ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ

στις

Με τον όρο Μικρασιατική Καταστροφή περιγράφεται περισσότερο η τελευταία φάση της Μικρασιατικής Εκστρατείας, δηλαδή το τέλος του “ελληνοτουρκικού πολέμου του 1918-22”, η φυγή της ελληνικής διοίκησης, που είχε εγκατασταθεί στα δυτικά μικρασιατικά παράλια, στη Σμύρνη, κατά τη Συνθήκη των Σεβρών, όπως και η σχεδόν άτακτη υποχώρηση του ελληνικού στρατού μετά την κατάρρευση του μετώπου. Επίσης, ανάμεσα σε όλα αυτά συγκαταλέγεται φυσικά και η γενικευμένη πλέον εκδίωξη και γενοκτονία μεγάλου μέρους του ελληνικού και χριστιανικού πληθυσμού από τη Μικρά Ασία, που είχε όμως ξεκινήσει πολύ νωρίτερα. 

Όμως, πώς φτάσαμε στη μελανότερη και οδυνηρότερη σελίδα του ελληνισμού, στη Μικρασιατική Καταστροφή; 

Προηγήθηκε μία σειρά ιστορικών, πολιτικών, διπλωματικών και στρατιωτικών γεγονότων που κορυφώθηκαν την περίοδο 1919-1922. Απαρχή τους αποτέλεσε Η Μικρασιατική Εκστρατεία, γνωστή διεθνώς ως ο Ελληνοτουρκικός Πόλεμος του 1919-1922. Ο συγκεκριμένος πόλεμος συνέβη κατά τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μετά τον Α΄ Π.Π. και συγκεκριμένα μεταξύ Μαΐου 1919 και Οκτωβρίου 1922 και διεξήχθη μεταξύ της Ελλάδας και του Τουρκικού Εθνικού Κινήματος, που θα ίδρυε αργότερα τη Δημοκρατία της Τουρκίας με ηγέτη τον Μουσταφά Κεμάλ, ή αλλιώς Κεμάλ Ατατούρκ- προσδιορισμός που του δόθηκε από τους ομοεθνείς του στη συνέχεια και ο οποίος σημαίνει ‘‘Γενάρχης των Τούρκων’’. 

Πίσω στο 1919, ο Ελευθέριος Βενιζέλος και η κυβέρνησή του, έχοντας την υποστήριξη των νικητών του Α Π. Π., διέταξαν την απόβαση ελληνικών στρατευμάτων στην Μικρά Ασία με “εντολή” την αποκατάσταση της ειρήνης και της τάξης. Ουσιαστικά δηλαδή επρόκειτο για την απόφαση της Αντάντ να εφαρμοστεί η επικείμενη συνθήκη των Σεβρών επί των ηττημένων Οθωμανών. Και ναι μεν ο τελικός στόχος των Ελλήνων ήταν η προσάρτηση περιοχών της Μικράς Ασίας (κυρίως στα παράλια) όπου το ελληνικό στοιχείο, είτε ως πλειοψηφία είτε όχι, ζούσε και δραστηριοποιούνταν έντονα, πρωταρχική όμως μέριμνα της Κυβέρνησης Βενιζέλου ήταν, όντως, η “προστασία των ελληνικών πληθυσμών” από την τουρκική αυθαιρεσία καθώς κι η πραγματοποίηση της περίφημης “Μεγάλης Ιδέας“, δηλαδή η επανάκτηση εδαφών και πληθυσμών από την πάλαι ποτέ Οθωμανική Αυτοκρατορία. Μάλιστα αυτά γίνονται με νωπή την εμπειρία από την αισχρή μεταχείριση των πληθυσμών αυτών μετά τους βαλκανικούς πολέμους, όταν δηλ . χιλιάδες μη-Τούρκοι μικρασιάτες (και όχι μόνον Έλληνες) υπέστησαν απάνθρωπες πιέσεις και εκδιώχθηκαν από τις πατρογονικές εστίες τους κατά τρόπο που άγγιζε και συχνά ξεπερνούσε τα όρια της εθνοκάθαρσης. Μάλιστα ο ελληνικός στρατός εστάλη εκεί από τους συμμάχους, χωρίς η Ελλάδα να έχει επίσημα δικαιώματα επί της Σμύρνης και της ευρύτερης ηπειρωτικής της περιοχής. Μόνο μετά από 5 χρόνια και αφού θα διενεργείτο δημοψήφισμα, θα αποφασιζόταν η τύχη της Σμύρνης και σε ποια χώρα θα περνούσε. Προφανώς όμως η Ελλάδα πίστευε ότι, εκ των πραγμάτων, θα “κέρδιζε” το δημοψήφισμα. 

Το 1920 υπογράφηκε η Συνθήκη των Σεβρών, η οποία καθόριζε μέχρι πού θα μπορούσαν να προχωρήσουν τα ελληνικά στρατεύματα. 

Κι ενώ ο Σουλτάνος δέχτηκε την συνθήκη, οι Νεότουρκοι με επικεφαλής τον Μουσταφά Κεμάλ δεν την αναγνώρισαν κι άρχισαν να προετοιμάζονται για πόλεμο ώστε να αντιμετωπίσουν την Αντάντ και τους Έλληνες συμμάχους της. Αυτό οδήγησε την ελληνική κυβέρνηση στην ανάληψη δράσης προκειμένου να επιβάλει τα συμφωνηθέντα, με την προοπτική να κερδίσει επιπλέον εδάφη, τα οποία θεωρούσε πλειοψηφούντα σε ελληνικό πληθυσμό (η γνωστή “γραμμή Βενιζέλου”). Έτσι, τα ελληνικά στρατεύματα άρχισαν να προελαύνουν στη διαλυμένη και σε κατάσταση  ημιαναρχίας Οθωμανική Αυτοκρατορία η οποία μαστιζόταν από εμφύλιες διαμάχες μεταξύ του Σουλτάνου και των Κεμαλιστών. 

Ωστόσο, μεσούσης της εκστρατείας η κυβέρνηση Βενιζέλου ανετράπη, καθώς στις εκλογές του Νοεμβρίου του 1920 δεν εξελέγη ούτε καν βουλευτής, ενώ αντιθέτως, στην Τουρκία ο Μουσταφά Κεμάλ εδραιωνόταν όλο και πιο γερά. Αυτό οδήγησε στην αποδυνάμωση του ελληνικού στρατού στη Μικρά Ασία, το οποίο βασιζόταν κυρίως σε βενιζελικούς αξιωματικούς, και αντίστροφα, σε ενδυνάμωση του τουρκικού. Παράλληλα η άνοδος του Κωνσταντίνου στον θρόνο προκάλεσε τη δυσαρέσκεια των “συμμαχικών” δυνάμεων απέναντι στην Ελλάδα και σύντομα την πολιτική απομόνωσή της σε διεθνές επίπεδο καθώς ο Κωνσταντίνος είχε άμεσες σχέσεις με την έκπτωτη βασιλική οικογένεια της ηττημένης Γερμανίας- εχθρού της Ανταντ κι επομένως των Συμμάχων. 

Έτσι, το 1922 ξεκινά η τούρκικη αντεπίθεση. Αφού επέτυχαν τη διάσπαση των ελληνικών δυνάμεων και την αποκοπή και συντριβή μέρους αυτών, ο κεμαλικός τουρκικός στρατός ανάγκασε τον εναπομείνοντα ελληνικό να υποχωρεί διαρκώς, ενώ μαζί με τον ελληνικό στρατό έφευγαν και Έλληνες που φοβόντουσαν αντίποινα από τους Τούρκους. Ο ελληνικός στρατός αναγκάστηκε να αποχωρήσει από την Μ.Ασία και ο πόλεμος είχε ουσιαστικά τελειώσει. Με την Συνθήκη της Λωζάνης (24 Ιουλίου 1923), καθορίστηκαν τα νέα εδαφικά καθεστώτα του ελληνικού και τουρκικού κράτους αντίστοιχα. 

Ωστόσο, ποιοι ήταν οι λόγοι που οδήγησαν σε αυτόν τον ελληνοτουρκικό πόλεμο; 

Τα αίτια για την έναρξη του πολέμου στην ουσία εντοπίζονται στις μυστικές συμφωνίες των Δυτικών δυνάμεων για το πώς θα διαχωριζόταν η διαλυμένη Οθωμανική Αυτοκρατορία μετά τον Α’ Π.Π. Συγκεκριμένα, η Αγγλία υποσχέθηκε στους Έλληνες εδαφικές προεκτάσεις εις βάρος των Τούρκων αν συμμαχούσαν με τους Συμμάχους στον Α’ Π. Π. Τα εδάφη που υποσχέθηκαν οι Άγγλοι ήταν η Ίμβρος, η Τένεδος και τα μικρασιατικά παράλια, ενώ λίγα χρόνια νωρίτερα και συγκεκριμένα το 1915 είχε προσφερθεί και η Κύπρος, αλλά η προσφορά απορρίφθηκε από την τότε βασιλική κυβέρνηση του Ζαΐμη. Παράλληλα, αυτήν την περίοδο, ο Μουσταφά Κεμάλ, στρατιωτικός και ηγέτης μίας ομάδας επαναστατών, ίδρυσε το Τούρκικο Εθνικό Κίνημα στη Μικρά Ασία, σύμφωνα με το οποίο οι επαναστάτες θέλησαν να ελευθερώσουν τα μέρη που είχαν παραδοθεί στην Ελλάδα με την απραξία της Υψηλής Πύλης. 

Το Μάιο λοιπόν του 1919 η Ελλάδα που ήταν κι αυτή ανάμεσα στις νικήτριες του Α’ Π.Π. εξασφάλισε από τις μεγάλες δυνάμεις της Αντάντ -και χάρη στις ενέργειες του πρωθυπουργού Ελευθέριου Βενιζέλου- την άδεια να αποβιβάσει στρατεύματα στη Σμύρνη, προκειμένου να προστατεύσει τους χριστιανικούς πληθυσμούς της Ιωνίας από δολιοφθορές των Τούρκων ατάκτων. Έτσι, η άφιξη των  Ελληνικών στρατευμάτων ξεκινά από τις 2 Μαΐου του 1919, όπου αφού αποβιβάσθηκαν στη Σμύρνη, κατέλαβαν την πόλη και τις γύρω περιοχές, με την κάλυψη του Ελληνικού, Γαλλικού και Βρετανικού ναυτικού. Ταυτόχρονα οι Έλληνες είχαν καταλάβει και την Ανατολική Θράκη. Από τις πρώτες στιγμές της παρουσίας του ελληνικού στρατού στην πόλη σημειώθηκαν αιματηρά επεισόδια, καθώς πυροβολισμοί που ρίχτηκαν από την πλευρά των τουρκικών στρατώνων έφεραν σαν άμεσο αποτέλεσμα την αντίδραση των ελληνικών δυνάμεων. Υπήρξαν αρκετοί νεκροί και τραυματίες, ενώ η ελληνική διοίκηση, λίγες μέρες αργότερα εκτέλεσε δια τυφεκισμού δυο ευζώνους ως υπαίτιους από ελληνικής πλευράς. Οι Έλληνες κι οι Αρμένιοι της Σμύρνης υποδέχτηκαν τους Έλληνες ως σωτήρες. Οι Τούρκοι, εντούτοις, έβλεπαν τους Έλληνες ως κατακτητές στον τόπο τους. Το μεγαλύτερο μέρος του Τούρκικου στρατού στην περιοχή παραδόθηκε στα συμμαχικά στρατεύματα ή κατέφυγε στην ύπαιθρο. Οι Δυτικές δυνάμεις συνέχισαν την κατάκτηση των γύρω περιοχών με σκοπό να ενισχύσουν την θέση τους στην περιοχή της Σμύρνης αλλά και προς τα ενδότερα κατά τη διάρκεια στρατιωτικών εκκαθαριστικών επιχειρήσεων. Σταδιακά, η Ελλάδα είχε κατακτήσει το μεγαλύτερο μέρος των παραλίων της Μικράς Ασίας και συγκεκριμένα μέσα σε 15 μόλις μέρες από την άφιξη των ελληνικών δυνάμεων, ολόκληρη η περιοχή των σαντζακίων της Σμύρνης και του Αϊδινίου είχε καταληφθεί. Να σημειωθεί εδώ ότι τα σαντζάκια ήταν διοικητική διαίρεση των περιοχών για τους Οθωμανούς. Ταυτόχρονα,  ο Μουσταφά Κεμάλ είχε ήδη αρχίσει να κινητοποιεί τους τουρκικούς πληθυσμούς και να τους καλεί να αντισταθούν στην ελληνική κατοχή. 

Το Φεβρουάριο του 1920 συγκροτήθηκε η “Στρατιά Κατοχής Μικράς Ασίας“, αποτελούμενη από το Α΄Σώμα Στρατού και το Σώμα Στρατού Σμύρνης. Στις 6 Ιουνίου του 1920 η ελληνική στρατιά άρχισε να προελαύνει προς το βορρά και έως το τέλος του Οκτωβρίου είχε πετύχει να καταλάβει τη γραμμή Νικομήδεια - Προύσσα – Ουσάκ. 

Με τη συμφωνία των Σεβρών (1920) που υπέγραψε η ηττημένη του πολέμου Οθωμανική Τουρκία αναγνωρίσθηκε η επικυριαρχία του Σουλτάνου στην καταληφθείσα περιοχή, πλην όμως το χρονοδιάγραμμα προέβλεπε Ελληνική διοίκηση για την επόμενη πενταετία πέραν της οποίας παρεχόταν η δυνατότητα μέσω δημοψηφίσματος να περιέλθει οριστικά στην Ελληνική επικράτεια. Παράλληλα, η Ανατολική Θράκη παραχωρήθηκε στην Ελλάδα έως τη γραμμή Αίνου-Μήδειας, ενώ με ξεχωριστή συμφωνία η Ιταλία συναινούσε να αποδώσει και τα Δωδεκάνησα στην Ελλάδα. 

Ασταθής ισορροπία 

Η συμφωνία των Σεβρών αποτέλεσε μια τεράστια διπλωματική επιτυχία του Βενιζέλου, την οποία όμως δεν επικύρωσε επίσημα σχεδόν καμιά από τις πλευρές που την υπέγραψαν και ουδέποτε αναγνώρισε ο Μουσταφά Κεμάλ. Ο Μουσταφά Κεμάλ, ο οποίος ήταν ήδη μέχρι τότε ένας περίφημος αξιωματικός του Τουρκικού στρατού, καθώς είχε διακριθεί στην αντίσταση κατά των δυτικών δυνάμεων στη χερσόνησο της Καλλίπολης, όπου η Αντάντ υπέστη πανωλεθρία. Ο Κεμάλ λοιπόν οργάνωσε ανταρτικό στρατό κι όρισε ως έδρα της επαναστατικής του κυβέρνησης την Άγκυρα κηρύσσοντας αγώνα μέχρι τελικής πτώσης. Από την άλλη, ο Βενιζέλος, συνειδητοποιώντας πως η συνθήκη των Σεβρών κινδύνευε να παραμείνει ένα “νεκρό γράμμα”, αποφάσισε να την επιβάλει δια των όπλων κι έτσι διέταξε το καλοκαίρι του 1920, την εντατικοποίηση των στρατιωτικών επιχειρήσεων και τη γενίκευση της σύγκρουσης στη Μικρασιατική ενδοχώρα, υπό το στρατηγό Λεωνίδα Παρασκευόπουλο. Ο ελληνικός στρατός, παρά τις δολιοφθορές των ατάκτων Τσετών κατόρθωσε να καταλάβει μια σειρά από πόλεις στις οποίες κατοικούσαν ελληνικής καταγωγής πληθυσμοί και να δώσει το δικαίωμα στην πολιτική ηγεσία να ελπίζει σε περιορισμό του τουρκικού στοιχείου στα οροπέδια της κεντρικής Ασίας. Παράλληλα, μια σειρά από πολιτιστικές και κοινωνικές πρωτοβουλίες της ελληνικής διοίκησης της Μικράς Ασίας, όπως αρχαιολογικές ανασκαφές, ιδρύσεις εκπαιδευτικών και άλλων ιδρυμάτων αποσκοπούσαν στην εμπέδωση της ελληνικής συνείδησης των κατοίκων και στη δημιουργία υποδομών για την οριστική ενσωμάτωση των απελευθερωμένων περιοχών στην ελληνική επικράτεια. 

Στην Ελλάδα ωστόσο παρά την διαφαινόμενη καθιέρωση της χώρας ως μίας περιφερειακής βαλκανικής δύναμης που εκτεινόταν γεωγραφικά σε δύο ηπείρους και πέντε θάλασσες, η δυσαρέσκεια του κόσμου αυξήθηκε από τις πολλές αυθαιρεσίες των βενιζελικών εναντίον των φιλομοναρχικών. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγεται κι η δολοφονία του επιφανούς στελέχους της αντιβενιζελικής παράταξης αγωνιστή, λογίου και πολιτικού Ίωνα Δραγούμη αφού είχε προηγηθεί η δολοφονική απόπειρα κατά του πρωθυπουργού στο σιδηροδρομικό σταθμό της Λυών του Παρισιού από δύο απότακτους βασιλόφρονες αξιωματικούς. Παράλληλα, η οργισμένη και συνασπισμένη αντιπολίτευση δήλωνε ότι θα φρόντιζε να εξασφαλίσει την επιστροφή των ταλαιπωρημένων στρατιωτών που βρίσκονταν στα όπλα από το 1912 χωρίς σχεδόν καμία διακοπή, ενώ η ξαφνική απώλεια του νεαρού βασιλιά Αλέξανδρο Α’ από το περίφημο δάγκωμα του Μακάκου κι είχε αρμονική συνεργασία με το Βενιζέλο, επέτεινε την πολιτική αστάθεια. 

Ο Βενιζέλος αναγκάσθηκε τότε να προσφύγει στις κάλπες, όπου, χάρις στο εκλογικό σύστημα που εφαρμόσθηκε και προς μεγάλη έκπληξη όλων η «Ηνωμένη Αντιπολίτευσις» και ο επικεφαλής της Δημήτριος Γούναρης θριάμβευσαν, παρότι υπολείπονταν σε ψήφους. Ο Βενιζέλος απογοητευμένος λοιπόν από την έκβαση των γεγονότων αυτοεξορίστηκε στο Παρίσι. Η Γαλλία κι η Ιταλία βρήκαν σε αυτή την εξέλιξη το πρόσχημα που αναζητούσαν για να απαγκιστρωθούν από την Μικρά Ασία στην οποία ναι μεν κατείχαν σημαντικά εδάφη, αλλά είχαν ήδη έλθει σε μυστικές συνεννοήσεις για την αποχώρησή τους με ανταλλάγματα. Απείλησαν επίσης την Ελλάδα ότι ενδεχόμενη παλινόρθωση του γερμανόφιλου Κωνσταντίνου θα οδηγούσε σε ρήξη των σχέσεων, κάτι που όμως αγνόησε η νέα Ελληνική κυβέρνηση. Το Νοέμβριο του 1920 ο Κωνσταντίνος επέστρεψε στο θρόνο ύστερα από δημοψήφισμα. Αγγλία και Γαλλία παρέδωσαν διακοινώσεις στη νέα κυβέρνηση με τις οποίες δεν αναγνώριζαν τον Κωνσταντίνο ως αρχηγό του κράτους και πάγωσαν όλα τα δάνεια που είχανε δρομολογηθεί προς την Ελλάδα. Μόνο η Αγγλία συνέχισε πλέον, αν και μόνο σε διπλωματικό επίπεδο, να υποστηρίζει την Ελλάδα στον ελληνοτουρκικό πόλεμο. 

Στην Τουρκία, ταυτόχρονα ο Κεμάλ συνέχιζε τον αγώνα του κατά του Σουλτάνου (ο οποίος ήταν πρόθυμος να δεχθεί τη συμφωνία των Σεβρών, διατηρώντας τα προνόμιά του) αλλά και κατά της ξενικής τριπλής κατοχής, ενώ στην απέναντι όχθη του Αιγαίου η κυβέρνηση Γούναρη πλέον όχι μόνο δεν επανέφερε το στρατό, αλλά αποφάσισε (με την παρότρυνση των Άγγλων που εξυπηρετούσαν τα δικά τους συμφέροντα) να κλιμακώσει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις. Ωστόσο, την Ελληνική ηγεσία απασχολούσε έντονα (σύμφωνα και με δηλώσεις του ίδιου του Γούναρη) η τύχη των Ελληνικής καταγωγής πληθυσμών, σε περίπτωση που αποφασιζόταν η διακοπή της εκστρατείας. 

Τον Οκτώβριο του 1920, ο Ελληνικός στρατός προχώρησε στην Ανατολική Μικρά Ασία. Οι επιχειρήσεις αν και ξεκίνησαν από τον Ελευθέριο Βενιζέλο, συνεχίστηκαν από τον Δημήτριο Γούναρη, αφού το κόμμα του Βενιζέλου είχε χάσει στις εκλογές. Ο Γούναρης έκανε στρατηγούς του Ελληνικού στρατού, άπειρους μοναρχιστές με τον Βασιλιά Κωνσταντίνο να έχει τον πλήρη έλεγχο των στρατευμάτων στη Σμύρνη. Οι ελληνικές δυνάμεις είχαν μία και μόνο αποστολή. Να νικήσουν τον στρατό του Ατατούρκ και να τον αναγκάσουν σε διαπραγματεύσεις. 

Η εξέλιξη των επιχειρήσεων το έτος 1921 

Στις 28 Δεκεμβρίου του 1920, σύμφωνα με το ανακοινωθέν που εξέδωσε ο διοικητής της Ελληνικής στρατιάς Μικράς Ασίας Αναστάσιος Παπούλας, είχε επιτευχθεί πλήρως ο αντικειμενικός σκοπός των στρατιωτικών επιχειρήσεων στα ενδότερα της Μικράς Ασίας. Αυτός ήταν, σύμφωνα πάντοτε με την ίδια ανακοίνωση «η διασκόρπισις των προ του Σώματος Στρατού Αμύνης εχθρικών δυνάμεων, αίτινες είχον συγκεντρωθή αυτόθι με επιθετικάς κατ’ αυτόν διαθέσεις». Οι ελληνικές μονάδες, κατά το διήμερο 27–28 Δεκεμβρίου είχαν απωθήσει τις τουρκικές μονάδες, που υποχώρησαν άτακτα προς το Εσκή Σεχίρ. Αναφέρεται ότι υπήρξαν πολλοί αιχμάλωτοι τούρκοι στρατιώτες, ότι στα ελληνικά χέρια περιήλθε πολεμικό υλικό (εξοπλισμός και πολεμοφόδια) και ότι καταρρίφθηκε ένα αεροπλάνο της τουρκικής αεροπορίας το οποίο καταστράφηκε εντελώς. Από την άλλη, οι ελληνικές απώλειες από τη διήμερη μάχη, με βάση τα στοιχεία που δόθηκαν στη δημοσιότητα, ήταν 39 νεκροί και 138 τραυματίες. Σύμφωνα με τις τουρκικές πηγές, η πρώτη ήττα για τους Έλληνες ήρθε στην πρώτη μάχη του Ινονού στις 11 Ιανουαρίου 1921, κάτι, εντούτοις, που δεν αποδεικνύεται από τα ντοκουμέντα της εποχής. Η Δύση φοβούμενη χειροτέρευση της κατάστασης ήθελε να επισπεύσει τον διπλωματικό διάλογο. Έτσι, στις 8 Φεβρουαρίου 1921 συγκλήθηκε στο Λονδίνο διεθνής διάσκεψη με πρωτοβουλία των Δυνάμεων και εκπροσώπηση της ελληνικής πλευράς από τον πρωθυπουργό Νικόλαο Καλογερόπουλο και της τουρκικής από το Μπεκήρ Σαμή, προκειμένου να βρεθεί κάποια λύση. Μετά από διάφορες αμφιταλαντεύσεις της στάσης των Συμμάχων, η Διάσκεψη διακόπηκε απότομα στις 3 Μαρτίου χωρίς να ληφθεί απόφαση, ενώ η Ελληνική κυβέρνηση προχώρησε σε επιστράτευση. Συγκεκριμένα, στις 10 Μαρτίου άρχισε νέα επιθετική ενέργεια από ελληνικής πλευράς. Οι ελληνικές δυνάμεις αφού πρώτα κατέλαβαν το Αφιόν – Καραχισάρ, έφτασαν τελικά προ του Εσκισεχίρ συναντώντας επίμονη τουρκική αντίσταση. Έτσι, η δεύτερη μάχη του Ινονού, ξεκίνησε στις 27 Μαρτίου και κατέληξε σε ευρεία νίκη των Τούρκικων δυνάμεων. Οι Βρετανοί, αν και ήταν με το μέρος της Ελλάδος, αρνήθηκαν να συνεχίσουν την στρατιωτική στήριξη, για να μην προκαλέσουν τη Γαλλική κυβέρνηση. Εν τω μεταξύ, η Τουρκία έλαβε σημαντική στρατιωτική και χρηματική βοήθεια από τους Ρώσους. 

Η ελληνική κυβέρνηση είχε αντιληφθεί ότι η προεκλογική δέσμευσή της για τον τερματισμό της Μικρασιατικής εμπλοκής δεν μπορούσε να τηρηθεί εκ των πραγμάτων κι έτσι αποφάσισε τη συνέχιση των επιχειρήσεων. Μάλιστα, στις 16 Απριλίου του 1921, ο ίδιος ο πρωθυπουργός Γούναρης έφτασε στη Σμύρνη, συνοδευόμενος από τον υπουργό επί των Στρατιωτικών Νικόλαο Θεοτόκη. Επιπλέον σε μια πολύ συμβολική μέρα, στις 29 Μαΐου του 1921 -468 χρόνια από την Άλωση της Κωνσταντινούπολης- αποβιβάσθηκε στη Σμύρνη και ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος  και συμμετείχε σε ευρεία στρατιωτική σύσκεψη. Στόχος της ήταν η κατάληψη της Άγκυρας και η καταστροφή του σταθμού ανεφοδιασμού του εχθρού, ενέργεια η οποία σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Ελληνικού επιτελείου θα οδηγούσε τον Κεμάλ σε συνθηκολόγηση. Έπειτα ανέλαβε και την αρχιστρατηγία του εκεί Ελληνικού Στρατού, αντικαθιστώντας εν μέρει τον Αναστάσιο Παπούλα. Την άνοιξη του 1922, η κατάσταση της υγείας του ωστόσο επιδεινώθηκε και επέστρεψε στην Αθήνα. 

Στις 30 Ιουνίου του 1921 η ελληνική επίθεση επαναλήφθηκε με σφοδρότητα με αποτέλεσμα το Εσκή Σεχίρ να πέσει στα χέρια των Ελλήνων στις 6 Ιουλίου. Στη συνέχεια, οι ίδιες δυνάμεις, αφού προηγουμένως είχαν καταλάβει την Κιουτάχεια κι ενώ ήδη κρατούσαν το Αφιόν Καραχισάρ, κατέλαβαν και το σημαντικότατο σιδηροδρομικό του κόμβο. 

Η προέλαση του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος μέσω της Αλμυρής Ερήμου ξεκίνησε την 1 Αυγούστου 1921 και έφερε τις Ελληνικές δυνάμεις προ των πυλών της Άγκυρας, στις 8 Αυγούστου με τη διάβαση του ποταμού Σαγγάριου. Εκεί, στην κρίσιμη μάχη που ακολούθησε τον Αύγουστο του 1921 με έναρξη τις 11 Αυγούστου, ο Ελληνικός στρατός παρότι διέσπασε τις δυο πρώτες αμυντικές ζώνες των τούρκων αλλά όχι και την τρίτη και τελευταία, αναγκάσθηκε να καθηλωθεί, καθώς οι αντίπαλοι Τούρκοι στρατιώτες -συναισθανόμενοι ότι σε περίπτωση ήττας θα έχαναν τα πάντα- προέβαλαν λυσσαλέα αντίσταση. Στις 28 Αυγούστου ο τουρκικός στρατός αντεπιτέθηκε σθεναρά και τη νύχτα της 30ης προς 31η Αυγούστου η ελληνική στρατιά αναγκάσθηκε να συμπτυχθεί, επιστρέφοντας στις θέσεις εξόρμησής της. Παράλληλα, ο Κεμάλ -που σύμφωνα με τους βιογράφους του ήταν έτοιμος να οπισθοχωρήσει- αναθάρρησε και συνέχισε τον ανεφοδιασμό, τη στρατολόγηση νέων ανδρών που συνέρρεαν στις τάξεις του και τις μυστικές συμφωνίες, τόσο με Κούρδους αυτονομιστές, όσο και με τη νεοσύστατη Σοβιετική Ένωση. Αυτό δεν ήταν τυχαίο καθώς οι Μπολσεβίκοι εξασφαλίζοντας τον έλεγχο περιοχών που θα τους απέδιδε ο Κεμάλ μετά από ενδεχόμενη επικράτησή του επί των Ελλήνων, του παραχώρησαν πολύτιμο εξοπλισμό -μη ξεχνώντας παράλληλα την προηγηθείσα συμμετοχή της Ελλάδας στο πλευρό της Ανταντ κατά την εκστρατεία της στην Ουκρανία και την Κριμαία- θεωρώντας ότι η χώρα του δεχόταν και εκείνη επίθεση από τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. 

Μετά την εγκατάσταση του Ελληνικού Στρατού σε ενεργητική άμυνα γύρω από τη γραμμή Εσκί Σεχήρ – Κιουτάχεια – Αφιόν Καραχισάρ, η κατάσταση αυτή συνεχιζόταν για ένα ολόκληρο χρόνο, με τους Τούρκους παράλληλα να απορρίπτουν πρόταση των Δυνάμεων της Αντάντ για ειρήνη και απαιτώντας την συνθηκολόγηση και αποχώρηση της Ελληνικής στρατιάς. Έτσι, θα μπορούσαμε να πούμε πως η διάρρηξη του μετώπου κι η οπισθοχώρηση ήταν λογικό επακόλουθο και τα αίτια σχεδόν αυτονόητα. Η μεγάλη ανάπτυξη των Ελληνικών γραμμών που εκτείνονταν σε μία τεράστια απόσταση χωρίς να υπάρχει η απαραίτητη αλληλοκάλυψη των τμημάτων, η εξάντληση των στρατιωτών από την πολύμηνη παραμονή τους σε κατάσταση εκστρατείας μέσα σε ένα απόλυτα εχθρικό περιβάλλον πολύ μακριά από τα φιλικά παράλια, η ενδυνάμωση του αντιπάλου και η ασυνεννοησία μεταξύ πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας συνέβαλαν στο να επέλθει και το οριστικό τέλος της εκστρατείας.  

Το τέλος 

Αφού, λοιπόν , όπως προαναφέρθηκε ο ελληνικός στρατός είχε φτάσει μέχρι και τα 100 χλμ. έξω από την Άγκυρα, εκεί, ο Μουσταφά Κεμάλ με το δικό του στρατό υπερασπίστηκε την πρωτεύουσα, όχι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αλλά πλέον της Τούρκικης Δημοκρατίας. Μετά από σκληρή μάχη με πολλούς νεκρούς, οι Έλληνες οπισθοχώρησαν. Τα ελληνικά τμήματα καθηλώθηκαν στις όχθες του Σαγγάριου ποταμού και ένα χρόνο αργότερα εκδηλώθηκε μεγάλη τουρκική αντεπίθεση. Μέσα σε λίγες μόνο εβδομάδες, ο Ελληνικός στρατός είχε μόνο την Σμύρνη υπό τον έλεγχό του. Ο στρατός του Ατατούρκ σύντομα έφτασε και εκεί και στις 5 Σεπτεμβρίου του 1922 και τα τελευταία τμήματα του Ελληνικού Στρατού εγκατέλειψαν την Μικρά Ασία, αφήνοντας τους ανυπεράσπιστους Μικρασιάτες στο έλεος των Τούρκων, οι οποίοι ιδίως στην περιοχή της Σμύρνης μέχρι τέλους διαβεβαιώνονταν από τις Ελληνικές Αρχές ότι δεν υπήρχε κίνδυνος και λόγος ανησυχίας. Έναντι της έντρομης εκείνης κατάστασης που εξελισσόταν, χαρακτηριστική υπήρξε κι η απάντηση του Έλληνα Υπάτου Αρμοστή Αριστείδη Στεργιάδη στον πρώην Νομάρχη Λέσβου και Διοικητή Χίου Γεώργιο Παπανδρέου, όταν ο δεύτερος του συνέστησε να ενημερώσει άμεσα τον ελληνογενή πληθυσμό για να φύγει. Ο Στεργιάδης φέρεται να δήλωσε στον Παπανδρέου: «Καλύτερα να μείνουν εδώ, να τους σφάξει ο Κεμάλ, γιατί αν πάνε στην Αθήνα θ’ ανατρέψουν τα πάντα». 

Στις 8 Σεπτεμβρίου οι πρώτοι Τούρκοι στρατιώτες μπήκαν στη Σμύρνη ως απελευθερωτές και στις 13 ξεκίνησε η κτηνωδία. Οι νικητές προέβησαν σε απίστευτης έκτασης βιαιοπραγίες και ωμότητες σε βάρος του χριστιανικού πληθυσμού όλης της Μικράς Ασίας. Η γενοκτονία των Ελλήνων που ξεκίνησε το 1906 από τη Θράκη ολοκληρωνόταν με τον πιο θηριώδη τρόπο στη Σμύρνη από τους Νεότουρκους. Οι ελληνικές και αρμενικές συνοικίες της Σμύρνης παραδόθηκαν στις φλόγες, ενώ οι κάτοικοί τους αναζητούσαν απεγνωσμένα τρόπο διαφυγής προς το Αιγαίο, κάτω από τα αδιάφορα βλέμματα των πληρωμάτων των συμμαχικών πλοίων τα οποία τηρούσαν στάση αυστηρής ουδετερότητας μπροστά στη σφαγή. Καταγράφηκαν ακόμη και περιπτώσεις όπου οι άνδρες των πληρωμάτων ράβδιζαν τα χέρια των ικετεύοντων χριστιανών που προσπαθούσαν να ανεβούν στα καταστρώματα για να σωθούν.  

Η τουρκική πλευρά επειδή επιδίωκε τον δημογραφικό αφανισμό του ελληνικού στοιχείου από την Μικρά Ασία, προέβη σε ανείπωτα εγκλήματα, σύμφωνα και με τις μαρτυρίες των Δυτικών αυτοπτών μαρτύρων: Μαζικές πυρπολήσεις κτηρίων και ανθρώπων, βιασμοί, σφαγές, εκτελέσεις, βασανιστήρια κ.π.α. Αμερικανοί μάρτυρες διηγούνται ιστορίες για πυρπολήσεις αρρώστων μέσα σε νοσοκομεία και παιδιών μέσα σε σχολεία. Σύμφωνα δε με τον ανταποκριτή των Τάιμς του Λονδίνου, πολλοί Χριστιανοί κάηκαν μέσα στις εκκλησίες τους, όταν αφού κατέφευγαν σε αυτές, οι Τούρκοι τούς έβαζαν επί τούτου φωτιά. Η γνωστή εκείνα τα χρόνια αμερικανίδα ιατρός M. C. Elliott, που επί πολλά χρόνια είχε υπηρετήσει σε νοσοκομεία της Εγγύς Ανατολής, κατέθεσε τις εμπειρίες της, σύμφωνα με τις οποίες περιέθαλψε εκατοντάδες βιασμένες από Τούρκους χριστιανές κοπέλες και άκουσε για αμέτρητες άλλες τέτοιες περιπτώσεις, αλλά δεν είδε ούτε μία Τουρκάλα σε αντίστοιχη κατάσταση. Στα θύματα των Χριστιανών από τους Τούρκους συγκαταλέγεται και ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος Σμύρνης, που πέθανε με ιδιαίτερα βασανιστικό τρόπο, καθώς και πολλοί άλλοι Επίσκοποι και ιερείς (342 μόνο στην Μητρόπολη Σμύρνης). Αποκορύφωμα η πυρπόληση της αρμενικής και της ελληνικής συνοικίας της Σμύρνης. Η Μεγάλη Πυρκαγιά της Σμύρνης, όπως ονομάζεται κι η οποία κατέκαψε όλη την πόλη, εκδηλώθηκε αρχικά στην αρμενική συνοικία και συγκεκριμένα από την ανατίναξη της Αρμενικής Εκκλησίας του Αγίου Νικολάου, όπου είχαν καταφύγει τα γυναικόπαιδα και πολιορκούντο από τους Τούρκους. Την πολιορκία την έσπασε με το ασκέρι του ο Έλληνας καπετάνιος Σιδερής Πανταζόπουλος, που επί πολλά έτη πολεμούσε τους άτακτους Τσέτες ληστές στα γύρω βουνά. Οι Έλληνες μπήκαν μέσα στην εκκλησία και έδωσαν νερό και τρόφιμα στους πολιορκημένους, όμως, οι πολυπληθέστεροι Τούρκοι γρήγορα ανασυντάχθηκαν και παίρνοντας πυρίτιδα από γειτονική πυριταδαποθήκη, περικύκλωσαν και πάλι την εκκλησία και την ανατίναξαν. Με τη βοήθεια του ευνοϊκού για τους Τούρκους ανέμου (που έπνεε αντίθετα από την τουρκική συνοικία) και της βενζίνης με την οποία οι Τούρκοι ράντιζαν τα σπίτια, η φωτιά κατέκαψε όλη την πόλη, εκτός από τη μουσουλμανική και την εβραϊκή συνοικία.  Διήρκησε από τις 31 Αυγούστου έως 4 Σεπτεμβρίου (με το παλαιό ημερολόγιο). Σήμερα η επέτειος αυτή στην πραγματικότητα είναι η 13 Σεπτεμβρίου. Το κάψιμο των σπιτιών ανάγκασε τους κρυμμένους σε αυτά Χριστιανούς να βγουν έξω στους δρόμους, με αποτέλεσμα και οι τελευταίοι που είχαν γλυτώσει από τις προηγούμενες σφαγές, να πέφτουν στα χέρια των Τούρκων και να υφίστανται τρομερούς βασανισμούς πριν τον θάνατό τους. Μεταξύ των θυμάτων, υπήρξαν και μεμονωμένες περιπτώσεις Δυτικών (Αμερικανών, Ολλανδών κ.α.), παρ’ ότι οι Τούρκοι κατά κανόνα αυτούς δεν τους πείραζαν. Οι σφαγές κατά Ελλήνων και Αρμενίων από τους Τούρκους έκαναν τον Αμερικανό Πρόξενο στην Σμύρνη Τζωρτζ Χόρτον (George Horton) να γράψει: «Ένα από τα δυνατώτερα συναισθήματα που πήρα μαζί μου απ’ τη Σμύρνη ήταν το συναίσθημα της ντροπής, διότι άνηκα στο ανθρώπινο γένος». 

Η έκβαση της μικρασιατικής εκστρατείας οδήγησε στη μεγάλη καταστροφή, την απώλεια εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπινων ζωών και την προσφυγοποίηση 1,5 εκατομμυρίου άλλων. Σύμφωνα με τα στοιχεία που έδωσε ο Ελ. Βενιζέλος με το υπόμνημά του στη Συνδιάσκεψη της Ειρήνης του Παρισιού, στη Μικρά Ασία ζούσαν 1.694.000 Έλληνες. Στη Θράκη και την περιοχή της Κωνσταντινούπολης 731.000. Στην περιοχή της Τραπεζούντας 350.000 και στα Αδάνα 70.000. Σύνολο 2.845.000 Έλληνες που αποτελούσαν το 20% του πληθυσμού της περιοχής που κυριαρχούσε οικονομικά, είχε δε καταφέρει να διατηρήσει την πολιτιστική του κληρονομιά παρ’ ότι αποτελούσε μειονότητα σε εχθρικό περιβάλλον. 

Οι διασωθέντες έφτασαν στον ελεύθερο χώρο του βαλκανικού Νότου, ως πρόσφυγες και τραγικές αποδείξεις μιας ανολοκλήρωτης πορείας. Στα συντρίμμια της Σμύρνης τερματίσθηκε η Ελληνική παρουσία 2.500 ετών στη Μικρά Ασία και ενταφιάστηκε η ιδεολογία της «Μεγάλης Ιδέας», η οποία είχε αποτελέσει επί σχεδόν έναν αιώνα τον κεντρικό άξονα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής και τη βασική πηγή τροφοδότησης της νεοελληνικής αυτοσυνειδησίας. Ο ελληνισμός στη Μικρά Ασία και στην Ανατολική Θράκη υπήρξε ένα από τα σημαντικότερα κομμάτια του ελληνικού έθνους. Κατοικούσαν εκεί 2.500.000 Έλληνες περίπου, οι οποίοι είχαν 2.177 σχολεία με 177.505 μαθητές και 4.596 δάσκαλοι, καθώς και 2.232 εκκλησίες. Όλα αυτά είχαν πλέον χαθεί οριστικά και μάλιστα με πολύ ολέθριο, βίαιο και βάναυσο τρόπο. 

Σκάναρε και προχώρησε την έρευνα:

Έρευνα, Πηνελόπη Σωτηριάδου

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *