ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΟΥ ΙΟΥΔΑ-ΤΟ ΓΝΩΣΤΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΠΟΥ “ΔΙΧΑΖΕΙ”

στις

Η Αίγυπτος είναι μία περιοχή με σημαντική ιστορία στο πέρασμα των αιώνων. Tόσο κάτω από την έρημο της όσο και στα σπουδαία μνημεία της κρύβονται αρχαιολογικά ευρήματα, υψίστης σημασίας, τα οποία με την πάροδο του χρόνου «εμφανίζονται» στο φως της ημέρας.

Ένα από τα ευρήματα αυτά που εκπλήσσουν συνεχώς στον κόσμο είναι και το λεγόμενο Ευαγγέλιο του Ιούδα, το οποίο ανατρέπει όσα ξέραμε για τον ίδιο και τον παρουσιάζει ως ήρωα και όχι ως προδότη.

Η εμφάνιση του Ευαγγελίου

Η εμφάνιση του Ευαγγελίου του Ιούδα δεν είναι γνωστή. Δεν ανακαλύφθηκε για πρώτη φορά από τους αρχαιολόγους. Εικάζεται ότι ανακαλύφθηκε τη δεκαετία του 70’ σε έναν τάφο στην Αίγυπτο, ενώ μαζί με το Ευαγγέλιο του Ιούδα βρέθηκαν άλλα τρία κείμενα τα οποία βρίσκονται σε ένα πάπυρο, δηλαδή σε μορφή βιβλίου, ο οποίος ονομάστηκε Codex Tchacos.

Ο πάπυρος είχε παραμείνει στην κατοχή ενός αρχαιοκάπηλου, ο οποίος μόλις αντιλήφθηκε την αξία του προσπάθησε να τον πουλήσει. Eν τέλει το ποσό που ζήτησε , εμπόδισε τρεις μελετητές που προσπάθησαν να το αγοράσουν.

Τελικά, ο πάπυρος ήρθε στην κατοχή της Φρίντα Νουσμπεργκερ – Τσάκος, μιας Ελβετίδας αρχαιοσυλλέκτη . Έπειτα από αρκετές ταλαιπωρίες, ο κώδικας κατέληξε στο Maecenas Foundation και τη National Geographic. Οι ειδικοί ανέλαβαν να αντικαταστήσουν τον πάπυρο οποίος είχε υποστεί σημαντικές ζημιές και επιπλέον θα καθόριζαν την ηλικία του ,θα το μετέφραζαν και θα ανέλυαν το περιεχόμενό του.

Πότε γράφτηκε το Ευαγγέλιο και από ποιον

Αφού λοιπόν το ευαγγέλιο του Ιούδα αποκαταστάθηκε και επανασυνδέθηκε, πραγματοποιήθηκε από τους ειδικούς η χρονολόγηση του με τον άνθρακα 14. Με βάση τη χρονολόγηση το αντίγραφο του Ευαγγελίου του Ιούδα πρέπει να γράφτηκε , στην κοπτική γλώσσα, στα τέλη του τρίτου αιώνα ή στις αρχές του τέταρτου αιώνα.

Βέβαια, το πότε γράφτηκε το πρωτότυπο Ευαγγέλιο, δεν είναι εύκολο να καθοριστεί. Οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι η συγγραφή του Ευαγγελίου του Ιούδα πρέπει να έγινε τουλάχιστον έναν αιώνα νωρίτερα και τους ισχυρισμούς τους ενισχύει και ο Ειρηναίος, Επίσκοπος Λουγδούνων ( Σημερινή Λυών).

Ο Ειρηναίος υπήρξε από τους πρώτους αντίπαλους των αιρέσεων, γράφοντας αρκετά συγγράμματα για να τις πολεμήσει. Μάλιστα γύρω στα 180 μ.Χ ,στο έργο του «Κατά των αιρέσεων» γίνεται η πρώτη αναφορά σε ένα κείμενο που ονομάζεται Ευαγγέλιο του Ιούδα, οπότε οι ερευνητές θεωρούν ότι πιθανώς το πρωτότυπο Ευαγγέλιο να υπήρχε πριν το 180 μ.Χ.

Το ενδιαφέρον της έρευνας έχει προκαλέσει και το ποιος είναι ο συγγραφέας του Ευαγγελίου του Ιούδα. Μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν αποδείξεις και μαρτυρίες για το ποιος είναι ο συγγραφέας του κειμένου, ενώ και μέσα στο ίδιο το κείμενο δεν υπάρχει κάποια ένδειξη που να μαρτυρεί το συγγραφέα του.

Μία μικρή μερίδα ερευνητών υπονοεί, έμμεσα φυσικά, ότι συγγραφέας του Ευαγγελίου πιθανώς να είναι ο ίδιος ο Ιούδας ο Ισκαριώτης . ,ία τέτοια άποψη, όμως ,δεν βασίζεται στη λογική ,καθώς πρώτον όπως αναφέραμε και πιο πάνω μέσα στο ίδιο το κείμενο δεν υπάρχει κάποια ένδειξη είτε σε πρώτο πρόσωπο είτε στο τέλος του κειμένου, η οποία να υποδηλώνει τον συγγραφέα του έργου. Δεύτερον, ήταν πολύ δύσκολο να αποδοθεί στον Ιούδα τον Ισκαριώτη η συγγραφή του συγκεκριμένου Ευαγγελίου, διότι αφού πρόδωσε τον Ιησού, παρέδωσε πίσω στους Αρχιερείς τα χρήματα που είχε λάβει και κρεμάστηκε από τις τύψεις του. Οπότε το ποιος είναι ο συγγραφέας του έργου, παραμένει ένα άλυτο μυστήριο, το οποίο οδηγεί προς προσεκτική διερεύνηση.

Το ευαγγέλιο του Ιούδα και η σχέση του με τον Γνωστικισμό

Γύρω στον 2ο αιώνα, οι γνωστικοί μία από τις μεγαλύτερες αιρέσεις έγραψαν αρκετά έργα, τα οποία ήταν θεολογικά αντίθετα με τα κείμενα των πρώτων Χριστιανών. Με βάση τον Ειρηναίο και το έργο του Κατά των Αιρέσεων, το Ευαγγέλιο του Ιούδα γράφτηκε από οπαδούς του Κάιν, τους λεγόμενους Καϊνίτες, μία ομάδα γνωστικών. Εκτός τον Ειρηναίο και άλλοι Πατέρες της εκκλησίας που ασχολήθηκαν με την καταπολέμηση των αιρέσεων, κατηγορούν την αίρεση των Καϊνιτών ,καθώς ως αίρεση επιδοκίμαζαν σκοτεινές προσωπικότητες, όπως τον Κάιν, τον Κόρε και τους κατοίκους των Σοδόμων και Γομόρων. Τους επιδοκίμαζαν, διότι για τους Γνωστικούς το σώμα είναι η φυλακή του πνεύματος και οποιοσδήποτε προσπαθεί να απαλλάξει το πνεύμα από το σώμα επιβραβεύεται από τους ίδιους.

Οι Καϊνίτες, στους οποίους αναφέρεται ο Ειρηναίος, είναι από τις πιο απόκρυφες γνωστικές ομάδες. Σήμερα οι ερευνητές που ασχολούνται με θεολογικά και ιστορικά ζητήματα τους αποκαλούν ως «σηθιανούς» Γνωστικούς.

Γενικά, οι Γνωστικοί είναι χωρισμένοι σε αρκετές ομάδες, όπου η καθεμία αναπτύσσει τη δική της σκέψη η οποία έρχεται σε αντίθεση με τους πρώτους χριστιανούς. Οι Γνωστικοί πίστευαν ότι υπήρχαν δύο κόσμοι, ο υπέρτατος κόσμος όπου υπάρχει ο ένας καλός θεός και ο κατώτερος κόσμος ο οποίος είναι δημιούργημα ενός κατώτερου Θεού. Για τους Γνωστικούς λοιπόν, ο συγκεκριμένος κόσμος και ειδικά το σώμα μας είναι η φυλακή του πνεύματος και μόνοι όσοι ανήκαν στο Γνωστικισμό είχαν τη «γνώση» ώστε να σωθούν με το Θείο και να λυτρωθούν. Σε αυτό το σημείο είναι εμφανής ο επηρεασμός των Γνωστικών από τον Πλάτωνα, καθώς ο ίδιος ο Πλάτωνας πίστευε ότι το σώμα είναι φυλακή της ψυχής και κάθε τι υλικό δεν γίνεται να είναι δημιουργία του Αγαθού Θεού.

Το περιεχόμενο του Ευαγγελίου του Ιούδα

Στο ευαγγέλιο του Ιούδα κεντρικό πρόσωπο αποτελεί ο Ιούδας ο Ισκαριώτης, ο οποίος από προδότης και τραγικό πρόσωπο, καθώς παρέδωσε τον Ιησού στους Αρχιερείς, μεταλλάσσεται στον ήρωα, οποίος μόνο αυτός καταλαβαίνει τα λόγια του Ιησού- σε σχέση με τους άλλους μαθητές- και η προδοσία του λυτρώνει τον Χριστό από το σώμα του, που τον κρατάει φυλακισμένο σε αυτό τον κόσμο.

Από την αρχή του Ευαγγελίου φαίνεται η γνωστική σκέψη. Το κείμενο στην αρχή αναφέρει ότι ο Χριστός εμφανίστηκε στη γη, κάτι το οποίο αναδεικνύει ότι ήρθε ο ίδιος ή από κάποιον άλλο κόσμο. Σύμφωνα με τους γνωστικούς υπάρχουν δύο κόσμοι, ο πρώτος δημιουργήθηκε από τους κατώτερους θεούς και ο δεύτερος από τον ανώτερο. Έτσι σκοπός του ανθρώπου είναι να αποκτήσει τη «γνώση» και να τον οδηγήσει στον άλλο κόσμο, ο οποίος χαρακτηρίζεται από τον Ιούδα ως «Μπαρμπέλο». Από την αρχή του Ευαγγελίου φαίνεται ότι ο Ιούδας ξεχωρίζει, καθώς είναι ο μόνος που αντιλαμβάνεται τα λόγια του Ιησού και είναι ο μόνος που γνωρίζει ποιος είναι ο Ιησούς και από πού προέρχεται.

Συνεχίζοντας, στο ευαγγέλιο ο Ιησούς κάνει λόγο για την « Αγία και Μεγάλη γενεά» Σύμφωνα με το Ευαγγέλιο, μόνο η ψυχή εκείνων που ανήκουν στη γενεά του Σηθ είναι αθάνατη και θα μπορέσουν να δουν τον Ουράνιο κόσμο, εκεί που βρίσκεται ο ένας Θεός και ο Ιούδας, ο οποίος είναι το κεντρικό πρόσωπο, είναι ένας από αυτούς που ανήκει στη συγκεκριμένη γενεά. Η γενεά των μαθητών, με βάση το κείμενο, δεν θα μπορέσει να δει τον Ουράνιο κόσμο, καθώς δεν έχουν την απαραίτητη «γνώση», την οποία κατέχουν μόνο οι Γνωστικοί.

Παρακάτω, στο ευαγγέλιο ξεχωρίζει για μία ακόμα φορά η προσωπικότητα του Ιούδα του Ισκαριώτη, καθώς σε συνομιλία του με τον Ιησού, του εξιστορεί και αυτός ένα όραμα που είχε και τότε ο Ιησούς τον αποκαλεί ως το δέκατο τρίτο πνεύμα ή δαίμονα και με αυτόν τον τρόπο τον διαφοροποιεί και τον ξεχωρίζει από τους υπόλοιπους δώδεκα μαθητές.

Στη συνέχεια του Ευαγγελίου, βλέπουμε ξανά την σηθιανή διδασκαλία σχετικά με τη δημιουργία των θείων οντοτήτων και της ανθρωπότητας. Με βάση τη σηθιανή γνώση υπάρχουν δύο κόσμοι, ο μεν πρώτος κόσμος είναι ο ουράνιος και ο δε δεύτερος είναι ο κατώτατος. Στον πρώτο κόσμο κυβερνά ο ένας θεός, που ονομάζεται ο Μέγας Ένας και δίπλα σε αυτό βρίσκεται η μητέρα Σοφία και ο Θείος Αυτογενής. Ο κατώτερος κόσμος δημιουργήθηκε όταν η Μητέρα Σοφία προσπάθησε να δημιουργήσει χωρίς το Μέγα Ένα και έφτιαξε ένα παράξενο Ον, τον Άρχοντα, ο οποίος δημιούργησε και το κατώτερο κόσμο.

Στο τελευταίο μέρος του Ευαγγελίου εκτυλίσσεται η σκηνή της προδοσίας. Σε σύγκριση με τα Ευαγγέλια της Καινής Διαθήκης απουσιάζει το φιλί της προδοσίας του Ιούδα προς τον Χριστό, ενώ λείπει και το περιστατικό με το αυτί του δούλου. Το ευαγγέλιο του Ιούδα τελειώνει με την προδοσία του Χριστού και όχι με τη σταύρωση του, καθώς κεντρικό πρόσωπο και ήρωας είναι ο Ιούδας. Η προδοσία του προς το πρόσωπο του Ιησού παρουσιάζεται ως μία σημαντική πράξη, καθώς έσωσε τον Ιησού από το σώμα του, το οποίο φυλάκιζε τον πνεύμα του και το εμπόδιζε να οδηγηθεί στον ανώτερο κόσμο.

Σκάναρε και προχώρησε την έρευνα:

Έρευνα, Αλέξανδρος Τσάλιος

Ένα Σχόλιο Προσθέστε το δικό σας

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *