τον προτρέπει, ενώ συμμετέχει και ο ίδιος ολόψυχα στις πολεμικές εργασίες, που παραμένει γαλήνιος και χαμογελαστός όταν η κατάσταση παρουσιάζεται τρομακτική και γίνεται πάλι σοβαρός και αυστηρός όταν η ασφάλεια είναι αμφίβολη; Διότι είναι φυσικό οι κατώτεροι να συμμερίζονται τον φόβο ή την αυτοπεποίθηση του αρχηγού τους”.

Πρέπει να πιστέψουμε ότι όλες οι παραπάνω οδηγίες και συμβουλές αλλά και το εγκώμιο της στρατιωτικής εκπαίδευσης που έλαβε ο Κωνστάντιος ο Ιουλιανός το απευθύνει κυρίως με έμμεσο τρόπο στον εαυτό του. Το συμπέρασμα αυτό βγαίνει από το γεγονός ότι εξασκήθηκε ο ίδιος και γύμνασε το στράτευμά του κατά τη διάρκεια της θητείας του ως Καίσαρα της Δύσης, που είχε ως αποτέλεσμα να καταγράψει σημαντικές πολεμικές νίκες στις συγκρούσεις του με τους εχθρούς της αυτοκρατορίας. Η αγάπη και ο θαυμασμός, τέλος, που έδειξαν οι στρατιώτες του όταν τον ανακήρυξαν αυτοκράτορα αλλά και άλλες μαρτυρίες αποδεικνύουν ότι υπήρξε το παράδειγμα που υποκινεί τον Κωνστάντιο να γίνει.

3.4.2. Ο ΙΟΥΛΙΑΝΟΣ ΩΣ ΠΟΛΕΜΙΚΟ ΠΡΟΤΥΠΟ

Ο ίδιος ο Ιουλιανός στο έργο του κάνει πολύ λίγες αναφορές στην προσωπική του στρατιωτική εκπαίδευση και αξία. Εξάλλου πριν αναλάβει τα διοικητικά καθήκοντα που του ανέθεσε ο Κωνστάντιος, είχε λίγες ευκαιρίες να ασκηθεί σωστά λόγω του περιορισμού που είχε επιβληθεί σ’ αυτόν και τον αδελφό του Γάλλο. Ομολογεί, στην επιστολή του Προς τη Βουλή και τον λαό των Αθηνών: “Ζούσαμε στερημένοι από κάθε σοβαρή μόρφωση, από κάθε ελεύθερη επαφή, μεγαλώναμε μέσα σ’ ένα πλήθος από υπηρέτες και γυμναζόμασταν παρέα με δούλους, σαν να ήταν φίλοι μας . γιατί κανένας της ηλικίας μας δεν επιτρεπόταν να μας πλησιάσει”. Σε μια από τις σπάνιες άμεσες αναφορές του στις προσωπικές του στρατιωτικές ικανότητες, παραδέχεται το κατόρθωμά του όταν προήλασε ταχύτατα εναντίον του Κωνστάντιου: “Είναι, λοιπόν, φυσικό να μη κρίνετε έναν άνθρωπο από τις εντυπωσιακές του πράξεις, αν λόγο χάρη έτρεξε από τη μια άκρη της γης στην άλλη με καταπληκτική ταχύτητα και ακούραστη δύναμη, σαν να πετούσε στον αέρα”. Πιο εκτενή αναφορά κάνει όταν αναφέρεται στη σκληραγωγία που επέβαλε στο σώμα του: “Ας μιλήσουμε για την ιδιωτική μου ζωή. Άγρυπνες νύχτες πάνω σε αχυρόστρωμα κι η τροφή που δεν χορταίνει με κάνει πικρόχολο και αντίθετο προς μια πόλη τρυφηλή σαν τη δική σας. Δεν είναι, όμως, για να σας δώσω το παράδειγμα που έχω τούτες τις συνήθειες, Από παιδί, βαθιά κι ανόητη πλάνη με κατέλαβε και μ’ έπεισε να πολεμώ την κοιλιά μου και να μην την αφήνω να γεμίζει με πολλή τροφή. Λιγότερες φορές από κάθε άλλον μου έχει συμβεί να κάνω εμετό”. Φυσικά, δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι η παραπάνω εξομολόγηση περιέχεται στο γεμάτο ειρωνεία λόγο του προς τους Αντιοχείς, τον “Αντιοχικό ή Μισοπώγων”.

Ο πιο κατάλληλος όμως για μιλήσει για τις πολεμικές γνώσεις και αρετές του Ιουλιανού είναι ο στρατιωτικός και βιογράφος του Αμμιανός Μαρκελίνος. Για τη γνώση των στρατιωτικών θεμάτων από τον Ιουλιανό, λέει: “Διότι εφ’ όσον, κατά πως λέγουν οι φιλόσοφοι, τέσσερις είναι οι βασικές αρετές, η μετριοπάθεια, η σοφία, η δικαιοσύνη και το θάρρος, και κοντά σ’ αυτές υπάρχουν κάποια εξωτερικά χαρακτηριστικά τους όπως η γνώση της τέχνης του πολέμου, το κύρος, η ελευθεροφροσύνη κι η ευδαιμονία – όλα αυτά μαζί και το καθένα χωριστά ο Ιουλιανός τα καλλιεργούσε με αδιάπτωτο ζήλο”. Ο Ιουλιανός όμως, γνώστης της τέχνης του πολέμου, είχε στην αρχή τουλάχιστον να διοικήσει έναν στρατό αποτελούμενο από δειλούς, οκνηρούς και απείθαρχους στρατιώτες. Σημαντικός παράγοντας της επιτυχίας του ως στρατιωτική διοικητική υπήρξε το προσωπικό του παράδειγμα αντοχής και σκληραγωγίας, και ακόμη το ενδιαφέρον του για τους στρατιώτες: “Επιπλέον, αυτή του η αυτοσυγκράτηση περιλάμβανε και το φαγητό και τον ύπνο, και την εξασκούσε είτε βρισκόταν στην πατρίδα είτε στο εξωτερικό. Σε εποχές ειρήνης, η λιτότητα του και τα φτωχά του γεύματα προκαλούσαν απορία και θαυμασμό στους ανθρώπους με ορθή κρίση, καθώς έδινε γύρω του την εντύπωση ότι σκόπευε σύντομα να ξαναφορέσει τον φιλοσοφικό τρίβωνα. Και στις διάφορες εκστρατείες, συχνά τον έβλεπε κανείς να τρώει ένα πενιχρό γεύμα στα όρθια, σαν κοινός στρατιώτης. Ύστερα από έναν σύντομο ύπνο, μόλις ένιωθε αναπαυμένο το κορμί του που τόσο το είχε συνηθίσει στις ταλαιπωρίες, σηκωνόταν και επιθεωρούσε προσωπικά τις αλλαγές φρουράς και τις περιπόλους, κι ύστερα από αυτό έβρισκε καταφύγιο στα βιβλία”. Αποτέλεσμα της αδιάκοπης σκληραγωγίας του και συγχρόνως αίτιο της ικανότητας του στρατεύματος του ήταν η ανδρεία του και η πολεμική του δεινότητα, που δεν μπορεί παρά να ήταν προϊόν ενός καλοασκημένου σώματος: “Το ψυχικό σθένος του μαρτυρούν τόσο οι πολυάριθμες μάχες και η διοίκηση των στρατευμάτων στη διάρκεια των πολέμων, όσο και η αντοχή του στο υπερβολικό κρύο και τη ζέστη. Και παρ’ όλο που η σωματική ρώμη απαιτείται από τον απλό στρατιώτη ενώ η πνευματική από τον στρατηγό, συνέβη κάποτε, πάνω στη μάχη να αναμετρηθεί παλικαρίσια, με έναν άγριο αντίπαλο και να τον ρίξει στο χώμα, και συχνά, όταν οι άνδρες μας υποχωρούσαν, αναχαίτιζε τη φυγή τους βάζοντας τα στήθη του μπροστά. Όταν κατέστρεφε τα βασίλεια των παράφορων Γερμανών, αλλά και στην Περσία, πάνω στην καυτή άμμο, ανέβαζε το ηθικό των στρατιωτών του πολεμώντας κι ο ίδιος στην πρώτη γραμμή”. Τέτοια στρατιωτική ικανότητα έφερε σε θέση τον Ιουλιανό να πραγματοποιήσει πολεμικούς άθλους, όπως η υπερφυσική του πορεία προς το Σίρμιο, κατά την οποία ο Ιουλιανός “πετούσε προς το στόχο του σαν ένας μετεωρίτης, ή πύρινο βέλος”. Ο ίδιος είχε την αίσθηση ότι “|ωσπερ δι’ [αέρος ]ιπτάμενος, διά τ~ης γ~ης [εβάδισεν [αμηχαν?ω τάχει κα`ι [ατρύτ?ω ]ρώμ?η” Η υπερφυσική ταχύτητα αυτής της πορείας δεν έμεινε ασχολίαστη από καμία πηγή.

Στην στρατιωτική ικανότητα του Ιουλιανού αναγνωρίζει και ο Λιβάνιος που αποκαλεί τον μαθητή του: “… ένας αυτοκράτορας στην στρατηγική, ένας ηγέτης στην τακτική, ένας ήρωας στη μάχη”. Ο Λιβάνιος τονίζει συνεχώς το γεγονός ότι ο Ιουλιανός, αν και θα μπορούσε ως διοικητής, να αναπαύεται ή να παρακολουθεί από την σκηνή του τη μάχη εντούτοις όταν άκουγε τις σάλπιγγες ήταν ο πρώτος που έτρεχε σ’ αυτήν. Το παράδειγμα του μαζί με τη διενέργεια σε καιρό ειρήνης τακτικών γυμνασίων του στρατεύματος στη Γαλατεία κατέστησε τον στρατό του αξιόμαχο. Και ενώ πολλές φορές γνώριζε ότι δεν υπερτερούν στην αριθμητική δύναμη ή στην εμπειρία των στρατιωτών του ήξερε και πίστευε ότι από τη μια η στρατηγική είναι πιο αποτελεσματική από τη δύναμη και από την άλλη ότι οι Θεοί θα σταθούν στο πλευρό του. Ο ίδιος ήταν ο “πρώτος στρατιώτης και ήξερε ότι ήταν σωστό να ανταπεξέρχεται στη μάχη το ίδιο όπως και οι υπόλοιποι”. Και ήταν ο ίδιος που πρώτος άνοιγε δρόμο μέσα στην σκόνη, το νερό και τη λάσπη για να δώσει το παράδειγμα.

Όλες οι πηγές συγκλίνουν στην αναμφισβήτηση στρατιωτική ικανότητα του Ιουλιανού, που περιελάμβανε τη γνώση της στρατηγικής, τις ατομικές πολεμικές ικανότητες και την αξιοποίηση του παραδείγματος για το ηθικό των στρατιωτών. Ο Ιουλιανός υπήρξε ένας πλήρης πολεμιστής.

3.5. ΟΙ ΓΝΩΣΕΙΣ ΚΑΙ Η ΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΑΓΩΝΕΣ

Γενικά

Ο πολυμαθής Ιουλιανός γνώριζε μέσα από τη μελέτη αλλά και την προσωπική του εμπειρία κάθε τι σχετικό με τους αγώνες που διεξάγονταν την εποχή του. Πολλά στοιχεία από τους γυμνικούς αγώνες, αλλά και τους ρωμαϊκού τύπου αθλητικούς αγώνες όπως οι αρματοδρομίες, ο Ιουλιανός τα χρησιμοποιεί μέσα στο εκτεταμένο έργο του είτε με τη μορφή παρομοιώσεων και μεταφορών είτε κυριολεκτικά. Σε κάθε περίπτωση αποδεικνύει μια λεπτομερή γνώση των αθλητικών γεγονότων, της τεχνικής διαφόρων αγωνισμάτων, της ιστορίας και της σύνδεσης των αγώνων με τη λατρεία των Θεών.

Εκτός όμως από τη γνώση αθλητικών όρων και την αναλυτική περιγραφή αθλητικών σκηνών ο Ιουλιανός μας δίνει μέσα στο έργο του μαρτυρίες για το προσωπικό του ενδιαφέρον για τη διοργάνωση κυρίως γυμνικών αγώνων αλλά και αρματοδρομιών. Ο Ιουλιανός, στην αρχή ως Καίσαρας και αργότερα ως αυτοκράτορας διοργανώνει αθλητικά γεγονότα με κάθε ευκαιρία εορτασμού, όπως άλλωστε και τα πρότυπά του Αχιλλέας και Μέγας Αλέξανδρος, αλλά και παρέχει κάθε δυνατή διευκόλυνση στους διοργανωτές και άλλους εμπλεκόμενους στη διεξαγωγή των αγώνων, ώστε αυτοί να πραγματοποιηθούν απρόσκοπτα και με κάθε επισημότητα. Στην περίπτωση των γυμνικών αγώνων που από παράδοση συνδέονται άμεσα με τη λατρεία των Θεών, ο Ιουλιανός δείχνει την προτίμησή του και τη μέριμνα του, αν και δεν κάνει αναφορά αν μπόρεσε, λόγω των υποχρεώσεων του, να παρακολουθήσει τους Πανελλήνιους ή άλλους τοπικούς γυμνικούς αγώνες.

Ο Ιουλιανός όμως και ως θεατής και ως αγωνοθέτης και αθλοθέτης συμμετέχει σε αρματοδρομίες και ιπποδρομίες αν και δεν τρέφει ιδιαίτερη εκτίμηση για αυτού του τύπου τα θεάματα. Είναι όμως ένας διορατικός πολιτικός ηγέτης που επιθυμεί να συμμετέχει σε εκδηλώσεις δημοφιλείς και κοντά στο λαό του. Δεν κρύβει όμως την απέχθεια του για τα καθαυτό ρωμαϊκά αγωνίσματα όπως οι μονομαχίες και οι θηριομαχίες, αλλά και τα παρηκμασμένα την εποχή του θεάματα του θεάτρου, της παντομίμας και των ασεβών χορών. Στη βάση βεβαίως της στάσης του, βρίσκονται οι αρχές και οι αξίες που του εμφυσήσαν οι παιδαγωγοί του στα χρόνια των σπουδών του.

Τέλος, όπως είδαμε, η στρατιωτικού τύπου εκπαίδευση του Ιουλιανού και η σκληραγωγία που επέβαλε στον οργανισμό του τον κατέστησαν έναν ικανό πολεμιστή με τα ανάλογα σωματικά χαρακτηριστικά και ικανότητες που μαρτυρούν οι πηγές.

3.5.1. Η ΓΝΩΣΗ ΤΩΝ ΑΘΛΗΤΙΚΩΝ ΟΡΩΝ ΚΑΙ Η ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ ΤΟΥΣ ΧΡΗΣΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΟΥΛΙΑΝΟ

Ο Ιουλιανός χρησιμοποιεί σε πάρα πολλές περιπτώσεις μέσα στο έργο του, αθλητικούς όρους από την τεχνική διαφόρων αγωνισμάτων, τους κανονισμούς και την ορολογία των αγώνων. Τις περισσότερες φορές οι όροι αυτοί χρησιμοποιούνται σε μεταφορές και παρομοιώσεις και όχι κυριολεκτικά. Και με αυτήν όμως τη χρήση τους γίνεται φανερό ότι ο Ιουλιανός είτε μέσα από τη μελέτη είτε από την προσωπική του εμπειρία γνωρίζει σημαντικά στοιχεία για τα αγωνίσματα και τους αγώνες. Στο “Εγκώμιο στον αυτοκράτορα Κωνστάντιο” τον παρουσιάζει σαν “Ολυμπιονίκη σε τρίτη μάχη”, αναφερόμενος στην τρίτη του νίκη επί του Μαγνέντιου. Άλλη πάλι φορά για λόγους ρητορικούς συνδέει τον λόγο του, επανερχόμενος στο θέμα του μετά από μια παρέκβαση, παρομοιάζοντας την ενέργεια του: “… ας επανέλθουμε στο σημείο απ’ όπου ξεκινήσαμε, όπως αναγκάζονται να κάνουν εκείνοι που πήραν πιο γρήγορα τη φόρα τους σε αγώνες δρόμου”. Στον ίδιο λόγο του “Περί Βασιλείας” χρησιμοποιεί κι άλλη μεταφορά από τους Ολυμπιακούς αγώνες: “Κορεστήκατε πια . τ’ αυτιά σας έχουν γεμίσει και δεν θα λείψουν ποτέ οι ποιητές που θα υμνήσουν τους πολέμους και τις νίκες με φωνή βροντώδη σαν τους κήρυκες της Ολυμπίας”. Λεπτομέρειες για το σύστημα πρόκρισης στους γυμνικούς αγώνες φαίνεται ότι γνωρίζει επακριβώς ο Ιουλιανός και με αυτό παρομοιάζει τον τρόπο που οι θεοί κρίνουν τους διαγωνιζομένους στο έργο του “Συμπόσιον ή Κρόνια”: “… ή, όπως γίνεται στους γυμνικούς αγώνες, όποιος νικήσει αυτόν που έχει νικήσει διαδοχικά πολ-

λούς αντιπάλους, παρ’ όλο που δεν θα έχει επικρατήσει παρά μόνο σε έναν, θεωρείται πως έχει αποδειχτεί καλύτερος απ’ όλους όσους νικήθηκαν προηγουμένως και παρ’ όλο που δεν έχουν παλέψει ο καθένας, με τον νικητή αλλά έχουν νικηθεί από κάποιον ανταγωνιστή τους που νικήθηκε”. Πάλι για τους κήρυκες των αγώνων, αυτή τη φορά όμως βάζει την αγγελία της λήξης των Ολυμπιακών αγώνων στο στόμα του Θεού Ερμή ο Ιουλιανός και κηρύττει την έναρξη της φανταστικής αναμέτρησης που λαμβάνει χώρα στο “Συμπόσιον”: “Τότε ο Ερμής έκανε την εξής διακήρυξη: “Ο αγώνας που αρχίζει προσφέρει στον νικητή, το καλύτερο έπαθλο. Έφτασε η ώρα μη καθυστερείτε πια … ορμήστε στον αντίπαλο, αρχίστε τον αγώνα”. Η λήξη των Ολυμπιακών αγώνων δινόταν με τα ίδια ακριβώς λόγια μόνο που εδώ ο Ιουλιανός άλλαξε την πρώτη λέξη “Λήγει” με τη λέξη “Άρχει” για να ταιριάζει στην εξαγγελία της έναρξης του αγώνα. Από τους αθλητικούς όρους των δρόμων χρησιμοποιεί την “νύσσα”, τον στύλο που όριζε μέσα στο στάδιο το σημείο στροφής των αθλητών, για να περιγράψει την πορεία του Ήλιου: “… και στρίβοντας από τον Αιγόκερω, σαν να ήταν νύσσα”.

Η πιο χαρακτηριστική όμως παρομοίωση στην οποία ο Ιουλιανός χρησιμοποιεί στοιχεία από τους Ολυμπιακούς αγώνες για να περιγράψει τον προσωπικό του δρόμο στη ζωή, ως ενός αθλητή μπροστά σε μια μεγάλη πρόκληση βρίσκεται στην επι-

στολή του “Προς τον φιλόσοφο Θεμίστιο”: “Ας φανταστούμε κάποιον που η σωματική του υγεία τον αναγκάζει να γυμνάζεται στο σπίτι του και με μεγάλο κόπο να εκτελεί μετρημένες ασκήσεις. Έρχεσαι τώρα εσύ και του αναγγέλλεις ξαφνικά: “Τώρα βρίσκεσαι στην Ολυμπία. Έχεις αφήσει την παλαίστρα του σπιτιού σου και ήρθες στο στάδιο του Δία, όπου θεατές θα είναι Έλληνες απ’ όλα τα μέρη . στην πρώτη θέση κάθονται οι συμπολίτες σου και πρέπει να παλέψεις για την τιμή τους. Υπάρχουν και μερικοί βάρβαροι, που θα πρέπει να καταπλήξεις, δείχνοντας με τις δυνατότητές σου ότι η πατρίδα σου είναι άξια να προκαλεί τον τρόμο”. Θα τον ταράξουν τούτα τα λόγια σου και θ’ αρχίσει να τρέμει πριν από τον αγώνα. Τούτη είναι η εντύπωση, να το ξέρεις, που μου προκάλεσε το γράμμα σου”. Και το μεγαλύτερο αγώνισμα, στο οποίο αγωνίστηκε ο Ιουλιανός ήταν: “… και τελικά να φτάσεις στο δυσκολότερο αγώνισμα, να τα βάλεις δηλαδή με την κοινή γνώμη, που φέρνει τόσες συμφορές σε πολλούς ανθρώπους”.

Δεν κάνει όμως πάντα μόνο μεταφορική χρήση των αθλητικών του γνώσεων, ο Ιουλιανός, αλλά αρκετές φορές τις χρησιμοποιεί στα κείμενα του με την κυριολεκτική τους σημασία. Έτσι, γνωρίζει για τα έπαθλα στους Ολυμπιακούς και Πυθικούς αγώνες: “Πρέπει να του αρνηθούμε τον τίτλο (του ευγενή), έστω και … αν απόκτησε ολόκληρη σειρά από βραβεία σε ολυμπιακούς ή πυθικούς αγώνες” και τις θυσίες στην Ολυμπία: “… όχι εκατόμβη, αλλά και χιλιόμβη – μα τους Θεούς- αν προσφέρεις στην Ολυμπία (χωρίς αγιοσύνη), μόνο έξοδα κάνεις και τίποτα περισσότερο”.

Και ο Λιβάνιος χρησιμοποιεί όρους και στοιχεία από την αθλητική ζωή είτε για να περιγράψει τον ίδιο τον Ιουλιανό ως Ολυμπιονίκη για τις στρατιωτικές του επιτυχίες, είτε ως αθλητή, γενικώς ή κατά προτίμηση ως παλαιστή που επιστρέφει θριαμβευτής στην παλαίστρα από μεγάλους αγώνες. Ως παλαιστή βλέπει ο Λιβάνιος και τον εαυτό του: “Κι εγώ απ’ τη μεριά μου, σαν παλαιστής που προπονείται ξέροντας πως έχει ν’ αντιμετωπίσει αντίπαλο ισχυρό, εξασκούσα το μυαλό μου, για να μην αφήσω να με ξεπεράσουν τα γεγονότα”. Ο Λιβάνιος γνωρίζει και χρησιμοποιεί στοιχεία τεχνικής και κανονισμών αγωνισμάτων πάντοτε με μεταφορική έννοια, αφού εκτός από τα ρωμαϊκού τύπου αθλητικά θεάματα τα οποία κατακρίνει όπως και ο Ιουλιανός, δεν ασχολείται με τον αθλητισμό στο έργο του. Έτσι, μιλάει για αγώνες δρόμου, για “ακονιτί” αγώνες στους οποίους ο νικητής δεν αγωνίζεται και για κωπηλασία: “Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με τους κωπηλάτες: δεν έχουν όλων τα χέρια την ίδια δύναμη, όμως κι αυτός που υστερεί σε δύναμη κάπως συντελεί”. Και για την παρακίνηση των προπονητών.

3.5.2. Ο ΙΟΥΛΙΑΝΟΣ ΩΣ ΑΓΩΝΟΘΕΤΗΣ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΩΝ ΚΑΙ ΤΟΠΙΚΩΝ ΑΓΩΝΩΝ

Ο Ιουλιανός ως ανώτατος άρχοντας του Ρωμαϊκού κόσμου είχε υπό την εποπτεία του τους Πανελλήνιους και τοπικούς αθλητικούς αγώνες. Οι γυμνικοί αυτοί αγώνες συνεχίζονταν στην εποχή του και μάλιστα είχαν την εύνοια του αυτοκράτορα είχε παραχωρήσει σε πολλές περιπτώσεις ατέλεια. Ο Ιουλιανός εφάρμοσε θεσμούς, όπως η ατέλεια των διοργανωτών αγώνων, που υπήρχαν από την αρχή των θεσμών. Έτσι, έμενε πιστός στην παράδοση των αγώνων που παρέμεναν σε στενή σύνδεση με τη λατρεία των Θεών. Σε κάθε πάντως περίπτωση η μαρτυρία του είναι σημαντική για τη συνέχεια των θεσμών στην εποχή του. Στην Επιστολή του “Προς τους Αργείους” παρουσιάζει τις γνώσεις του για τους αγώνες και τοποθετείται ως αυτοκράτορας απέναντί τους: “Όμως, σήμερα, που η κυριαρχούσα τάξη προσάρτησε το Άργος στην Κόρινθο (για να χρησιμοποιήσω ευπρεπή φρασεολογία), οι Κορίνθιοι με εγκληματικό θράσος αναγκάζουν τους Αργείους να πληρώνουν φόρο. Ξεκίνησαν τούτη την καινοτομία, όπως λένε, εδώ και επτά χρόνια, χωρίς να υπολογίσουν την ατέλεια που οφείλεται στους κατοίκους των Δελφών και

της Ηλείας, για τον εορτασμό των ιερών αγώνων. Και, όπως γνωρίζουμε, οι σημαντικότεροι και λαμπρότεροι αγώνες της Ελλάδας είναι τέσσερις: οι κάτοικοι της Ηλείας οργανώνουν τους Ολυμπιακούς αγώνες, οι κάτοικοι των Δελφών τους Πυικούς, οι Κορίνθιοι τα Ίσθμια και οι Αργείοι τα Νέμεα. Δεν είναι λοιπόν παράλογο, εκείνοι να διατηρούν την ατέλεια που τους είχε παραχωρηθεί, ενώ οι Αργείοι, που για τις ίδιες δαπάνες είχαν απαλλαγεί και που ίσως μάλιστα ούτε καν υποτάχθηκαν, να χάνουν τώρα τα προνόμια που είχαν αξιωθεί; – Και κάτι ακόμα: οι κάτοικοι της Ηλείας και των Δελφών έχουν συνήθεια να τελούν τους αγώνες μια φορά κάθε πέντε χρόνια, ενώ οι Αργείοι καθώς και οι Κορίνθιοι τελούν τα Νέμεα και τα Ίσθμια δύο φορές. Τέλος, οι Αργείοι στο ίδιο διάστημα τελούν επιπλέον και άλλους δύο αγώνες αυτού του είδους, έτσι συνολικά σε τέσσερα χρόνια τελούν τέσσερις αγώνες. – Με ποιο δικαίωμα, λοιπόν, εκείνοι είναι απαλλαγμένοι κι έχουν μόνο ένα βάρος, ενώ οι Αργείοι αναγκάζονται από τους Κορίνθιους να πληρώνουν κι άλλον ένα φόρο που προστίθεται στις τοπικές δαπάνες και όλα τούτα για μια γιορτή που δεν έχει τίποτα το Ελληνικό ή το αρχαίο;”. Στο παραπάνω απόσπασμα ο Ιουλιανός μας δίνει μια σημαντική μαρτυρία για τη συνέχεια των Πανελληνίων αγώνων την εποχή του αλλά και για τη δική του ευνοϊκή στάση απέναντι τους, που στην περίπτωση που αναφέρεται έχει να κάνει με τη διατήρηση της ατέλειας των διοργανωτών. Συγχρόνως, παρακάτω, παίρνει σαφή θέση απέναντι στους ρωμαϊκού τύπου αγώνες που ήταν πολύ δημοφιλείς την εποχή του και τους οποίους θεωρεί ότι δεν είναι ούτε Ελληνικοί ούτε σύμφωνοι με τις αρχαίες παραδόσεις. Οι αγώνες αυτοί: “Στην πραγματικότητα οι Κορίνθιοι δεν έχουν ανάγκη τόσο χρήματα για να επιχορηγήσουν μουσικούς ή γυμνικούς αγώνες. Αλλά τα θέλουν για να μπορούν να παρουσιάζουν συχνά στα θέατρά τους θεάματα κυνηγετικά και να μπορούν να αγοράζουν αρκούδες και πάνθηρες. Τα σημαντικά αυτά έξοδα μπορούν και μόνοι τους να τα αντέξουν, αν λάβουμε υπόψη μας τον πλούτο τους, και ακόμη περισσότερο επειδή πολλές πόλεις συμβάλουν κι αυτές για να αγοράσουν την ευχαρίστησή τους, στην τιμή τούτης της ίδιας δαπάνης”. Την απέχθεια και την αποστροφή του σε τέτοια θεάματα όπως οι μονομαχίες και οι θηριομαχίες εκφράζει με κάθε ευκαιρία ο Ιουλιανός, όπως θα δούμε παρακάτω.

Τέλος, αναφορά κάνει ο Ιουλιανός και σε μικρότερης εμβέλειας αγώνες, όπως τα Ήλια, που για πρώτη φορά διοργάνωσε ο Αυρηλιανός στη Ρώμη το 274μ.Χ.; “… κι εμείς τιμούμε τον Μίθρα και οργανώνουμε αγώνες κάθε τέσσερα χρόνια προς τιμή του Ήλιου, θα αναφερθώ σε νεότερα έθιμα”.

Τις σημαντικότερες μαρτυρίες για τη δράση του Ιουλιανού ως αγωνοθέτου αθλητικών αγώνων μας τις δίνει ο Αμμιανός Μαρκελίνος που ακολουθεί τον Ιουλιανό από την αρχή της θητείας του ως Καίσαρας, δηλαδή από τότε που έχει τη δυνατότητα να διοργανώσει τέτοιες εκδηλώσεις. Εκτός από τις περιπτώσεις

που αναφέρονται αρματοδρομίες ή άλλοι αγώνες, μπορούμε να υποθέσουμε ότι και όταν γίνονται αναφορές σε γιορτές Θεών πιθανόν να διεξάγονταν και αγώνες. Οι αγώνες αυτοί χρονικά είναι: Στην Γαλατία, ο Ιουλιανός γιορτάζει τα πεντάχρονα της εξουσίας στη Βιέννη με αγώνες, ο Αμμιανός δεν διευκρινίζει εάν ήταν γυμνικοί ή αρματοδρομίες που ήταν το πιθανότερο λόγω της δημοτικότητάς τους, δεν αποκλείεται όμως να ήταν και γυμνικοί αφού ο Αμμιανός όταν πρόκειται για αρματοδρομίες το αναφέρει επακριβώς, όπως στην περίπτωση των αγώνων στη Νάϊσσο. Στις αρχές του Ιανουαρίου διεξάγονται αγώνες τριών ημερών προς τιμήν του Μαμερτίνου. Πιθανόν, πρόκειται για αρματοδρομίες αφού αναφέρεται ότι ο Μαμερτίνος “έδωσε αγώνες” σε ρωμαϊκού τύπου στάδιο, το Circus. Ο Αμμιανός αναφέρει ακόμη δύο εορταστικές εκδηλώσεις, μία στην Αντιόχεια προς τιμήν του Άδωνη και μια στη Ρώμη στις είκοσι Μαρτίου προς τιμήν της μητέρας των Θεών. Βεβαίως, ο χρονικογράφος Αμμιανός καταγράφει μόνο τις γιορτές στις οποίες παρευρέθηκε ή διοργάνωσε ο ίδιος και στις περιπτώσεις που λέει εάν διεξάγονταν αγώνες δεν διευκρινίζει αν ήταν γυμνικοί ή αρματοδρομίες. Και έτσι όμως, μας δίνει μαρτυρίες για τουλάχιστον δύο γεγονότα που διοργάνωσε ο ίδιος (στη Βιέννα και τη Ναϊσσό), και την παρακολούθηση ενός ακόμη (στην Κωνσταντινούπολη). Μπορούμε να υποθέσουμε ότι οι εορτές των εθνικών θεοτήτων περιλαμβάνουν και αθλητικό μέρος.

Ο Λιβάνιος επίσης αν και δεν αναφέρει για τη συμμετοχή του Ιουλιανού στη διοργάνωση κάποιου αθλητικού γεγονότος, είναι όμως αυτός που κάνει τη σύνδεση στην πολιτική του Ιουλιανού για την αναστήλωση των ιερών και την επαναλειτουργία θεσμών αθλητικών εντεταγμένων στη λατρεία των Θεών. Παραδέχεται ότι ο Ιουλιανός αποκατέστησε τα ιερά και ανανέωσε τους αγώνες.. Ακόμη η αναφορά του σε ενεστώτα χρόνο στοιχείων για τους Πανελλήνιους αθλητικούς αγώνες της Ολυμπίας και αλλού αποδεικνύει ότι στην εποχή του οι αγώνες συνεχίζονταν κανονικά και συνέχιζαν να είναι εντεταγμένοι στο πλαίσιο της λατρείας των Θεών: “Αυτοί μεν χαρίζοντας λάμψη και στην Αθήνα και στην πόλη της Κορίνθου θεσμοθέτησαν αθλητικούς αγώνες αφιερωμένους στους Θεούς, κατά πόλεις. Δηλαδή οι Κορίνθιοι διοργάνωναν αγώνες προς τιμήν του Ήλιου, άρχοντα της θάλασσας, ενώ οι Αθηναίοι προς τιμήν της δικής τους Θεάς, της Αθηνάς. Λίγο έλειψε να καταστρέψουν την αρμονία του παντός με τη θρασύτητα που επέδειξαν κατά τους ιερούς αγώνες, στολίζοντας με στολίδια ασέβειας τις πόλεις, τις οποίες τιμούσαν και ανταποδίδοντας την εύνοια με την καθύβριση των θεών, αγνοώντας ότι ένα και μόνο λάθος είναι αρκετό για να τους κάνει να χάσουν και την εμπιστοσύνη που τους είχαν δείξει οι Θεοί σε άλλους τομείς”. Οι αγώνες λοιπόν, συνεχίζονταν παράλληλα με τη λατρεία των Θεών. Διατηρούσαν τη φήμη και το κύρος τους, κυρίως οι Ολυμπιακοί, ήταν όμως εμφανή τα σημάδια παρακμής τους. Ο Λιβάνιος αφήνει να εννοηθεί ότι την εποχή του οι Ολυμπιακοί αγώνες της πόλης του, της Αντιόχειας παραμένουν στο υψηλότερο σημείο κύρους, ενώ η υποστήριξη που παρείχε σε αυτούς κάποιος βασιλιάς, προφανώς ο Ιουλιανός καθώς λέει ότι τον “είδαν”, τους προσπόρισε μεγαλύτερη τιμή. Υπάρχουν όμως δείγματα κάμψης τους: “Μήπως κατά τη διάρκεια των ιππικών αγώνων ο ανταγωνισμός δεν είναι ειρηνικός; Μήπως λείπουν τα θεάματα; Μήπως οι χαρές δεν γίνονται αντίπαλοι για τις έγνοιες; Μήπως δεν έχει μεταφερθεί εδώ το καύχημα των Ηλείων και μήπως δεν φέραμε τους δασκάλους των Ολυμπίων για να τιμήσουμε τον Δία; Αυτούς τους αγώνες τους ίδρυσε βασιλιάς και έβγαλε τη δική του φορεσιά για να ντυθεί τη φορεσιά του αθλητή των Ολυμπιακών Αγώνων, ενώ είδαμε κάποιον άλλο βασιλιά να γίνεται ελλανοδίκης και να φορά στους αθλητές το δάφνινο στεφάνι, τιμώντας με αυτό τον τρόπο τα δρώμενα, αλλά και αντλώντας τιμή από αυτά. Κι αν η δική μας διοργάνωση μοιάζει και σε κάτι με τα άσχημα που συμβαίνουν στους αγώνες της Ηλείας, τι δείχνει αυτό παρά το ότι μιμηθήκαμε και στα άλλα τη λίγο έκρυθμη ατμόσφαιρα των Ολυμπιακών Αγώνων;”  Τέλος, από τον Λιβάνιο, έχουμε τη μοναδική μαρτυρία ότι ο Ιουλιανός οργάνωσε ιπποδρομίες μπροστά στις πύλες της πολιορκούμενης Βαβυλώνας μέσα σε απολύτως ειρηνικό τρόπο καθώς είχε εμπνεύσει μεγάλο φόβο στους Πέρσες.

3.5.3. Η ΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΑ ΡΩΜΑΪΚΑ ΘΕΑΜΑΤΑ

Ο Ιουλιανός γνώριζε από τις μελέτες του αλλά και παρακολουθούσε και ο ίδιος τα αθλητικά εκείνα θεάματα που έχαιραν της ιδιαίτερης εκτίμησης του ρωμαϊκού λαού: τις αρματοδρομίες, τις ιπποδρομίες και τους χορούς. Ο ίδιος φαίνεται ότι έκλινε προς τους γυμνικούς αγώνες που ήταν στενά συνδεδεμένοι με τη λατρεία των Θεών και υπηρετούσαν με πιο σωστό τρόπο το ιδεώδες της καλοκαγαθίας που υπηρετούσε και ο ίδιος. Έτσι, όλες οι αναφορές του στους γυμνικούς αγώνες ήταν θετικές ενώ αντιθέτως όποτε μιλάει για τα σύγχρονα του δημοφιλή θέματα δεν κρύβει την αποστροφή του. Όμως, τα παρακολουθεί στο βαθμό που οφείλει, ως ανώτατος άρχοντας, να μοιράζεται τα ενδιαφέροντα των υπηκόων του και επίσης στην περίπτωση όπου διάφορα συστατικά στοιχεία αυτών των αθλημάτων, όπως οι ηνίοχοι, υπηρετούν τα αθλητικά του ιδεώδη, τα κατέχει με κάθε λεπτομέρεια, όπως είδαμε στο κεφάλαιο για τα πρότυπα.

Η στάση του αυτή, δηλαδή “τα παρακολουθώ αλλά τα απεχθάνομαι”, την περιγράφει ο ίδιος στον “Αντιοχικό”: “… απεχθάνομαι τις ιπποδρομίες όπως εκείνοι που χρωστούν χρήματα στις αγορές. Σπάνια, παρευρίσκομαι σ’ αυτές και μόνο κατά τις εορτές των Θεών, ούτε παραμένω όλη την ημέρα… Έξι κούρσες παρακολουθώ όλες κι όλες, κι εκείνες όχι με τη διάθεση κάποιου που του αρέσει το άθλημα, ή έστω, μα τον Δία, με τη διάθεση κάποιου που δεν το μισεί ή δεν το αποστρέφεται, και χαίρομαι ιδιαίτερα όταν φεύγω”. Στην στάση του αυτή προς τις ιπποδρομίες συνέβαλε αποφασιστικά ο παιδαγωγός του Ιουλιανού, ο Μαρδόνιος που τον προέτρεπε: ” ‘Μην επιτρέψεις ποτέ στους συνομηλίκους σου που μαζεύονται στα θέατρα, να σε παρασύρουν στο λάθος να επιθυμείς κι εσύ τέτοια θεάματα. Σ’ αρέσουν οι ιπποδρομίες; Υπάρχει μία στον Όμηρο που περιγράφεται θαυμάσια. Πάρε το βιβλίο και διάβασε”.

Στο στόχαστρο του Ιουλιανού βρίσκονται και το θέατρο της εποχής, οι παντοειδείς ηθοποιοί, μίμοι και χορευτές. Δεν πρέπει όμως να θεωρηθεί ότι ο Ιουλιανός καταδίκαζε συλλήβδην το θέατρο ή τον χορό αλλά μόνο εκείνες τις περιπτώσεις (οι οποίες στην εποχή του είχαν γίνει κανόνας) όπου οι λειτουργοί τους, ηθοποιοί, μίμοι και χορευτές ήταν ασεβείς προς τους Θεούς, μαλθακοί και ακόλαστοι. Τέτοιοι βρίσκει πως είναι οι παραπάνω στην Αντιόχεια: “… η χαρούμενη, πολυάνθρωπη και ευημερούσα πόλη, με τους πολλούς χορευτές και αυλητές, με μίμους περισσότερους από τους κανονικούς πολίτες, που δεν έχει κανένα σεβασμό προς τους άρχοντες… Όλοι σας είστε ωραίοι, ψηλοί, με λείο δέρμα και χωρίς γενειάδες . όλοι, μεγάλοι και μικροί ζηλεύετε την ευτυχία των Φαιάκων, “ρούχα καινούρια, λουτρά θερμά και μαλακά κρεβάτια” κι όχι τον σεβασμό στους νόμους”. Και ο αυτοκράτορας παραδέχεται ότι επέδειξε αδιαφορία για αυτού του είδους τα θεάματα με αποτέλεσμα, κατά τους Αντιοχείς: “Με το να αγνοείς τη σκηνή, τους μίμους και τους χορευτές κατέστρεψες την πόλη μας κι έτσι κανένα καλό δεν είδαμε από σένα εκτός απ’ την τραχύτητά σου”. Σε όλες τις περιπτώσεις, ο Ιουλιανός συνδέει τους ηθοποιούς, τους μίμους και τους χορευτές με την τρυφηλότητα, τη θηλυπρέπεια και την ακολασία, με ειρωνεία βάζει τους Αντιοχείς να του λένε: “Θα έπρεπε να ευγνωμονείς εκείνους που απ’ την καλοσύνη τους και μόνο σε ορμηνεύουν έξυπνα με αναπαίστους, να ξυρίσεις τα μάγουλά σου και μετά ξεκινώντας από τον εαυτό σου, να δείξεις σε τούτο τον χαρούμενο λαό ωραία θεάματα, μίμους, χορευτές, αναίσχυντες γυναίκες, αγοράκια που συναγωνίζονται τις γυναίκες σε ομορφιά, και άντρες που δεν έχουν ξυρίσει μόνο τα σαγόνια αλλά κι ολόκληρο το σώμα τους, τόσο που φαίνονται σε όσους τους συναντούν να έχουν δέρμα πιο λείο από τις γυναίκες, και γιορτές και πανηγύρια, όχι όμως μα τον Δία, θρησκευτικά, όπου πρέπει να συμπεριφερόμαστε με σοβαρότητα”, και αλλού πάλι τους χαρακτηρίζει με έναν Ομηρικό στίχο: “Ψεύτες και χορευτές και στα χοροπηδήματα άριστοι”. Και αντίθετα με τους Σύρους μπορούν να μεθούν και να “χορεύουν τον κόρδακα”. Και οι πολλές αναφορές του στους χορευτές τελειώνουν με μια ιστορία που παραθέτει ο Ιουλιανός στον “Μισοπώγων” όπου οι Κέλτες “… όταν οι χορευτές άρχισαν να δείχνουν την τέχνη τους στο θέατρο, οι Κέλτες σηκώθηκαν κι έφυγαν γιατί νόμισαν ότι είχαν να κάνουν με ανθρώπους που είχαν πάθει νυμφοληψία. Το θέατρο φαινόταν εντελώς γελοίο στους ανθρώπους εκείνης της χώρας, όπως φαίνεται και σ’ εμένα”. Την ανδροπρέπεια που δεν βρίσκει ο Ιουλιανός στους χορούς και στα θεάματα της εποχής του, ανατρέχει με τη συμβουλή του Μαρδόνιου, για να βρει στον Όμηρο: “Τους ακούς να μιλάνε για χορευτές παντομίμας; Άσ’ τους να χαίρονται. Ακόμα και στους Φαίακες οι έφηβοι χορεύουν με περισσότερη ανδροπρέπεια. Εσύ έχει κιθαρωδό τον Φήμιο και τραγουδιστή τον Δημόδοκο”.

Τέλος, ο Ιουλιανός κάνει μία και μόνη αναφορά στον θεσμό του γυμνασιάρχη όταν στον “Αντιοχικόν” διηγείται μια ιστορία από την εποχή του Κάτωνα. Πρέπει να υποθέσουμε ότι ο ρόλος του γυμνασιάρχη και στην εποχή του Ιουλιανού σχετικά με την εκπαίδευση των εφήβων ήταν ο ίδιος, αφού δεν αναφέρει σε κανένα σημείο της διήγησης ότι στις μέρες του δεν υπάρχει το αξίωμα. Λέει ο Ιουλιανός: “Ο Ρωμαίος Κάτων… έφτασε, λοιπόν, σ’ αυτήν εδώ την πόλη, την πολυάνθρωπη, την πολυτελή και την πλούσια. Όταν είδε τους εφήβους στο προάστιο μαζί με τους άρχοντες παραταγμένους σαν σε στρατιωτική επίδειξη, νόμισε πως οι πρόγονοί σας είχαν κάνει εκείνες τις προετοιμασίες προς τιμήν του… Ενώ βρισκόταν σ’ αυτή τη θέση, κάπως αναστατωμένος και είχε κοκκινίσει, τον πλησιάζει ο γυμνασίαρχος και του λέει: “Ξένε, που είναι ο Δημήτριος;” Ο γυμνασιάρχης όπως γνωρίζει ο Ιουλιανός είχε την ευθύνη της εκπαίδευσης των νέων, μέρος της ήταν και οι στρατιωτικές επιδείξεις επ’ ευκαιρία των εκδηλώσεων προς τιμήν επιφανών πολιτών και άλλων προσωπικοτήτων, όπως στην ιστορία που διηγείται ο Ιουλιανός, με σαφή επικριτική διάθεση, για τον εκπεσμό του θεσμού.

Την ίδια στάση, απέναντι στον ρωμαϊκό ιππόδρομο, είχε και ο δάσκαλος του Ιουλιανού, Λιβάνιος. Ο φιλόσοφος δεν απέκλειε τις ιπποδρομίες και το θέατρο καθ’ ολοκληρίαν αλλά στη μορφή που είχαν την εποχή του, καθώς: “Ούτε οι ιπποδρομείς ούτε το θέατρο δεν είναι αυτό που πρέπει να είναι”. Κι όμως διαπιστώνει, ότι πολλοί διοικητές που αποκαλούνται “σωτήρες” δείχνουν περισσή σπουδή να παρακολουθήσουν πριν από οτιδήποτε άλλο, ακόμη και αυτόκλητοι, τις ιπποδρομίες και το ψυχαγωγικό θέατρο. Αντιθέτως, από αυτούς, ο μαθητής του Ιουλιανός δέχονταν τις προσκλήσεις που του απεύθυναν για αυτά τα θεάματα σαν να ήταν καταστροφή. Κανένα από τα θεάματα αυτά, ούτε οι ιπποδρομείς και ακόμη λιγότερο οι θηριομαχίες, δεν συγκινούσαν τον Ιουλιανό ο οποίος όταν τιμούσε εξ’ ανάγκης την ημέρα των αγώνων με την παρουσία του “… πρ`ος {αλλοις ε@ιχε τ`α {ομματα” και τίποτε δεν περισπούσε την προσοχή του, ούτε η μονομαχία, ούτε ο ανταγωνισμός, ούτε οι επευφημίες. Σε κάθε δε περίπτωση, ακόμη και όταν άλλος μετά από μεγάλη προσπάθεια θα επέλεγε να ξεκουραστεί στον ιππόδρομο, αυτός έδινε το παράδειγμα στους υφισταμένους του να παραμένουν στις θέσεις που επίτασσε το καθήκον τους. Η υπερβολή όμως των θεαμάτων αυτών που διαπίστωσε ο Ιουλιανός στην Αντιόχεια και τον οδήγησε, μαζί με άλλες αιτίες να αποστρέψει την εύνοιά του από την πόλη, έκανε τον δάσκαλό του Λιβάνιο να παρακαλέσει τους συμπολίτες του να κλείσουν για λίγο χρόνο το θέατρο και να περάσουν το καλοκαίρι τους χωρίς διασκεδάσεις. Ακόμη τους καλούσε να μειώσουν τον αριθμό των ιπποδρομιών σε έξι αντί για δεκαέξι: “Ας επιβάλλουμε μόνοι στον εαυτό μας τιμωρία, για να μη μας επιβάλλει ο αυτοκράτορας μεγαλύτερη”. Ίσως κατ’ αυτόν τον τρόπο ο αγαπημένος του μαθητής επανεκτιμούσε την πόλη και τον πληθυσμό της και τους περιέβαλε ξανά με την εύνοιά του. Την αξία, τέλος, του ιπποδρόμου ως χώρου έκφρασης λαϊκών αιτημάτων προς τους πολιτικούς του άρχοντες, την αναγνωρίζει ο Λιβάνιος ήδη από την εποχή του.

Μια αντίφαση, πιθανόν, να βρίσκουμε στο έργο του Λιβάνιου “Αντιοχικός” όπου στον έπαινο της πόλης του Αντιόχειας συμπεριλαμβάνει και τα θέατρα τα προορισμένα για θηριομαχίες: “Ποιος θα κατάφερνε να απαριθμήσει άλλα είδη θεάτρων, που

είναι φτιαγμένα είτε για να αγωνίζονται εκεί οι αθλητές, είτε για να αγωνίζονται άνθρωποι με θηρία που είναι όλα φτιαγμένα μέσα στην πόλη, έτσι ώστε να μην προηγείται λύπη της χαράς, λόγω της απόστασης που πρέπει να διανύσει κανείς για να φτάσει εκεί;” Όμως, το έργο αυτό του Λιβανίου απευθύνεται στους συμπολίτες του Αντιοχείς επ’ ευκαιρία των Ολυμπιακών αγώνων της πόλης το 360μ.Χ. και δεν αποσκοπεί να τους ψέξει, όπως σε άλλες περιπτώσεις, επί του προκειμένου.

Ο Λιβάνιος επίσης, δεν κρύβει την αποστροφή του για τα τεκταινόμενα στα λουτρά των πόλεων της εποχής του, όπου προφανώς είχαν μετατραπεί σε χώρους ανηθικότητας: “Μήπως πρέπει να επαινώ την ξεδιαντροπιά των νέων και την ανοχή των πατέρων τους; Και τ’ ότι κοιμούνται όλη μέρα και περνούν τις νύχτες τους περιμένοντας στα λουτρά; Και ενώ περιμένουν, το τι κάνουν και που ας μην το αναφέρω”. Η πόλη του Λιβάνιου όπως μαρτυρεί ο ίδιος πρέπει να ήταν κοσμημένη με τόσα ιδιωτικά και δημόσια λουτρά: “… χάρη στα οποία είναι εφικτή και η υπεροχή της πόλης και η τρυφή”. Τα λουτρά στην Αντιόχεια ήταν ένα αγαθό στη διάθεση όλων των πολιτών μέσα και έξω από αυτήν και τα ιδιωτικά λουτρά συναγωνίζονταν τα δημόσια στις ανέσεις, τις τέχνες και τον οικιστικό χαρακτήρα. Υπήρχαν μάλιστα, στην εποχή του Λιβανίου, πολίτες επιφορτισμένοι με την εύρυθμη λειτουργία των λουτρών, θέση με σημαντικές αρμοδιότητες και κύρος.

Και οι δύο, και ο δάσκαλος Λιβάνιος και ο μαθητής Ιουλιανός, δεν απέρριπταν στο σύνολό τους το θέατρο, τους μίμους και την παντομίμα, τους χορούς, τις ιπποδρομίες και αρματοδρομίες. Αυτό που τους απωθούσε ήταν η υπερβολική δημοτικότητα αυτών των θεαμάτων, ο επαγγελματισμός των λειτουργιών τους και τα φαινόμενα ανηθικότητας και ασέβειας προς τους Θεούς που εμφανίζονταν σε αυτούς τους χώρους, όπως και στα λουτρά των πόλεων. Πέρα όμως από την προσωπική τους θέση η ιδιότητά τους ως πολιτικών προσώπων, απαιτούσε την παρουσία τους σε κάποια από τα θεάματα αυτά, ο Ιουλιανός παρακολουθούσε ιπποδρομίες, είτε και τη θετική κάποτε τοποθέτηση απέναντι τους όπως σε κάποιους λόγους του ο Λιβάνιος.

3.5.4. ΟΙ ΑΘΛΗΤΙΚΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ

Ο Ιουλιανός δεν υπήρξε αθλητής με τη σημασία που δίνουμε σήμερα, αλλά και στην εποχή του, στον όρο. Δηλαδή δεν ασκούνταν συστηματικά σε κάποιο αγώνισμα και δεν έλαβε μέρος σε οποιοδήποτε άθλημα σε αγώνες. Όπως όμως οι περισσότεροι Ρωμαίοι αυτοκράτορες πριν και μετά από αυτόν ασκούνταν σε δεξιότητες απαραίτητες στον πόλεμο, όπως η ιππασία, η τοξοβολία και άλλες, και σκληραγωγούσε το σώμα τους ώστε να αντέχει στις αντίξοες καιρικές συνθήκες, στη στέρηση του φαγητού και του νερού, κ.ά. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο Ιουλιανός αντεπεξέρχονταν στις δύσκολες συνθήκες των συχνών πολεμικών επιχειρήσεων που αναλάμβανε και αποτελούσε πρότυπο για το στράτευμα. Επιτύγχανε έτσι, χωρίς να είναι αθλητής, τον στόχο του γυμνασμένου και επιδέξιου σώματος, ενώ πεδίο αγώνων του ήταν το πολεμικό. Υπό αυτήν την έννοια ήταν “αθλητής”. Όπως είδαμε ήταν γνώστης της αθλητικής ορολογίας και των θεσμών. Αγωνοθέτης αθλητικών εκδηλώσεων και φίλαθλος ακόμη και αθλημάτων όπως οι ιπποδρομίες, που στη μορφή που είχαν λάβει την εποχή του, τις αποστρέφονταν.

Για δύο όμως σωματικές δραστηριότητες οι οποίες του άρεσαν και είχαν ειρηνικό χαρακτήρα αναφέρεται σε επιστολές του: η κηπουρική και το κυνήγι. Για την κηπουρική λέει στην επιστολή του: “Προς τον ρήτορα Ευάγριο” : “Υπάρχει μάλιστα εκεί μια μικρή ανάμνηση της κηπουρικής μου, ένα μικρό αμπέλι που παράγει γλυκό κρασί … Πώς το κρασί δεν πλήθυνε και πώς ένα τέτοιο αμπέλι δεν έχει έκταση πολλών πλέθρων; Ίσως δεν ήμουν πρόθυμος γεωργός…” Και η άλλη του ψυχαγωγική δραστηριότητα ήταν “… το κυνήγι των αγρίων προβάτων στα χειμερινά καταφύγια” με το οποίο δελεάζει τον Αλύπιο και τον καλεί κοντά του στην Γαλατία.

Τέλος, σε δύο ακόμη περιπτώσεις μέσα στο έργο του δείχνει το ενδιαφέρον του για θέματα αθλητικά. Στην πρώτη μας

γνωστοποιεί ότι νομοθετικώς ευνόησε τους εκτροφείς αλόγων, δεν διευκρινίζει για αθλητικούς ή στρατιωτικούς σκοπούς, ώστε: “… όσοι εκτρέφουν άλογα, έχουν κάθε χρόνο σχεδόν τρεις χιλιάδες κλήρους γης για τους οποίους δεν πληρώνουν φόρο”. Στη δεύτερη δείχνει τον θαυμασμό του στις ικανότητες ενός επίδοξου σωματοφύλακα του τον οποίο και καλεί στη φρουρά του: “… έμαθα από άνθρωπο που είναι αδύνατο να λέει ψέματα, πως είσαι τέλειος άνδρας και πως ξεπερνάς τον εαυτό σου, όταν πρόκειται για ανδραγάθημα “των χειρών και των ποδιών”, όπως λέγει ο Όμηρος. Γι’ αυτό λοιπόν, αφού σου επιτρέψαμε την οπλοφορία, σου στείλαμε και μια πανοπλία, που προσωρινά φορούν οι πεζοί, και σε κατατάξαμε στη δύναμη της σωματοφυλακής μας”.

Ο μελετητής της βυζαντινής ιστορίας Φ. Κουκουλές αναφέρει ότι ο Ιουλιανός γνώριζε, και προφανώς στα πλαίσια της στρατιωτικής του εκπαίδευσης ασκούσε, το αγώνισμα της τοξοβολίας, και λέει: “Σαφ~ως περί [αγωνίσματος τοιούτου ]ομιλε~ι [εν τα~ις [επιστολα~ις του ]ο [ Ιουλιανός, λόγον ποιούμενος περί τοξότου ‘|ος κ{αν μ`η τ`ον [αντίπαλον {εχ?η, πάντως ε[ις τ`ο καίριον [αεί τ`ην χε~ιρα γυμνάζει'”.

Πρέπει να συμπεράνουμε ότι ο Ιουλιανός αν και μέλος της βασιλικής οικογένειας λόγω των συνθηκών περιορισμού και εξορίας που του επιβλήθηκαν δεν έλαβε τη σωστή αθλητική -στρατιωτική παιδεία που προέβλεπε για την τάξη του το εκπαιδευτικό σύστημα της εποχής. Μέχρι την ανάληψη από μέρους των διοικητικών καθηκόντων οι σωματικές του ασχολίες ήταν λίγες και περιορισμένες, η γεωργία και το κυνήγι. Ακολούθως όμως η εκπαίδευση του έγινε εντατική και είχε άμεσα αποτελέσματα και στα εξωτερικά του χαρακτηριστικά.

3.5.5. ΤΑ ΣΩΜΑΤΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ

Ο ίδιος ο Ιουλιανός στο αυτοβιογραφικό του έργο “Αντιοχικός ή Μισοπώγων” λέει πολύ λίγα πράγματα για τη σωματική του εμφάνιση: “Όσο για μομφές έχω μύριες όσες, και πρώτα ας ξεκινήσω απ’ το πρόσωπο. Παρ’ όλο που η φύση δεν το έκανε ούτε ιδιαίτερα όμορφο ούτε ευπρεπές, ή νεανικό, εγώ, από καθαρή δυστροπία και δυσκολία του χαρακτήρα μου, πρόσθεσα τούτη τη μακριά γενειάδα για να το τιμωρήσω, ως φαίνεται, όχι για κανέναν άλλο λόγο, αλλά γιατί δεν είναι όμορφο απ’ τη φύση του”. Πιο πλήρη περιγραφή του δίνει ο Αμμιανός Μαρκελίνος: “Σχετικά με τη μορφή και τις αναλογίες του σώματός του: Ήταν μετρίου αναστήματος . τα μαλλιά του ίσια, σαν να τα είχε χτενισμένα, τα γένια του, πυκνά και απεριποίητα και τα μάτια του, ωραία και γεμάτα φωτιά, πρόδιδαν το σπινθηροβόλο πνεύμα του. Είχε φρύδια, καλοσχηματισμένα, μύτη πολύ ίσια και στόμα κάπως μεγάλο, με το κάτω χείλος να προεξέχει. Είχε χοντρό σβέρκο και κάπως σκυφτό κι ώμους μεγάλους και φαρδείς. Επιπλέον, είχε δυνατό σώμα με σωστές αναλογίες από το κεφάλι μέχρι τα πόδια, και ήταν καλός δρομέας”.

Τα χαρακτηριστικά του προσώπου και άλλα εξωτερικά σωματικά γνωρίσματα ενθυμείται και κρίνει εκ των υστέρων και μετά τον θάνατό του, τον Ιουλιανό ο Γρηγόριος, ο Θεολόγος. Προβαίνει δε σε ψυχολογικές κρίσεις: “Τότε λοιπόν, εγώ δεν γνωρίζω να έγινα μάντις κακός δια τον άνδρα, αν και ήτο ένας από τους εκ φύσεως όχι καλούς γύρω από αυτά τα πράγματα. Αλλά με έκανε προφητικόν η ανωμαλία του ήθους και ο περισσός εκφυλισμός του, εάν βεβαίως υπάρχει μάντις άριστος, ο οποίος γνωρίζει να μαντεύη καλώς. Διότι δεν μου εφαίνετο ότι είναι σημείον καλόν ο πλαδαρός αυχήν του, οι παλλόμενοι και ανασηκωμένοι ώμοι του, οι διαρκώς κινούμενοι και περιστρεφόμενοι οφθαλμοί του, που έβλεπαν με μανίαν, οι ασταθείς και αλλάσσοντες διαρκώς θέσιν πόδες του, οι πλήρεις ύβρεως και περιφρονήσεως ρώθωνές του, η καταγέλαστος έκφρασις του προσώπου του η οποία ωδηγεί εις το αυτό συμπέρασμα, οι ασυγκράτητοι και ορμητικοί γέλωτές του, τα άνευ λόγου νεύματα και ανανεύματα, ο λόγος του που εσταματούσε και διεκόπτετο με πνεύμα, αι άτακτοι και ανόητοι ερωτήσεις του και αι καθόλου καλλίτερα απαντήσεις του, αι οποίαι αντέφασκον προς αλλήλας και δεν ήσαν σταθεραί . ούτε έβαιναν όπως επέβαλεν η τάξις της εκπαιδεύσεως. Αλλά διατί το γράφω το καθένα χωριστά; Αυτόν τον είδα πριν από τα έργα, όπως τον εγνώρισα και όταν ήτο εις τα πράγματα. Και αν ήσαν παρόντες μερικοί από αυτούς που ήσαν τότε, μαζί μου και ήκουσαν, δεν θα εδυσκολεύοντο να μαρτυρήσουν . εις εκείνους, όταν είδα αυτά, είπα αμέσως . πόσον μέγα κακόν τρέφει η πολιτεία των Ρωμαίων!”.

Εκτός από το γεγονός που παραδέχεται ο Γρηγόριος, ότι δηλαδή γνώρισε τον Ιουλιανό σε νεαρή ηλικία όταν σπούδαζε στην Αθήνα πρέπει να θεωρήσουμε, αν δεχθούμε ότι είναι αληθινή περιγραφή αυτών των χαρακτηριστικών, ότι συμβαίνουν δύο τινά: Πρώτον, ο Ιουλιανός έδινε την εικόνα που περιγράφει ο Γρηγόριος πιστός στην τακτική του να φαίνεται ακίνδυνος από τους κατασκόπους του Κωνσταντίου ή δεύτερον ότι ο Γρηγόριος, που γνώρισε τον Ιουλιανό και ως το κυριότερο αντίπαλο του Χριστιανισμού, ψεύδεται ή υπερέβαλε κάποια χαρκατηριστικά της μορφής και της συμπεριφοράς του Ιουλιανού από μίσος εναντίον του. Σε κάθε περίπτωση οι ψυχαναλυτικές του κρίσεις είναι αυθαίρετες. Ο σκληρά εξασκημένος Ιουλιανός ταιριάζει περισσότερο στην περιγραφή του υφισταμένου του πολεμιστή Αμμιανού που έμεινε κοντά του μέχρι τον θάνατό του.

Ο Ιουλιανός ήταν ένας καλογυμνασμένος άνδρας λόγω της τακτικής άσκησης στρατιωτικού τύπου στην οποία υπέβαλλε τον εαυτό του και τη σκληραγωγία στην κακουχία και στέρηση. Ήταν λιτός και δεν φρόντιζε την εξωτερική του εμφάνιση, την παιδεία του όμως ήταν σίγουρο ότι την απέπνεε το παρουσιαστικό του.

3.6. Η ΑΝΑΒΙΩΣΗ ΤΩΝ ΤΟΠΙΚΩΝ ΒΟΥΛΩΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΟΥΛΙΑΝΟ

Γενικά

Το πιο φιλόδοξο μέρος του πολιτικού προγράμματος του Ιουλιανού αναφερόταν στην αποκατάσταση των πόλεων ως αυτόνομων διοικητικών κέντρων, ένα εγχείρημα στενά συνυφασμένο με την αναζωογόνηση της ελληνικής θρησκείας και παιδείας. Για την ελληνορωμαϊκή οικουμένη η έννοια της παιδείας ήταν μια σύνθετη δύναμη που, πέρα από το καθαρά τεχνικό της περιεχόμενο, είχε ένα ειδικό ηθικό και θρησκευτικό βάρος. Η θρησκευτική υπόσταση της παιδείας εκφραζόταν με τα μέσα του λόγου και της τέχνης που είχαν ως κινητήρια δύναμη την παράδοση, όπως απερίφραστα δηλώνει στον Περί Παιδείας νόμο του ο Ιουλιανός. Όντας αξεδιάλυτα συνδεδεμένες μεταξύ τους, οι έννοιες λόγοι και ιερά ήταν εξίσου στενά συνυφασμένες με την πόλιν ως αυτόνομου πολιτικού θεσμού και γι’ αυτό η παρακμή της συνεπέφερε τη σταδιακή κατάρρευση του ελληνορωμαϊκού πολιτισμού. Η νομοθεσία των αυτοκρατόρων του 4ου αιώνα απέναντι στις πόλεις χαρακτηρίζεται από μια ασυνέπεια και μια αντιφατικότητα: από τη μια πλευρά οι αυτοκράτορες φαίνονται να αδιαφορούν για την παρακμή των τοπικών βουλών ενώ υποσκάπτουν την αστική ζωή με μια συστηματική επίθεση στις θρησκευτικές παραδόσεις που αποτελούσαν τα θεμέλια της . από την άλλη προβαίνουν σ’ έναν αθέμιτο διαχωρισμό ανάμεσα στην παραδοσιακή θρησκεία και την αισθητική της έκφραση, ενώ συγχρόνως διατυπώνουν την επιθυμία να εξακολουθήσουν οι βουλές να υπηρετήσουν τη δημόσια διοίκηση, αλλά ως βοηθητικά όργανα απογυμνωμένα από κάθε αυτονομία και αίσθημα συνολικότερης ευθύνης.

Την σταθερή παρακμή των επαρχιακών βουλών κατά τον 4ο αιώνα, την προκάλεσε η υπερανάπτυξη της κεντρικής γραφειοκρατίας. Πολλές από τις ευθύνες των βουλευτών, πέρασαν κλιμακωτά στην κεντρική διοίκηση. Ο οικονομικός παράγοντας έπαιξε εξίσου σημαντικό ρόλο στη διαδικασία παραίτησης των βουλών των πόλεων από την πολιτική. Έτσι: “… ο κλονισμός του θεσμού ήταν ένα σύνθετο φαινόμενο που προκλήθηκε από τον συνδυασμό ενδογενών συνθηκών και εξωτερικών παραγόντων ηθικής, ψυχολογικής, κοινωνικής και οικονομικής τάξης”.

Στην περίπτωση της εξέτασης της παρουσίας και λειτουργίας των παιδαγωγικών θεσμών των πόλεων που συνδέονται με την άθληση και τη στρατιωτική εκπαίδευση, όπως τα γυμναστήρια, οι παλαίστρες, τα Εφηβεία και οι διαφόρων ειδών αθλητικές εκδηλώσεις, η κατάσταση των βουλών των πόλεων έχει εξαιρετική σημασία. Ισχυρές βουλές πόλεων αποτελούμενες από πολίτες με ελληνορωμαϊκή παιδεία, ήθος, κοινωνικό κύρος και οικονομική επιφάνεια, είναι δυνατόν να αναθέσουν σε μέλη τους την εύρυθμη λειτουργία των παιδαγωγικών θεσμών, την χορηγία και οικονομική τους διαχείριση, τη διοργάνωση εορτών, τελετών, πομπών και αθλητικών εκδηλώσεων και πλήθος άλλων συνδεόμενων άμεσα ή έμμεσα με την άθληση.

Την παρακμή των βουλών προσπάθησαν να ανακόψουν και άλλοι αυτοκράτορες, πριν τον Ιουλιανό, με άφθονη αλλά αναποτελεσματική νομοθεσία. Τρεις νόμοι των ετών 326, 338 και 341μ.Χ. αντίστοιχα, μιλούν ανοικτά για τα προβλήματα που συνεπάγεται για το κράτος η αιμορραγία των βουλών, αλλά ούτε ένα από τα 49 σωζόμενα διατάγματα του Κωνσταντίνου και των γιων του δεν αποτελεί σοβαρή προσπάθεια για επανόρθωση της κατάστασης. Η νομοθεσία του Ιουλιανού αποτελεί την πιο σοβαρή, και αποτελεσματική προσπάθεια, αναστροφής της πορείας παρακμής της “τοπικής αυτοδιοίκησης”.

3.6.1. Η ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΤΩΝ ΤΟΠΙΚΩΝ ΒΟΥΛΩΝ

Μια πρώτη σειρά έξι διαταγμάτων με αντικείμενο τις πόλεις εκδόθηκε από τον Ιουλιανό στις 13 Μαρτίου του 362μ.Χ. Η μελέτη των νόμων αυτών δείχνει ότι ο Ιουλιανός είχε συλλάβει τα αίτια της παρακμής των βουλών σε όλη τους την περίπλοκη έκταση κι ενεργούσε ανάλογα, αποζημιώνοντας τις πόλεις υλικά και ηθικά.  Έτσι, επιστρέφει στις πόλεις κτήματα, τις απαλλάσσει από την καταβολή του χρυσαργύρου, επιτρέπει στους ιερείς να επιστρέψουν στις βουλευτικές τους έδρες και επιβάλλει πρόστιμα σ’ εκείνους που καταφεύγουν στο θεσμό της πατρωνίας. Μεταφέρει το καθήκον της φοροείσπραξης στους βουλευτές και απαιτεί από αυτούς την ακέραιη επιτέλεση των καθηκόντων της.

Λίγο αργότερα, τον Απρίλιο του 362μ.Χ. κάνει με νόμο εθελοντική την εισφορά του στεφανικού από τους βουλευτές, διαγράφει τα χρέη των πόλεων με εξαίρεση το χρυσάργυρον και ρυθμίζει πλήθος άλλων επιμέρους θεμάτων. Η προνοιακή του νομοθεσία συνεχίζεται με την χορήγηση τιμητικής απραγματοσύνης σε πατέρες δεκατριών ή περισσότερων παιδιών, την απαλλαγή των αρχιάτρων από τη φορολογία και τέλος, τη συμμετοχή στο αξίωμα των γόνων της βουλευτικής τάξης από τη μητρική πλευρά, για την πόλη της Αντιόχειας.

Ενδεικτική της στάσης του Ιουλιανού απέναντι στις πόλεις είναι η νομισματική του μεταρρύθμιση. Το 362μ.Χ. άλλαξαν τα σύμβολα των νομισματοκοπείων των πόλεων πάνω στα νομίσματα . σε μεγάλη κλίμακα στα χάλκινα και σε μικρότερη στα χρυσά και στα αργυρά, ο βασιλεύς ανέπτυξε τις μονογράμματες ή ολιγογράμματες βραχυγραφίες με τρόπο ώστε να είναι αμέσως αναγνωρίσιμα το όνομα της πόλης όπου είχε εκδοθεί το νόμισμα.

Οι αναθηματικές επιγραφές, που επαινούν το έργο στήριξης των επαρχιακών βουλών στο οποίο αποδύθηκε ο Ιουλιανός χωρίς να αναφέρουν τίποτα για τη θρησκευτική πολιτική του, είναι ενδεικτικές του πνεύματος με το οποίο σε πολλές περιπτώσεις αντιμετωπίσθηκε η μεταρρύθμιση του: δεν ήταν για όλους αυτονόητο ότι ισχυρή τυπική διοίκηση και εθνική θρησκεία αποτελούσαν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.

3.6.2. ΟΙ ΑΠΟΨΕΙΣ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΒΙΩΣΗ ΤΩΝ ΤΟΠΙΚΩΝ ΒΟΥΛΩΝ

Οι αναφορές στο έργο του Ιουλιανού για το θεσμό των τοπικών βουλών και το λειτούργημα του βουλευτή, είναι λίγες όμως ενδεικτικές. Πολλά περισσότερα είναι τα στοιχεία που μας παρέχει η σχετική του νομοθεσία. Η αναβίωση των τοπικών βουλών μέσα από την ευνοϊκή αυτοκρατορική μέριμνα είχε ως συνακόλουθο αποτέλεσμα οι τοπικές βουλές να φροντίσουν με τη σειρά τους και την βιωσιμότητα και εύρυθμη λειτουργία των εκπαιδευτικών θεσμών των πόλεων. Μέρος του εκπαιδευτικού συστήματος των πόλεων ήταν η λειτουργία της παλαίστρας, του γυμναστηρίου και της Εφηβείας, όπου υπήρχαν. Η λειτουργία τους όμως απαιτούσε πόρους και υπεύθυνους πολίτες που θα αναλάμβαναν τη διαχείρισή τους και αυτό ήταν συνδεδεμένο με την κεντρική διοικητική στάση της αυτοκρατορίας. Το έργο της ανόρθωσης των τοπικών βουλών και της αναβάθμισης του λειτουργήματος του βουλευτή δεν ήταν πάντοτε εύκολο. Ο Ιουλιανός διαπιστώνει πως ενώ: “… επιπλέον αύξησα τον κατάλογο των βουλευτών κατά διακόσιους άνδρες και δεν τσιγκουνεύτηκα να τους πληρώσω όλους, διότι σκόπευα να κάνω την πόλη σας μεγαλύτερη και ισχυρότερη. Σας έδωσα την ευκαιρία να εκλέξετε και να έχετε στη βούλησή σας τους πλουσιότερους από εκείνους που διαχειρίζονται τα δικά μου έσοδα και είναι υπεύθυνοι για το κόψιμο των νομισμάτων. Εσείς παρόλα αυτά δεν εκλέξατε τους ικανούς ανάμεσα τους αλλά αρπάξατε την ευκαιρία να λειτουργήσετε σαν πόλη κάθε άλλο παρά ευνομούμενη, σύμφωνα βέβαια πάντα με τις συνήθειές σας. Επιθυμείτε να σας θυμίσω κάποιο συμβάν; Ονομάσατε κάποιον βουλευτή και, πριν ακόμη γραφεί στους καταλόγους και τελειώσει η διαδικασία της κρίσης του, του αναθέσατε δημόσιο λειτούργημα. Πήρατε έναν άλλο από την αγορά που ήταν φτωχός και που σε οποιαδήποτε άλλη πόλη θα θεωρούνταν χαμένος, αλλά ο οποίος σε σας, που με την παραπανίσια σοφία σας ανταλλάζετε σκουπίδια με χρυσάφι, έχει αποκτήσει αρκετή περιουσία, τούτο τον άνθρωπο εκλέξατε ως συνάδελφο. Πολλές τέτοιες ατασθαλίες διαπράξατε σχετικά με τα αξιώματα κι όταν εγώ δεν συμφώνησα με όλες, όχι μόνο μου στερήσατε τις ευχαριστίες που μου οφείλατε για τα καλά που έχω κάνει, αλλά τροφοδότησα και την απέχθειά σας για όλα όσα το δίκαιο μου επέβαλε να απαγορεύσω”.

Σε μια άλλη πάλι αναφορά του Ιουλιανού για το ίδιο θέμα, την προσπάθεια ανόρθωσης των τοπικών βουλών, ο Ιουλιανός απευθύνεται στους Βυζακίους: “Σας επιστρέφουμε όλους σας τους βουλευτές και τους πατροβούλους, όσους πίστεψαν στη δεισυδαιμονία των Γαλιλαίων και όσους προσπάθησαν να φύγουν από το βουλευτήριο. Κρατάμε μόνο εκείνους που έχουν δημόσιες οφειλές μέσα στην μητρόπολη”.

Πολύ περισσότερες είναι οι αναφορές για το θέμα της αξιοποίησης των τοπικών βουλών στο έργο του πολυγραφότατου δασκάλου του Ιουλιανού, εξάλλου ο Λιβάνιος έζησε και ασχολήθηκε με τα κοινά στην ιδιαίτερη πατρίδα του την Αντιόχεια και μετά τον θάνατο του Ιουλιανού, όταν το μεταρρυθμιστικό του έργο στον τομέα αυτό σταμάτησε από τους αυτοκράτορες που τον ακολούθησαν. Ο Λιβάνιος περιγράφει την κατάσταση των τοπικών συμβουλών με μελανά χρώματα: ” ‘Αλλά μιλάς για τα τοπικά συμβούλια’. Μα ακόμη κι αν όλα τ’ άλλα ήταν σε καλή κατάσταση, αυτό και μόνο θα σ’ έφερνε στα λόγια μου. Αντί για εξακόσια που ήταν τότε σήμερα δεν υπάρχουν ούτε εξήντα. Εξήντα είπα; Ούτε έξι σε κάποια μέρη… Αλλά πρέπει να εξετάσουμε όχι σε ποια μέρη αυτά δεν συμβαίνουν αλλά που μπορούν να συμβούν. Στην πραγματικότητα, τα συμβούλια, εκεί όπου η γη είναι σε άθλια κατάσταση, έχουν αφανιστεί απ’ τα μεγάλα οικονομικά βάρη, αφού κανένας δεν θέλει τέτοια γη ούτε την αγοράζει. Όπου, όμως, η γη είναι σε καλύτερη κατάσταση, έχει ως ιδιοκτήτες όχι τους κληρονόμους αλλά αυτούς  που μπορούν να την αγοράσουν. Έπειτα, οι λίγοι πια βουλευτές φτάνουν σε απόγνωση . δεν είναι απλώς φτωχοί αλλά πάμπτωχοι… Πουθενά δεν έχουν σε υπόληψη τους βουλευτές … Θα χρειαζόμουν ένα μήνα αν ήθελα να περιγράψω με ακρίβεια τις συμφορές των βουλευτων… μπορώ να στενοχωριέμαι για τη φτώχεια των βουλευτών και τον πλούτο αυτών που υπηρετούν τους άρχοντες… αυτή η τάξη θα εκλείψει αφού οι βουλευτές δεν έχουν παιδιά, δεν παντρεύονται και το να είναι κανείς βουλευτής θεωρείται απ’ τα χειρότερα κακά”. Η κατάσταση αυτή οδηγεί τον Λιβάνιο στην σπαρακτική έκκληση προς τον μαθητή του Ιουλιανό: “Αποκατάστησε την παλιά ισχύ και ακμή στις πόλεις και θα μ’ ακούσεις να ανακαλώ”. Κατά τον Λιβάνιο ο Ιουλιανός ήδη από την εποχή που ήταν Καίσαρας στη Γαλατία φρόντισε να αποκαταστήσει τις τοπικές βουλές ώστε να αυξηθούν οι πόροι και η παραγωγή των πόλεων. Το ίδιο έργο ανέλαβε με επιτυχία ο Ιουλιανός και ως αυτοκράτορας που επάνδρωσε τις βουλές των πόλεων με αξιόλογους ανθρώπους με κοινωνικό κύρος, μόρφωση και οικονομική επιφάνεια. Οι βουλές αυτές των πόλεων εξασφάλιζαν τη χορηγία και διαχείριση πολλών θεσμών της πόλεως, μεταξύ των οποίων και αθλητικών όπως οι ιπποδρομίες, τα λουτρά, αλλά και ρωμαϊκής μορφής θεάματα όπως οι θηριομαχίες από τη χορηγία των οποίων, ο Ιουλιανός που τις απεχθάνονταν, απάλλαξε τους βουλευτές. Μετά τον θάνατο του Ιουλιανού η κατάσταση των βουλών όχι μόνο επανήλθε στο αρχικό της σημείο αλλά και χειροτέρεψε.

3.7. Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΗΛΩΣΗ ΤΩΝ ΙΕΡΩΝ

3.7.1. Η ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΗΛΩΣΗ ΤΩΝ ΙΕΡΩΝ

Ο Αμμιανός Μαρκελίνος μας παραδίδει ότι μία τυφλή γριά είχε ζητήσει από τον Καίσαρα Ιουλιανό στη γαλατική Βιέννη να αναστηλώσει τα ιερά των Θεών. Ήδη, από τη θητεία του ως Καίσαρας της Δύσης ο Ιουλιανός σκεφτόταν την αναστήλωση των ιερών ως απαραίτητη προϋπόθεση για την παλινόρθωση της εθνικής θρησκείας. Αμέσως μετά την είσοδό του στην Κωνσταντινούπολη, ο αυτοκράτορας Ιουλιανός διέταξε να ανοίξουν οι ναοί, να προσαχθούν θύματα στους βωμούς, και να αποκατασταθεί η λατρεία των Θεών, αλλά και να επιστραφούν στην πηγή τους τα συλημένα γλυπτά και αρχιτεκτονικά μέλη που είχαν χρησιμοποιηθεί επί των προκατόχων του για την κατασκευή και τον στολισμό οικιών, εκκλησιών και δημοσίων κτιρίων. Ανέθεσε δε σε συνεργάτες του την ανοικοδόμηση συγκεκριμένων ναών. Στην επιστολή του Προς τον θείο του Ιουλιανό, στον οποίο είχε αναθέσει σημαντική διοικητική θέση, λέει: “Προ παντός φρόντισε για τις κολόνες του Δαφναίου ιερού. Μάζεψε όσες υπάρχουν στα γύρω παλάτια και βάλε στη θέση τους εκείνες που βρίσκονται στα σπίτια που κατασχέθηκαν τελευταία. Αν και τότε δεν φτάσουν, φτιάξε μερικές από τούβλα και αμμοκονίαμα, ώσπου να τις επενδύσουμε εξωτερικά με μαρμάρινες πλάκες και να τις κάνουμε τελειότερες”. Και τον Ιούνιο του 362μ.Χ. παράγγειλε να λάβει η ανακαίνιση των ναών απόλυτη προτεραιότητα απέναντι σ’ οποιοδήποτε έργο ή πρόγραμμα βρισκόταν ήδη σε εξέλιξη.

Ο δάσκαλος του Ιουλιανού, Λιβάνιος, που συνέταξε και λόγο “Υπέρ των Ιερών” εξηγεί τους λόγους για τους οποίους πρέπει αυτά να διατηρηθούν λειτουργικά: “Γιατί, αν με κάθε τρόπο πρέπει να προστατέψουμε τις πόλεις μας, αν οι πόλεις μας χρωστούν τη λαμπρή τους φήμη περισσότερο στους ναούς και αν αυτοί οι ναοί είναι, μετά την αίγλη των ανακτόρων, το κυριότερο θέλγητρο τους, πρέπει να τους φροντίζουμε και με ζήλο να τους διατηρούμε στο  σώμα των πόλεων. Όπως και να ‘χει είναι οικοδομήματα, ακόμη κι αν δεν χρησιμοποιούνται ως ναοί”. Βεβαίως, στον λόγο του αυτό που απευθύνεται στον αυτοκράτορα Θεοδόσιο, ο Λιβάνιος εμφανίζεται συμβιβαστικός προκειμένου να διασώσει τους ναούς έστω και δημόσια κτίρια.

Η επαναλειτουργία των εθνικών ιερών θα είχε ως αποτέλεσμα μαζί με την τέλεση των θρησκευτικών τελετών να πραγματοποιηθούν και τα κάθε είδους συνδεόμενα με τη λατρεία των θεών γεγονότα που σε αρκετές περιπτώσεις είχαν αθλητικό χαρακτήρα, όπως οι πομπές, οι λαμπαδηδρομίες και οι γυμνικοί

αγώνες, που διεξάγονται σε όλο τον ελληνικό και ρωμαϊκό κόσμο πάντοτε σε συνάρτηση και εξάρτηση με τη λατρεία των αγώνιων Θεών. Ως εκ τούτου οι θέσεις που εκφράζει στο γραπτό του έργο ο Ιουλιανός για τη λειτουργία και τον εξωραϊσμό των ναών και την αναβίωση των τελετουργιών και εορτών είναι πολύ σημαντικές και για την τοποθέτησή του απέναντι στην άθληση. Δυστυχώς, οι κατοπινοί αυτοκράτορες φρόντισαν για πολιτικούς και θρησκευτικούς λόγους να εξαλειφθεί η σχετική νομοθεσία του Ιουλιανού από τους κώδικες.

3.7.2. Η ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΗΛΩΣΗ ΤΩΝ ΙΕΡΩΝ
Η στάση των προκατόχων του Ιουλιανού

Ήδη από την εποχή του προκατόχου του Ιουλιανού, Μεγάλου Κωνσταντίνου, οι αυτοκράτορες αποδέχονταν την αναστήλωση των ιερών ναών με την προϋπόθεση ότι δεν θα πραγματοποιούνταν σε αυτούς θυσίες: “Θα δοθεί άδεια και σε άλλους [που έχουν υποστεί παρόμοιες ζημιές] να ενεργήσουν με τον ίδιο τρόπο, με την προϋπόθεση ότι θα παραμείνουν μακριά από θυσίες, αφού αυτές έχουν απαγορευθεί ρητώς”. Αυτή ήταν η κατάσταση των ναών την ημερομηνία του νόμου αυτού στις 8 Μαρτίου 321μ.Χ., δηλαδή αναστήλωση εφόσον δεν τελούνται θυσίες. Οι θυσίες, για τις οποίες πρέπει να υπενθυμίσουμε ήταν “εκ των

ουκ άνευ” στις αθλητικές διοργανώσεις του αρχαίου κόσμου, βρίσκονταν υπό διωγμόν. Το 341μ.Χ. ο Κωνσταντίνος διατάζει: “Ας σταματήσει η ψευδής πίστη κι ας καταργηθεί η τρέλα των θυσιών. Γιατί, αν κάποιος παραβιάζοντας το νόμο του Θείου Αυτοκράτορα, του πατέρα μας, και την εντολή της Ευσπλαχνίας μας, τολμήσει να τελέσει θυσίες, θα τιμωρηθεί πάραυτα με την επιβολή της ποινής που του ταιριάζει”. Η αποσύνδεση των ιερών τελετών από τους αθλητικούς αγώνες επιχειρείται από τον Κωνσταντίνο να τελούνται στους ναούς για λόγους ψυχαγωγίας να μην αποτελούν όμως μέρος της λατρείας: “Αν και όλες οι προλήψεις θα πρέπει να έχουν ξεριζωθεί, επιθυμία μας είναι οι ναοί που βρίσκονται έξω από τα τείχη της πόλης να παραμείνουν ακέραιοι και αλώβητοι. Γιατί, καθώς κάποια αθλητικά παιχνίδια ή θεάματα του ιπποδρόμου ή άλλοι αγώνες έλκουν την καταγωγή από τους ναούς δεν αρμόζει να τους καταστρέφουμε, αφού σε αυτούς οφείλεται η τέλεση εορτών που διασκεδάζουν το λαό της Ρώμης”. Την αποτελεσματικότητα όμως των νόμων που επιχειρούσαν να αποσυνδέσουν τη λατρεία των θεών στους ναούς, από τους αθλητικούς αγώνες αποδεικνύει ο αμέσως επόμενος σχετικός νόμος του Κωνσταντίνου στις 23 Νοεμβρίου 353μ.Χ.: “Επιθυμούμε να κλείσουν αμέσως όλοι οι ναοί σε όλους τους τόπους και σε όλες τις πόλεις και να απαγορευθεί η είσοδος σε αυτούς, έτσι ώστε να μην έχουν τη δυνατότητα οι απολωλότες να διαπράξουν αμαρτία. Θέλουμε επίσης να απέχουν όλοι από τις θυσίες. Αν όμως τύχει και κάποιος διαπράξει το αδίκημα, θα τιμωρηθεί με αποκεφαλισμό. Διατάσσουμε ότι η περιουσία όποιου τιμωρηθεί κατ’ αυτόν τον τρόπο θα περιέλθει στο αυτοκρατορικό ταμείο. Η ίδια τιμωρία θα επιβληθεί και στους διοικητές των επαρχιών, αν αμελήσουν να τιμωρήσουν τέτοια εγκλήματα”.

Το ίδιο διάστημα που ο Κωνσταντίνος “… κατεδάφιζε τα περίλαμπρα ιερά και έχτιζε χριστιανικές εκκλησίες”, όπως μαρτυρεί ο Ευνάπιος. Την ίδια πολιτική απέναντι στη θρησκευτική λειτουργία των ναών ακολούθησε και ο διάδοχος του Κωνσταντίνου, Κωνστάντιος.

Η νομοθεσία του Ιουλιανού και η απήχησή της στις πόλεις

Αρχικώς, ο Ιουλιανός αναγκάστηκε ως Καίσαρας να προσυπογράψει διατάγματα που απαγόρευαν τις θυσίες, προκειμένου να μην δώσει αφορμή στον ξάδερφο του να τον τιμωρήσει. Έτσι, στις 23 Νοεμβρίου 353μ.Χ. υπογράφει το διάταγμα που ορίζει: “Οι νυκτερινές θυσίες που είχαν επιτραπεί από τον Μαγνέντιο (θα σταματήσουν) και η παράνομη αυτή άδεια θα ανακληθεί”, και στις 20 Φεβρουαρίου 356μ.Χ.: “Διατάσσουμε όπως υποβληθούν στην ποινή του θανάτου όσοι αποδειχθεί ότι τελούν θυσίες ή λατρεύουν αγάλματα”.

Δυστυχώς, στο κεφάλαιο De Paganis, Sacrificiis et Templis του Θεοδοσιανού Κώδικα δεν περιλαμβάνει τη νομοθεσία του αυτοκράτορα Ιουλιανού καθώς η νομοθεσία του που ως προς άλλα ζητήματα θεωρήθηκε έγκυρη, η θρησκευτική του πολιτική, η οποία είχε ως στόχο την επαναφορά των εθνικών θρησκειών στο προσκήνιο – αλλά όχι, τουλάχιστον σε πρώτη φάση, την κατάργηση του χριστιανισμού – καταδικάστηκε σε αφάνεια, χωρίς να περιληφθεί στους μεταγενέστερους κώδικες.

Ωστόσο, οι χριστιανοί αντίπαλοί του δεν κατάφεραν να εξαλείψουν κάθε ίχνος από αυτό το ειδολωλατρικό “ιντερμέδιο”. Οι προσπάθειες του αυτοκράτορα αντικατοπτρίζονται μέσα στις πολυάριθμες επιστολές του, κυρίως προς συγγενικά του πρόσωπα και μέλη της αριστοκρατίας των πόλεων. Εκτός από τις καθεαυτό, λίγες όμως, αναφορές στην αναστήλωση των ιερών, που βρίσκουμε στην αλληλογραφία του και τα ακόμη λιγότερα ψήγματα στη νομοθεσία, σημαντικές είναι οι απόψεις που εκφράζει στις εγκυκλίους που αποστέλλει προς τους ιερείς και οι οποίες συμπληρώνουν την προσπάθειά του για την πλήρη θρησκευτική επαναλειτουργία των ναών.

Κοντά στο διασωθέν έργο του μια σειρά επιγραφών από όλες τις περιοχές της αυτοκρατορίας διασώζει το έργο της συντήρησης και της επισκευής ιερών στο οποίο είχε επιδοθεί ο Ιουλιανός. Κάποιες από τις προσπάθειες του να ξαναδώσει λάμψη στους ναούς και να επισκευάσει αρκετούς από αυτούς, ή τουλάχιστον να επιτρέψει την επισκευή τους με κονδύλια που θα τα παρείχαν οι τοπικές βουλές, βρήκαν θετική ανταπόκριση από τους εναπομείναντες εθνικούς των πόλεων αλλά και της υπαίθρου.

Στις αρχές του αιώνα, ο Γ. Σωτηρίου βρήκε ενσωματωμένη στην παλαιοχριστιανική βασιλική του Ιλισού την ακόλουθη επιγραφή:

“(Επί Φλαβίου Κλαυδίου) Ιουλιανού Αυτοκράτορος Καίσαρος Σεβαστού… Αφού ανανέωσε (το ναό) τον αφιέρωσε … το έτος…”

Το 1981 πάλι η Κ. Ρωμιοπούλου εντόπισε μια “παλίμψηστη” επιγραφή στο αίθριο μπροστά από το Αρχαιολογικό Μουσείο της Θεσσαλονίκης. Το πρώτο στρώμα της επιγραφής αναφεροταν στον Κωνσταντίνο, ενώ το δεύτερο ήταν μία από τις ανανεωτικές επιγραφές του Ιουλιανού:

“Α: Ο λαμπρότατος υπατικός … αφιέρωσε στον Κωνσταντίνο Ε’

Β: Τον καιρό του θεοφιλέστατου και ανανεωτή των ιερών του κυρίαρχου και νικητή κάθε βαρβαρικού έθνους, Κλαυδίου Ιουλιανού παντοκράτορος και μόνου βασιλέως της οικουμένης. Αφιέρωσε ο Καλλιόπιος, λαμπρότατος υπατικός”.

Σε άλλη πάλι περιοχή της ρωμαϊκής επικράτειας, στο Μπάαλμπεκ (Ηλιούπολη), το μεγάλο λατρευτικό κέντρο της νότιας Συρίας, η θρησκευτική πολιτική του Ιουλιανού ήρθε στο θείο δώρο. Ο ναός του Μπάαλ ήταν ένα εντυπωσιακό αρχιτεκτονικό έργο και η φήμη του ως θρησκευτικό κέντρο έφερνε κάθε χρόνο χιλιάδες προσκυνητές – και τα ανάλογα εισοδήματα:

“Προς αυτόν που αποκατέστησε την επικράτεια της Ρώμης και επανόρθωσε όλα τα πράγματα και κάθε ευτυχία, και που αναγέννησε τα ιερά και εξολόθρευσε τις δεισιδαιμονίες, προς τον Φλάβιο Ιουλιανό Αύγουστο Γερμανικό μέγιστο Αλαμανικό, μέγιστο, Σαρματικό, Φραγκικό μέγιστο, με την (οικογένειά του;)”.

Τέλος, στην Αυρανίτιδα, επίσης στην Συρία βρέθηκε ακόμη μια σημαντική επιγραφή: “Τον καιρό της βασιλείας του Φλαβίου Κλαυδίου Ιουλιανού, αυτοκράτορας αυγούστου, ανατέθηκαν τα ιερά και χτίστηκε και αφιερώθηκε ο ναός το έτος 256, το μήνα Δύστρο”.

Όλες οι παραπάνω επιγραφές που παρατίθενται εδώ είναι ενδεικτικές μόνο και σε καμία περίπτωση δεν αποτελούν το σύνολο των επιγραφών που αναφέρονται στη θρησκευτική πολιτική του Ιουλιανού. Είναι πάντως χαρακτηριστικές ως προς τη φρασεολογία τους και μας επιτρέπουν να καταλάβουμε ότι σε πολλά μέρη της αυτοκρατορίας, ιδιαίτερα όπου υπήρχαν λατρευτικά κέντρα των εθνικών θρησκειών, το τοπικό ιερατείο αλλά και οι τοπικές βουλές είχαν λόγους να υποστηρίξουν εμφανώς την προσπάθεια του Ιουλιανού να ανατρέψει ή να αναχαιτίσει έστω την πορεία του εκχριστιανισμού της αυτοκρατορίας.

Η αναβίωση της λειτουργίας των ιερών επέφερε και την επανασύσταση και επαναλειτουργία αθλητικών θεσμών που ήταν συνδεδεμένοι με την λατρεία των θεών και είχαν μεγάλη δημοτικότητα. Η ανταπόκριση του λαού καθώς και πολιτικοί και οικονομικοί λόγοι οδήγησαν τους αυτοκράτορες που προηγήθηκαν αλλά και αυτούς που ακολούθησαν τον Ιουλιανό να προσπαθήσουν να αποσυνδέσουν τους αγώνες από τη θρησκευτική λειτουργία των ναών και να μετατρέψουν τους μεν ναούς σε απλά δημόσια κτίρια (ή και εκκλησίες) και τους μεν γυμνικούς ή ιππικούς αγώνες, σε ψυχαγωγικά θεάματα. Ο Ιουλιανός αποκατάστησε τη σύνδεση των δύο στοιχείων, έτσι ώστε πρέπει να συμπεριλάβουμε τον τομέα του μεταρρυθμιστικού του έργου στην συνολική αποτίμηση της στάσης του απέναντι στους αγώνες.

3.7.3. Ο ΙΟΥΛΙΑΝΟΣ ΩΣ ΙΕΡΑΤΙΚΟΣ ΑΡΧΩΝ ΚΑΙ Η ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΣΩΜΑ

Αμέσως, μετά τον οφειλόμενο σεβασμό στα αγάλματα των Θεών, στους ναούς, τα ιερά και τους βωμούς, ο ανώτατος αρχιερέας της εθνικής θρησκείας, Ιουλιανός θέτει για τους πολίτες- πιστούς το σεβασμό προς το ιερατικό αξίωμα: “Δεν είναι ανάγκη να προσκυνούμε μόνο τα αγάλματα των θεών αλλά και τους ναούς και τα ιερά και τους βωμούς. Είναι επίσης, φυσικό να τιμούμε και τους ιερείς, ως λειτουργούς και υπηρέτες των θεών που εκτελούν για χάρη μας τα καθήκοντα προς τους Θεούς και μεσολαβούν στο να πλησιάζουν σ’ εμάς τα αγαθά των Θεών. Πραγματικά, θυσιάζουν και προσεύχονται για όλους μας. Είναι, λοιπόν, δίκαιο ν’ αποδίδουμε όχι λιγότερες τιμές σε όλους τους – ίσως και περισσότερες – απ’ όσες αποδίδουμε στους πολιτικούς άρχοντες. Και αν σκεφτεί κάποιος ότι πρέπει να αποδίδουμε τιμές και στους πολιτικούς άρχοντες, αφού κι εκείνοι είναι ένα είδος ιερέων και θεών με το να διαφυλάσσουν τους νόμους, θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να αποδίδουμε στους πρώτους πολύ μεγαλύτερη εύνοια”. Και αφού τους τοποθετεί σε αυτό το ύψος και τους περιβάλλει με την προστασία του: “Όποιος χτυπήσει ιερέα έχει διαπράξει ιεροσυλία”, τους θέτει με αυστηρότητα και σαφήνεια τους όρους της εμφάνισης, συμπεριφοράς και δράσης του με κύριους άξονες, τη φιλανθρωπία, την ευλάβεια και την αγνότητα.

Για την φιλανθρωπία δίνει σαφείς οδηγίες: “Σε κάθε πόλη ίδρυσε πολυάριθμους ξενώνες, ώστε να ευχαριστηθούν οι ξένοι από τη φιλανθρωπία μας, όχι μόνο οι δικοί μας αλλά και οι άλλοι, αν έχουν ανάγκη … Απ’ αυτά ορίζω το ένα πέμπτο να δίνεται στους φτωχούς που ανήκουν στην υπηρεσία των ιερέων και το υπόλοιπο να μοιράζεται από εσάς στους ξένους και στους επαίτες. Είναι ντροπή, τη στιγμή που κανένας από τους Ιουδαίους, δεν επαιτεί, τη στιγμή που οι ασεβείς Γαλιλαίοι τρέφουν κοντά στους δικούς τους και τους δικούς μας, να στερούνται οι δικοί μας τη βοήθειά μας”. Και σε άλλη επιστολή του: “Πρώτα -πρώτα, πρέπει να ασκείται η φιλανθρωπία, γιατί την ακολουθεί μαζί με πολλά άλλα καλά η εύνοια των Θεών, το πιο εξαίρετο και μεγαλύτερο απ’ όλα… Η φιλανθρωπία βέβαια, είναι πολλαπλή και ποικίλη: άλλοτε τιμωρεί με μέτρο τους ανθρώπους για να τους βελτιώσει με την τιμωρία, όπως ακριβώς οι δάσκαλοι τα

παιδιά, άλλοτε ανακουφίζει τις ανάγκες τους, όπως οι Θεοί τις δικές μας”. Ο ίδιος ομολογεί για να πείσει με το παράδειγμά του, ότι ασκεί την φιλανθρωπία: “Εγώ τουλάχιστον πολλές φορές βοήθησα τους φτωχούς και τα πληρώθηκα απ’ αυτούς στο πολλαπλάσιο, και παρόλο που είμαι άθλιος οικονομολόγος, ποτέ δεν μετάνιωσα για μια γενναιοδωρία”. Και καταλήγει: “Είναι ανάγκη, λοιπόν, να προσφέρουμε απ’ την περιουσία μας σε όλους τους ανθρώπους, στους καλούς με περισσότερη απλοχεριά, στους φτωχούς και άπορους έτσι, ώστε να καλύπτονται οι ανάγκες τους. Θα έλεγα επίσης, αν και είναι παραδοξολογία, ότι θα ήταν άγιο να δίναμε και στους εχθρούς ρούχα και τροφή, επειδή η ελεημοσύνη δίνεται στον άνθρωπο και όχι στον χαρακτήρα”.

Για τον δεύτερο άξονα της συμπεριφοράς των ιερέων, την ευλάβεια, ο Ιουλιανός λέει: “Ο καθένας μας, λοιπόν, αφού ξεκινήσει από τούτες τις διαθέσεις και τις ασχολίες, δηλαδή την ευλάβεια προς τους θεούς, την καλοσύνη προς τους ανθρώπους και την αγνότητα του σώματος, ας κάμει έργα ευσεβείας, προσπαθώντας να έχει πάντοτε στο νου του κάτι ευλαβικό για τους θεούς, και ας αντικρύσει τα ιερά και τα αγάλματα των θεών με σεβασμό και ευσέβεια, ωσάν να έβλεπε μπροστά του τους θεούς”.

Τέλος και σημαντικότερη οδηγία του Ιουλιανού προς τους ιερείς σχετικά με τη γενικότερη στάση του προς το ανθρώπινο σώμα αλλά και ειδικότερα θέματα όπως τα ρωμαϊκά αθλητικά θεάματα είναι οι εντολές του για την αγνότητα του σώματος: “Αν ήμασταν μόνο πνεύματα και δεν μας ενοχλούσε καθόλου το σώμα, θα ήταν καλό να καθορίσουμε ένα μόνο τρόπο ζωής για τους ιερείς. Αφού όμως δεν είναι απλά ιερείς αλλά και [άνθρωποι], στον ιερέα επιβάλλεται προσοχή μόνο στο διάστημα της ιεροτελεστίας… Πιστεύω ότι ο ιερέας πρέπει να μένει καθαρός και μακριά από κάθε τι για μια νύχτα και μια ημέρα, και έπειτα για μια νύχτα να εξαγνίζεται με καθαρμούς που ορίζουν τα τυπικά και μετά να εισέρχεται στον ναό και να μένει όσες ημέρες επιτάσσει ο νόμος”. Οι οδηγίες του δείχνουν τον πραγματισμό και την προοδευτικότητα του Ιουλιανού στα θέματα της ιεροσύνης.

Αυστηρότητα όμως δείχνει στο θέμα του ρωμαϊκού τύπου θεαμάτων, του ιπποδρόμου, των θηριομαχιών και του θεάτρου, που διατάζει: “… να μην πηγαίνουν στο θέατρο, να μην πίνουν στα καπηλειά, ούτε να ασκούν επαγγέλματα και εργασίες αισχρές και κακόφημες” και ακόμα: “Οι ιερείς να μην πηγαίνουν ποτέ σε άσεμνα θεάματα… ούτε να βάζουν θεατρίνους στο σπίτι τους. Είναι τελείως άπρεπο. Και αν μπορούσα να απομακρύνω τις ασχημοσύνες από τα θέατρα έτσι, ώστε να το αποδώσω στον Διόνυσο καθαρά με μεγάλη προθυμία θα αναλάμβανα τούτο το έργο. Επειδή, όμως πιστεύω ότι τώρα δεν είναι δυνατόν κάτι τέτοιο, αλλά και αν ήταν δεν θα συνέφερε να γίνει, γι’ αυτό εγκατέλειψα τελείως τούτη τη φιλοδοξία. Πάντως, αξιώνω από τους ιερείς να μην εμφανιστεί κανείς στο θέατρο, ούτε να έχει φίλο ηθοποιό ή αρματοδρόμο. Επίσης να μην πλησιάζει στην πόρτα του ούτε χορευτής ούτε μίμος. Μόνο στους ιερούς αγώνες επιτρέπω να πηγαίνει όποιος θέλει από αυτούς. Απαγορεύεται στις γυναίκες τόσο η συμμετοχή στους αγώνες όσο και η θέα. Αλλά τι πρέπει να πω για τα κυνήγια που γίνονται μέσα στα θέατρα των πόλεων; Είναι ανάγκη να προσθέσω ότι απαγορεύεται η παρουσία όχι μόνο των ιερέων αλλά και των παιδιών τους;”

Τέλος, ο Ιουλιανός μέσα στην αρχιερατική του αυτή εγκύκλιο ρυθμίζει μια σειρά άλλα θέματα όπως η αποφυγή ανάγνωσης συγκεκριμένων συγγραφέων: “… ο ιερέας δεν πρέπει να διαβάζει ούτε Αρχίλοχο ούτε Ιππώνακτα.

… Ας αποφεύγει επίσης από την παλιά κωμωδία όσο είναι τέτοιου είδους και καλύτερα να τ’ αποφεύγει όλα… Ας μη φτάνει στην ακοή επικούρειος ή πυρώνειος λόγος” Άλλα θέματα είναι η γνώση των ψαλμών: “Είναι ανάγκη να μάθουμε τους ύμνους των Θεών”, η προσευχή: “Πρέπει ακόμη να παρακαλείτε συχνά τους θεούς και ιδιωτικά και δημόσια και συγκεκριμένα τρεις φορές, την ημέρα ή τουλάχιστον πρωί και βράδυ. Δεν είναι σωστό να περνά η ημέρα ή η νύχτα του ιερωμένου χωρίς θυσία”, τις κοινωνικές συναναστροφές των ιερέων: “Όταν πλέον επανέλθει στον ανθρώπινο βίο, μπορεί να πηγαίνει σε φιλικό σπίτι, να παρευρίσκεται σε γεύμα που έχει προσκληθεί, όχι βέβαια σε όλα αλλά στα καλύτερα. Ακόμη δεν είναι άτοπο να πηγαίνει πότε – πότε και στην αγορά προκειμένου να απευθυνθεί προς τον άρχοντα ή τον διοικητή για να βοηθήσει όσο μπορεί εκείνους που έχουν δικαιολογημένη ανάγκη”, και τα άμφια: “Έχω επίσης τη γνώμη πως οι ιερείς, όταν λειτουργούν μέσα στα ιερά, πρέπει να φορούν μεγαλοπρεπή ενδύματα. Αντίθετα, έξω από τα ιερά, να φορούν τα συνηθισμένα, χωρίς καμία πολυτέλεια”.

Οι οδηγίες του Ιουλιανού προς τους ιερείς του εθνικού κλήρου που άπτονται της στάσης του για το σώμα και την αγνότητα του, και της στάσης που πρέπει να τηρήσουν απέναντι στα ρωμαϊκού τύπου αθλητικά θεάματα της εποχής τους, που είχαν μεγάλη δημοτικότητα, συμπληρώνουν την πολιτική του για την ανόρθωση της εθνικής θρησκείας. Η πολιτική αυτή είχε τρεις άξονες: την ενίσχυση της τοπικής αυτοδιοίκησης, την επαναλειτουργία των ναών και την δημιουργία ενός υψηλού ηθικού επιπέδου εθνικού κλήρου. Καθένας από τους άξονες αυτούς επηρέαζε τη μορφή και τη θέση της φυσικής αγωγής και των αγώνων με ελληνικό χαρακτήρα. Οι κατευθυντήριες γραμμές που έδωσε ο Ιουλιανός μέσα από τα κείμενα, την καθημερινή διοικητική του πρακτική και την νομοθεσία του ευνόησαν άμεσα και έμμεσα την άθληση στην ελληνική της μορφή, ενώ δεν εδίωξαν τη ρωμαϊκή της μορφή αν και δεν έκρυβε την αποστροφή του προς την τελευταία.

ΣΥΖΗΤΗΣΗ

Ο ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑΣ ΙΟΥΛΙΑΝΟΣ ΠΡΟΣΤΑΤΗΣ ΤΟΥ ΚΛΑΣΙΚΟΥ ΑΘΛΗΤΙΚΟΥ ΙΔΑΝΙΚΟΥ

Με την προσωπικότητα, τη ζωή και το έργο του αυτοκράτορα Ιουλιανού, ασχολήθηκαν ήδη από την εποχή του, πολλοί ιστορικοί και ερευνητές. Επίσης, πολλοί ήταν και οι λογοτέχνες, ποιητές και συγγραφείς, που εμπνεύστηκαν από τα γεγονότα της ζωής του και τον γεμάτο αντιφάσεις χαρακτήρα του. Η ελκυστική του προσωπικότητα, η δυνατότητα να ανατρέξει κανείς για να την γνωρίσει στο εκτεταμένο συγγραφικό του έργο και η σφοδρότητα της πολεμικής που δέχθηκε η πολιτική του από τον Χριστιανισμό, είναι οι κύριοι λόγοι που οδήγησαν και εμένα να ασχοληθώ με τον Ιουλιανό. Θεώρησα και προσπάθησα να αποδείξω ότι η ελληνική παιδεία, της οποίας έγινε μέτοχος μέσα από τις σπουδές του στην αρχαία ελληνική γραμματεία, τον οδήγσε φυσιολογικά να περιβάλλει με αγάπη και τον αθλητισμό. Οι γυμνική ελληνική αρχαιότητα, υπηρετούσαν το ιδανικό της καλοκαγαθίας και υμνήθηκαν από τους συγγραφείς στους οποίους εντρύφησε ο Ιουλιανός. Επίσης, οι αγώνες, τα γυμναστήρια και οι παλαίστρες συνδέονταν άμεσα με τις λατρευτικές τελετουργίες προς τιμήν των θεών που γίνονταν στους ιερούς τόπους και τους πολλούς ναούς του αρχαίου κόσμου. Για τους παραπάνω λόγους και σε συνδυασμό με το γεγονός ότι οι διάδοχοι του Ιουλιανού έπαυσαν τους αγώνες κατά τα χρόνια που ακολούθησαν τον θάνατό του, με ώθησαν να εξετάσω κατά πόσον η στάση του Ιουλιανού απέναντι στον αθλητισμό, ήταν μια από τις τελευταίες, ή και η τελευταία, θετική θέση αυτοκράτορα στην αρχαιότητα. Πιστεύω, ότι η εξέταση των απόψεων του Ιουλιανού για την άθληση και τους αγώνες, όπως αυτές εκφράζονται στο συγγραφικό του έργο και στη νομοθεσία του αλλά και η ανάλυση των σχετικών στοιχείων της βιβλιογραφίας οδηγούν την έρευνα στην επιβεβαίωση της αρχικής υπόθεσης ότι ο αυτοκράτορας Ιουλιανός ήταν ο τελευταίος Ρωμαίος αυτοκράτορας που υποστήριξε με συνέπεια τις παιδαγωγικές αξίες και τα πρότυπα του ελληνικού αθλητισμού. Ο πραγματισμός της πολιτικής του και η διορατικότητα του τον ώθησαν να ενισχύσει τον αθλητισμό της εποχής του σε όλες του τις μορφές, ακόμη και τα ρωμαϊκού τύπου θεάματα, τα οποία αποστρέφονταν. Η συμβολή του στην διατήρηση του αθλητικού πνεύματος καθίσταται ακόμη σημαντικότερη όταν αναλογιστεί κανείς ότι η διοίκηση της αυτοκρατορίας και το ευρύ μεταρρυθμιστικό έργο που ανέλαβε, δεν του επέτρεπαν να ασχοληθεί όσο πιθανόν θα ήθελε με την άθληση και τους αγώνες. Η ενασχόλησή του όμως με την πολεμική προπαρασκευή του ιδίου και του στρατού του είναι μέρος της συνολικής τοποθέτησής του απέναντι στη σωματική άσκηση.

Όπως είναι λογικό, η έρευνα σχετικά με οποιοδήποτε ιστορικό πρόσωπο, θα έπρεπε να ξεκινήσει από την περιγραφή του πλαισίου μέσα στο οποίο εντάσσεται η ζωή και η δράση αυτού. Στην περίπτωση του Ιουλιανού, αυτό είναι ακόμη πιο σημαντικό, αφού αυτός διοίκησε από τη θέση του μονοκράτορα, τον ρωμαϊκό κόσμο και η διακυβέρνησή του επηρέασε με δραστικό τρόπο όλους τους τομείς της ζωής της εποχής του. Οι ιστορικοί που ασχολήθηκαν με την εποχή αυτή, έχουν διευκολύνει το έργο της παρούσας έρευνας καθώς την έχουν οριοθετήσει από το έτος 150μ.Χ. έως το 750μ.Χ. και την ονόμασαν «Ύστερη Αρχαιότητα». Ο όρος αυτός από μόνος του δίνει το κύριο χαρακτηριστικό της εποχής: τη μεταβατικότητά της. Είναι η περίοδος κατά την οποία ο αρχαίος κόσμος μεταλλάσσεται και απομακρύνεται από τον κλασικό ελληνικό και ελληνο-ρωμαϊκό του χαρακτήρα και εισέρχεται στην βυζαντινή εποχή με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της. Τις αλλαγές που συνέβησαν την εποχή αυτή, τις βιώνει με έντονο τρόπο ο Ιουλιανός και στο σύνολό τους σχεδόν, αφού λόγω της θέσης του ταξιδεύει σε όλη την αυτοκρατορία, λόγω της εκπαίδευσης του, γνωρίζει όλα τα φιλοσοφικά και θεολογικά ρεύματα και ως ανώτατος διοικητής του κράτους επηρεάζει με τη νομοθεσία και τις επιλογές του, την πολιτική, κοινωνική και οικονομική κατάσταση. Η θέση του Ιουλιανού στην ρωμαϊκή ιστορία της περιόδου και το γεγονός ότι επεδίωξε την γνωριμία και τη συναναστροφή τόσο με τους διακεκριμένους εκπροσώπους της διανόησης του εθνικού κόσμου, όσο και με τους χριστιανούς Πατέρες, και αποτέλεσε έναν μοναδικό σύνδεσμο των δύο κοσμοθεωριών, είναι ο λόγος που διέθεσα στην έρευνα ένα μεγάλος μέρος στην ανάλυση των χαρακτηριστικών της εποχής του Ιουλιανού. Έκρινα όμως, ότι μόνο μία, όσο το δυνατόν πιο πλήρης περιγραφή του ιστορικού πλαισίου της εποχής του Ιουλιανού, θα μπορούσε να καταδείξει τα αίτια των επιλογών του, τις καταβολές των απόψεών του, αλλά και να εξηγήσει και τις επικρίσεις που δέχτηκε το έργο του. Για παράδειγμα, η θέση του Ιουλιανού για το σώμα είναι επηρεασμένη από τις διδασκαλίες του Νεοπλατωνισμού, και ως ιερατικός ηγέτης απευθύνει εγκύκλιο προς τους ιερείς του εθνικού κλήρου με οδηγίες για αγνότητα, εγκράτεια και φροντίδα του με μέτρο. Επίσης, ακολουθώντας την μακραίωνη παράδοση των ρωμαίων αυτοκρατόρων, καθίσταται ένας σκληραγωγημένος, δυνατός και επιδέξιος πολεμιστής και στρατηγός. Είναι, λοιπόν, απαραίτητη η αναφορά στις γενικές αρχές των φιλοσοφικών και θεολογικών θεωριών της εποχής του, όπως και στην πολιτική και στρατιωτική παράδοση της Ρώμης για την κατανόηση της στάσης του Ιουλιανού απέναντι σε όλα τα θέματα με τα οποία ασχολήθηκε, όπως και με τον αθλητισμό, και ως εκ τούτου θεωρώ ότι η μεγάλη έκταση του δεύτερου μέρους είναι δικαιολογημένη.

Για τον ίδιο λόγο και καθώς δεν γίνονται παρά ελάχιστες αναφορές στην άθληση στις πηγές του δεύτερου μέρους, όπου αναλύεται το ιστορικό πλαίσιο, η ίδια «αδυναμία» στην έρευνα υπάρχει και στο τρίτο μέρος, δηλαδή παρουσιάζεται σε έκταση η πορεία του αθλητισμού από την εποχή των Ομηρικών επών έως τα χρόνια του Ιουλιανού. Σε αυτό όμως το μέρος, με τη βοήθεια των εξειδικευμένων πηγών για την ιστορία του αθλητισμού, ανιχνεύω τις απαντήσεις για το θέμα της έρευνας, δηλαδή, το πώς είδε ο αυτοκράτορας Ιουλιανός την άθληση και τους αγώνες. Κι αυτό γιατί καταδεικνύεται η σύνδεση των αγώνων με την θρησκεία, γεγονός που αποδεικνύει ότι η αναστήλωση των ιερών και η σύσταση ενός προτύπου εθνικού κλήρου από τον Ιουλιανό είχε άμεση σχέση με τη συνέχεια των αγώνων. Ακόμη, η αναφορά στους θεσμούς που διατηρούσαν οι πόλεις, για να εκπαιδεύσουν τους πολίτες, αποδεικνύει ότι και η υποστήριξη που παρείχε ο Ιουλιανός στις τοπικές βουλές τόνωσε και τους θεσμούς αυτούς. Επίσης, η καταγραφή των ιερών αγώνων σε όλο τον αρχαίο κόσμο δείχνει ότι ο Ιουλιανός, δεν διέκοψε την διεξαγωγή κανενός αλλά αντιθέτως, εμπλούτισε το αγωνιστικό πρόγραμμα της εποχής του. Τέλος, η εξέλιξη των αθλητικών προτύπων από τον ήρωα- πολεμιστή του έπους, τον καλοκαγαθό πολίτη της κλασικής Ελλάδας, τον λεγεωνάριο της Ρώμης και μέχρι τον ηνίοχο και τον σκληραγωγημένο φιλόσοφο, πιστεύω ότι βοηθάει τον σκοπό της έρευνας και επεξηγεί το μοναδικό σύνθετο πρότυπο που υιοθέτησε ο Ιουλιανός και ακολούθησε με συνέπεια.

Τέλος, επέλεξα για την υποστήριξη της βασικής μου θέσης της εργασίας, ως κύρια πηγή το ίδιο το έργο του Ιουλιανού (συγγράμματα και νόμοι) και μόνο λίγων συγχρόνων του συγγραφέων, όπως του Λιβάνιου, του Ευνάπιου, του Αμμιανού Μαρκελίνου και του Γρηγορίου Ναζιανζηνού. Έκρινα πως θα ήταν «επικίνδυνος τόπος» και έξω από τις δυνατότητες της εργασίας αυτής να ανατρέξω σε κάθε πηγή της εποχής για τον Ιουλιανό καθώς αυτές είναι σε μεγάλο βαθμό επηρεασμένες από την προσωπική θέση του συγγραφέα απέναντι στην πολιτική, κυρίως τη θρησκευτική, του Ιουλιανού. Έτσι, ευελπιστώ ότι στο μέλλον θα μπορέσω στα πλαίσια μιας άλλης εργασίας να αξιολογήσω περισσότερες πηγές τόσο από τους υμνολόγους και θιασώτες της ιδεολογίας του Ιουλιανού όσο και από τους εχθρούς του, που τον αποκάλεσαν και «Αποστάτη». Είμαι όμως πεπεισμένος ότι η αναγωγή στις πηγές που χρησιμοποίησα στο κύριο μέρος της έρευνας κατέδειξαν ότι ο αυτοκράτορας Ιουλιανός κράτησε μια θετική στάση απέναντι σε κάθε μορφής αθλητική δραστηριότητα, αγώνες και θεσμούς, με εξαίρεση τα ρωμαϊκά αιματηρά θεάματα (μονομαχίες και θηριομαχίες). Ο ίδιος υπήρξε αθλητής, αγωνοθέτης και αθλοθέτης αγώνων και βαθύς γνώστης των αθλητικών ζητημάτων. Η παιδεία του, του προσπόρισε τα πρότυπα του αθλητικού ιδεώδους πολλών εποχών, από τα στοιχεία των οποίων συνέθεσε ένα μοναδικό πλήρες σωματικό ιδανικό, το οποίο ακολούθησε σε όλη του τη ζωή: ενός ανθεκτικού, υγιούς, δυνατού και επιδέξιου πολεμιστή, προτύπου, με τη σειρά του, των υπηκόων του. Η σύνδεση του αθλητισμού με τη μεταρρυθμιστική του πολιτική στον χώρο της θρησκείας και της τοπικής αυτοδιοίκησης οδηγούν στο συμπέρασμα ότι όλη η ζωή και το έργο του κατέτεινε στην υποστήριξη και εξύψωση του αθλητισμού. Δυστυχώς, όπως λέει ο Ευνάπιος : «Τελικά, ο Ιουλιανός δεν πέτυχε όσα ήθελε, αλλά όσα αναγκάστηκε».

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

ΠΗΓΕΣ

ΑΜΜΙΑΝΟΣ ΜΑΡΚΕΛΙΝΟΣ, Res gestae, J.C. Rolfe, Λονδίνο/ Cambridge, Massachusetts. 1935-39 (με αγγλ.μτφρ.)

ΑΡΡΙΑΝΟΣ, Αλεξάνδρου ανάβασις, Ακαδημία Αθηνών, Αθήνα 1986

– Ινδική, Κάκτος, Αθήνα 1992.

ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ, Άπαντα. Ομιλίαι και Λόγοι. Πατερικαί εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς», Θεσσαλονίκη 1973.

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΑΖΙΑΝΖΗΝΟΣ, Κατά Ιουλιανού Λόγοι 4,5 (=Στηλιτευτικοί 1,2). Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας. Εκκλησία της Ελλάδος, Αθήνα 1955.

ΕΥΝΑΠΙΟΣ, Βίοι φιλοσόφων και σοφιστών, Αποσπάσματα ιστορικά, Κάκτος, Αθήνα 2000.

ΕΥΣΕΒΙΟΣ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ, Εκκλησιαστική Ιστορία, Harvard University Press, Λονδίνο 2001.

– Ευαγγελική προπαρασκευή, Κ. Mras, Βερολίνο 1954-6

ΖΩΝΑΡΑΣ, Επιτομή Ιστοριών, L. Dindorf, Λιψία 1868-1875.

ΗΣΙΟΔΟΣ, Άπαντα, (1) Κάκτος, Αθήνα 2000, (2) Ζήτρος, Θεσσαλονίκη 2001.

ΘΕΟΔΟΣΙΑΝΟΣ ΚΩΔΙΞ, P. Krüger (Th. Mommsen, Βερολίνο 1906).

ΙΟΥΛΙΑΝΟΣ, Άπαντα, (1) W.C. Wright, Λονδίνο 1913-1923 (με αγγλ. μτφρ), (2) Κάκτος, Αθήνα 1994, (3) Γεωργιάδης, Αθήνα 1985, (4) Επιλογή, Θεσσαλονίκη 1997.

ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΑΛΑΛΑΣ, Χρονογραφία, Ηλιοδρόμιο, Αθήνα 2001.

ΚΕΛΣΟΣ, Αληθής Λόγος, (1) Κάκτος, Αθήνα 2002, (2) Επιλογή, Θεσσαλονίκη 1997.

ΛΙΒΑΝΙΟΣ, Λόγοι, Αυτοβιογραφία, Επιστολές, Harvard University Press, Λονδίνο 1969.

– Θρήνος, Για τον Ιουλιανό, Υπέρ των Ελληνικών ναών, Προς αυτούς που τον είπαν κουραστικό, Επιλογή, Θεσσαλονίκη 1998.

– Αντιοχικός, Κατάρτι, Αθήνα 1999.

ΜΑΡΚΟΣ, Καινή Διαθήκη. Ζωή, Αθήνα 1998.

ΜΑΡΚΟΣ ΑΥΡΗΛΙΟΣ, Τα εις εαυτόν, (1) Κάκτος, Αθήνα 2000, (2) Εστία, Αθήνα 2002.

ΟΜΗΡΟΣ, Ιλιάδα, Ι. Κακριδής – Ν. Καζαντζάκης, Εστία, Αθήνα 1985.

– Οδύσσεια, Ι. Κακριδής – Ν. Καζαντζάκης, Εστία, Αθήνα 1986.

Πίνδαρος, Άπαντα, (1) Κάκτος, Αθήνα 2000, (2) Ιδεοθέατρο, Αθήνα 2001.

Πλάτωνας, Τίμαιος, Πόλις, αθήνα 1997.

Πλωτίνος, Εννεάδες, Ακαδημία Αθηνών, Αθήνα 1997.

Πορφύριος, Κατά Χριστιανών, Επιλογή, Θεσσαλονίκη 2000.

– Περί του Πλωτίνου βίου, Πάπυρος, Αθήνα 1975.

Σωκράτης, Εκκλησιαστική Ιστορία, J. Bidez/ G.C. Hansen, Βερολίνο 1960.

Φώτιος, Βιβλιοθήκη, Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας, Εκκλησία της Ελλάδος, Αθήνα 1955.

Ωριγένης, Προς τον επιγεγραμμένου Κέλσου Αληθή Λόγου, M. Borret, Παρίσι 1967-1969.

Λεξικά

Κωνσταντινίδης Ι. Ελληνικόν Λεξικόν, 2000.

Liddell H.- Scott R., Μέγα Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσης, Σιδέρης, Αθήνα, 1965.

Σταματάκος Ι., Λεξικόν της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης, Αθήνα 1994.

Σούδα, Γεωργιάδης, Αθήνα 2000.

ΔΕΥΤΕΡΟΓΕΝΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

ΕΛΛΗΝΙΚΗ

ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗ Π. (2001). Ιουλιανός. Μια βιογραφία, Αθήνα, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τράπεζας.

– (2000). Η αντιπαγανιστική νομοθεσία της Ύστερης Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας μέσα από τους κώδικες, Αθήνα, Κατάρτι.

ΑΡΒΑΝΙΤΑΚΗΣ Α. (1989). Αγών. Ο αθλητισμός σαν βασική εκδήλωση του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, 9ος τόμος της επιστημονικής επετηρίδας της Α.Β.Σ.Θ., Θεσσαλονίκη.

ΓΙΑΤΣΗΣ Σ. (2000). Ιστορία της άθλησης και των αγώνων στον ελληνικό κόσμο κατά τους ελληνορωμαϊκούς, τους βυζαντινούς και τους νεότερους χρόνους, Θεσσαλονίκη.

– Μορφές άθλησης στην πρωτοβυζαντινή περίοδο: 325-521. (1988). Πρακτικά του Α’ Διεθνούς Συμποσίου «Η καθημερινή ζωή στο Βυζάντιο», Αθήνα.

– (1988). Το θέαμα του ιπποδρόμου και οι σωματικές ασκήσεις στο Βυζάντιο. Διδακτορική διατριβή. ΑΠΘ, κεφ. 7, σ. 113-129.

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ (1978). Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, τ.Ζ’, σ. 51-67.

ΚΑΒΑΦΗΣ Κ. (1991). Τα ποιήματα (1897-1918), Αθήνα, Ίκαρος.

ΚΑΚΑΒΕΛΑΚΗΣ Ν. (2001). Ιουλιανός ο Έλλην, «Στρατιωτική Ιστορία», 60, σ. 6-15.

ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ Ι. (1990). Το Βυζαντινό Κράτος, Βάνιας, τ. 1, σ. 147-157.

– (1987). Πηγαί Βυζαντινής Ιστορίας, Θεσσαλονίκη, Πουρνάρας.

ΚΟΥΚΟΥΛΕΣ Φ. (1949-1952). Βυζαντινών Βίος και Πολιτισμός, Αθήνα, Παπζήση, τ. 3, σ. 81-147.

ΛΑΖΟΣ Χ. (2002). Παίζοντας στο Χρόνο. Αθήνα. Αίολος.

ΜΟΥΡΑΤΙΔΗΣ Ι. (1992). Ιστορία της φυσικής αγωγής και του αθλητισμού (με στοιχεία φιλοσοφίας), Θεσσαλονίκη.

– (1985). The Origin of Nudity in Greek Athletics, Journal of Sport History, 12.3.

– (1986). The 776; Date and some Problems Connected with it, Journal of history of Sport.

ΠΑΠΑΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ Κ. (1969). Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. 8, 9, Αθήνα, Γαλαξίας.

ΣΑΒΒΙΔΗΣ Α. (2001). Ιουλιανός και Σαπούρ Β’, «Στρατιωτική Ιστορία», 71, σ. 56-61.

ΣΑΜΣΑΡΗΣ Δ. (1980). Ο εξελληνισμός της Θράκης κατά την ελληνική και ρωμαϊκή αρχαιότητα, Θεσσαλονίκη.

ΣΑΡΙΚΑΚΗΣ Θ. (1965). Άκτια τα εν Νικόπολει, Αρχαιολογική Εφημερίς, σ. 145-162.

ΧΡΗΣΤΟΥ Π., (1989). Οι περιπέτειες των εθνικών ονομάτων των Ελλήνων. Θεσσαλονίκη. Κυρομάνος.

– (1990). Γρηγόριος ο Θεολόγος. Θεσσαλονίκη.

ΞΕΝΗ

BOWERSOCK G.W. (1996). Ο Ελληνισμός στην Ύστερη Αρχαιότητα, Αθήνα, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τράπεζας.

BROWN P. (1998). Ο κόσμος της Ύστερης Αρχαιότητας 150-750μ.Χ., Αθήνα, Αλεξάνδρεια.

CARY M. (1960). Ρωμαϊκή Ιστορία, Αθήνα, Μίνωας.

DODDS E. (1995). Εθνικοί και Χριστιανοί σε μια εποχή αγωνίας, Αθήνα, Αλεξάνδρεια.

FLACELIERE R. (1991). Ο δημόσιος και ιδιωτικός βίος των αρχαίων Ελλήνων. Αθήνα, Παπαδήμας.

NORWICH J. (1996). Βυζάντιο. Οι πρώτοι αιώνες, Αθήνα, INTERED.

RUTILO C. (1998). Τα αίτια της χριστιανικής επικράτησης. Αθήνα, Ανοιχτή Πόλη.

VASILIEV A.A. (2002). Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Αθήνα, Μπεργάδη.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *